Έντυπη Έκδοση

Φθάνοντας στα άκρα

«Αγρια περιστέρια» τιτλοφορείται η πρώτη συλλογή διηγημάτων της μυθιστοριογράφου Νίκης Αναστασέα

Μια γυναίκα -χήρα- γύρω στα τριάντα πέντε, κοντούλα, με σφιχτοδεμένη σάρκα κι ένα βλέμμα σχεδόν εκτυφλωτικό, βολτάρει πάνω κάτω στην παραλία της Ραφήνας, όπως κάθε κυριακάτικο πρωινό, συντροφιά με τον μοναχογιό της. Κάποια στιγμή θα κουρνιάσουν κι οι δυο στη σκιά μιας ρημαγμένης καμπίνας, κι όσο θα παίρνουν το κολατσιό τους εκείνη θα νταντεύει το αγόρι λες κι είναι το βρέφος που μόλις ξεμύτισε από τα σπλάχνα της.

 Αν ήμασταν θαμώνες της ίδιας παραλίας, το θέαμα δεν θα μας ξένιζε. Το παιδί, «για τα εννιά του χρόνια ήταν ψηλός, χοντρός, με πλαδαρό κορμί, ανοιχτή λεκάνη και ασουλούπωτο περπάτημα. Μπορούσε να κάθεται για πολλή ώρα στο ίδιο σημείο, με το στόμα μισάνοιχτο, κι άλλοτε πάλι κυλιόταν χάμω ή πέταγε άμμο από δω κι από κεί ξεκούτουρα και γέλαγε. Το γέλιο του ξέσπαγε πνιχτό και στομωμένο σαν μπουκωμένο ξεφωνητό». Για τους περίοικους, πάντως, το «καημένο» και η μάνα του εκπέμπουν κάτι πολύ παρηγορητικό. Μολονότι «ξεχασμένοι στη μοιρασιά των αγαθών από εκείνη τη δύναμη που εποπτεύει τ' ανθρώπινα», δείχνουν να έχουν ανταμειφθεί από ένα «αγλαό δώρο, αυτή την περισσή καρποφορία αγάπης».

Τι θα μπορούσε να κλονίσει ένα τέτοιο δέσιμο; Ποια είναι τα όρια της αφοσίωσης αυτής της γυναίκας; Η απάντηση δίνεται στο νέο βιβλίο της Νίκης Αναστασέα «Αγρια περιστέρια» (εκδ. Καστανιώτη), και για την ακρίβεια στην τελευταία και πιο εκτατεταμένη από τις έξι ιστορίες του («Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χιονιάς»). Γραμμένη εδώ και καιρό, από την εποχή που η συγγραφέας δούλευε το «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι» (Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος 2013), στην αρχική εκδοχή της ήταν επικεντρωμένη στο μοτίβο της απιστίας: μια μάνα εγκαταλείπει το παιδί της για χάρη ενός έρωτα. Στην πορεία, εν τούτοις, η Αναστασέα άνοιξε το κάδρο κι έστρεψε το ενδιαφέρον της σ' ένα πρόσωπο ακόμη, τη νύφη της κεντρικής ηρωίδας της: σε μια μεγαλοκοπέλα στερημένη από ερωτικούς χυμούς αλλά με «γρήγορο νου και σώφρονα λογισμό», η οποία, παίρνοντας πάνω της τις ευθύνες που αναλογούσαν στον χαμένο της αδελφό, συντονίζει την καθημερινότητά της με τις ανάγκες του ανιψιού της, προσφέροντας στη ζωή της ένα καινούργιο νόημα. Οταν λοιπόν ανατραπούν οι ισορροπίες, δυο δρόμοι ανοίγονται μπροστά της: ή του μίσους ή της ταπεινοφροσύνης. Το ποιον θ' ακολουθήσει, όμως, θ' αργήσουμε να το μάθουμε.

Με πέντε μυθιστορήματα στο ενεργητικό της αρχής γενομένης με το «Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε» (1998), η Αναστασέα δοκιμάζεται τώρα για πρώτη φορά στη μικρή φόρμα, έχοντας επιλέξει να καταπιαστεί με καταστάσεις που θα μπορούσαν ν' απειλήσουν -χτύπα ξύλο!- όλους μας. Και στις έξι ιστορίες της συλλογής, απ' όποια σκοπιά κι αν παρουσιάζονται, το πρώτο βιολί κρατούν γυναικείοι χαρακτήρες. Δίχως ίχνος φεμινιστικών εμμονών -«μια τέτοια οπτική δεν θα με εξέφραζε καθόλου!»- η 68χρονη συγγραφέας φέρνει τις ηρωίδες της αντιμέτωπες με μεγάλα δεινά, ενίοτε ανυπέρβλητα, και ζωντανεύοντας τις στιγμές που οι τελευταίες φτάνουν ή ξεπερνούν τα άκρα, προσφέρει συγκλονιστικά πορτρέτα ανθρώπων που αναγκάζονται να προδώσουν την αληθινή τους φύση ή αυτοκαταστρέφονται.

Το βιβλίο ανοίγει με τον μονόλογο μιας μάνας που είδε το γιο της, παραδομένο στα ναρκωτικά, να μεταλλάσσεται σε αγρίμι αλλά εκείνη ήταν πεπεισμένη πως δεν έχασε και την τσίπα του («Κάτι που αξίζει να σωθεί») και συνεχίζεται μ' ένα διήγημα που θυμίζει θεατρικό μονόπρακτο, καθώς στηρίζεται στους διαλόγους των πρωταγωνιστών: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έχει χάσει την κόρη του, κι όπου ο άντρας παλεύει να διαχειριστεί τον παραλογισμό της συζύγου του η οποία αρνείται ν' αποδεχτεί τη συμφορά που τους βρήκε («Μόνο και μόνο επειδή σ' αγαπάω»). Προχωρώντας τη συλλογή θα συναντήσουμε μια πρώην καλλονή που έχει μεταμορφωθεί σε πλάσμα απαθές, τετράπαχο και ατημέλητο, παίρνοντας έτσι εκδίκηση από τον άντρα που την εγκλώβισε σε χρυσό κλουβί για να την καμαρώνει και για να την επιδεικνύει («Πες πως ήταν ατύχημα»). Κι αν στην «Προσβολή», γινόμαστε μάρτυρες ενός εγκλήματος πυροδοτημένου από τη διάψευση μιας ερωτικής φαντασίωσης, στην καρδιά του βιβλίου («Μεταξωτός φανοστάτης») θα δούμε να ξεπροβάλλει η φιγούρα μιας ηθοποιού στην πιο κρίσιμη στιγμή της καριέρας της, παραμονές της πρεμιέρας του έργου του Αλμπι «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ».

Εδώ, μια παλιά καρατερίστα που έχει γαντζωθεί απ' την προοπτική μιας καλλιτεχνικής αναβάπτισης, λίγο πριν αφηγηθεί επί σκηνής «την τραγωδία μιας γυναίκας που φοβάται τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί πιστεύει, ή κάποιος κερατάς την έπεισε, πως είναι χαμένη από χέρι», κυριευμένη από πανικό, νιώθει τη γη να φεύγει απ' τα πόδια της. Οπως ομολογεί η Αναστασέα, αφορμή για να γράψει αυτήν την ιστορία στάθηκε το «Σύνδρομο αγοραφοβίας» του Κωστή Παπαγιώργη, τον οποίο η ίδια θαύμαζε απεριόριστα. Της ήταν αδύνατον, λέει, να πιστέψει πώς ένας τόσο χαρισματικός άνθρωπος έπασχε από τέτοιο βάσανο. Βάσανο. Να η λέξη-κλειδί για τα «Αγρια περιστέρια», όπου κάθε αδυναμία και κάθε σφάλμα, κάθε ράμφισμα και κάθε αιμοβόρικη επίθεση, προσεγγίζονται με περίσσευμα ευαισθησίας και κατανόησης.

**

Ψιλά γράμματα

* Τέτοια κοσμοσυρροή σαν την προχθεσινή, με αφορμή την εμφάνιση του Πολ Οστερ στη «Στέγη», άμποτε να την γευτεί και συμπατριώτης μας πεζογράφος, όσο απίθανο κι αν φαντάζει σήμερα κάτι τέτοιο. Μολονότι σαγηνευμένη απ' τα βιβλία του, και τα πρώτα και τα τελευταία, ομολογώ πως δυσφόρησα κάπως από τις εκδηλώσεις λατρείας απέναντί του.

* Η βραδιά πάντως κύλησε σαν νεράκι, κι ο ίδιος, με εξαίρεση λίγες στιγμές εκνευρισμού από τ' απανωτά κουδουνίσματα των κινητών, ήταν μεστός και κεφάτος. Αρκούντως εξομολογητικός, αναφέρθηκε στην πρώτη του «γνωριμία» με τον θάνατο όταν, έφηβος, είδε έναν φίλο του να πέφτει νεκρός από κεραυνό, θύμισε, διεκτραγωδώντας το, το μεγάλο μυστικό της οικογένειάς του -τη δολοφονία του άπιστου παππού από τη γιαγιά του- κι έπλεξε το εγκώμιο της συζύγου, συναδέλφου και συμμάχου του Σίρι Χούστβεντ.

* Θετικά διακείμενος μ' όσους ξεσηκώνονται είτε στη Γουόλ Στριτ είτε στις πλατείες της της Αιγύπτου, αναγνωρίζει ότι το καπιταλιστικό σύστημα χρειάζεται επιδιόρθωση αλλά δεν έχει βρεθεί ο μάστοράς του: «Χρειαζόμαστε έναν νέο Καρλ Μαρξ», δήλωσε, «χρειαζόμαστε μια νέα ελπίδα».

* Ως προς τα γραπτά του διευκρίνισε ότι όλα του τα μυθιστορήματα, δεκάξι τον αριθμό, είναι καρποί καθαρόαιμης επινόησης. Αντίθετα, στα πέντε αυτοβιογραφικά έργα του, ανάμεσά τους και το φρεσκοτυπωμένο «Ημερολόγιο του χειμώνα», δεν έχει περάσει συνειδητά ούτε ένα ψέμα.

* Αν καταδικαζόταν στην ερημιά ποια βιβλία θα έπαιρνε μαζί του; Η απορία δεν ήταν του συνομιλητή του, Ηλία Μαγκλίνη, ήρθε από το ακροατήριο, και ιδού η απάντησή του: «Δον Κιχώτης», οπωσδήποτε κάποιο του Ντίκενς, «Πόλεμος και Ειρήνη», «Μόμπι Ντικ» και «Πύργος».

* Σε αντίθεση με τον Ροθ, ο Πόλ Οστερ δηλώνει ακμαιότατος συγγραφικά, για την ώρα. Ωστόσο, όταν κάποιος του δηλώνει πως θέλει να γίνει συγγραφέας, σπεύδει να τον αποθαρρύνει. Το να γράφεις λογοτεχνία, είπε, σημαίνει μια ζωή μοναξιάς, χωρίς χρήματα, ενδεχομένως και χωρίς αναγνώστες. Η λογοτεχνία είναι για εκείνους που δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Και δεν προσφέρει ούτε συνταγές, ούτε κανόνες. Σ. Π.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Παρουσίαση βιβλίου
Βιβλίο