Έντυπη Έκδοση

55ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ελληνικές βουτιές στα ρηχά

Παρά την οικονομική κρίση, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν το βάζει κάτω. Με λιγότερα λεφτά, συχνά χωρίς κρατική βοήθεια, καταφέρνει, χάρη στην επιμονή και το πείσμα του, να εκφράζεται όσο καλύτερα μπορεί με το ταλέντο που διαθέτει, και να εκφράζει τον προβληματισμό του πάνω σ' αυτά που συμβαίνουν στην κοινωνία γύρω μας αλλά και να στρέφεται στον εαυτό του και να καταγράφει τις υπαρξιακές του ανησυχίες.

«Νορβηγία» του Γιάννη Βεσλεμέ «Νορβηγία» του Γιάννη Βεσλεμέ Αυτά έρχονται στο μυαλό βλέποντας τις ταινίες που συμμετέχουν στα διάφορα τμήματα του φετινού 55ου κινηματογραφικού φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.

Στην ταινία «Forget Me Not» (διαγωνιστικό τμήμα), ο Γιάννης Φάγκρας στρέφεται στο ρόουντ-μούβι για να καταγράψει το ταξίδι του ήρωά του, του Αλέξ, που ξεκινάει από τη Νέα Ορλεάνη για προορισμό το Βόρειο Ειρηνικό, περνώντας από την Αλάσκα, για να κάνει μια περίεργη «βουτιά» (από την αρχή ξέρουμε πως κουβαλάει μαζί του τα αναγκαία σύνεργα) για την οποία ποτέ δεν μαθαίνουμε περισσότερα. Στο νου έρχεται η καβαφική Ιθάκη, μια και τον σκηνοθέτη δεν ενδιαφέρει καθόλου η βουτιά όσο το ταξίδι του ήρωά του. Ενα ταξίδι που παρακολουθούμε παράλληλα μ' εκείνο της αγαπημένης του, Δάφνης, που κάποια στιγμή αποφασίζει να τον ακολουθήσει μέχρι τις βόρειες θάλασσες με την ελπίδα να τον συναντήσει.

Ο Φάγκρας, όπως το απέδειξε ήδη με την προηγούμενη ταινία του, «Πες στη μορφίνη ακόμα τη ψάχνω», είναι ένας σκηνοθέτης με σωστή, συναρπαστική όταν θέλει, κινηματογραφική ματιά. Στοιχείο που ξεχωρίζει και στη νέα του αυτή ταινία: στις σκηνές της περιπλάνησης του Αλέξ σε ωραία επιλεγμένους χώρους (τη Νέα Ορλεάνη, τα μπαγιού, τα χιονισμένα τοπία της Αλάσκας) αλλά και στη χρήση του ήχου, ιδιαίτερα της μουσικής (του Μπομπ Ντίλαν, και άλλων), δεμένης όμορφα με τα διάφορα πλάνα. Εκείνο όμως που λείπει από την ταινία του αυτή είναι πάνω απ' όλα η οικονομία στην αφήγηση (πολλές από τις κατά τα άλλα ωραίες σκηνές του κρατούν περισσότερο απ' όσο χρειάζεται ενώ άλλες μοιάζουν σαν εμβόλιμες χωρίς να δικαιολογούνται καθόλου (μια συζήτηση στο κατάστρωμα σε μια επικίνδυνα ταραγμένη θάλασσα, ένα μακρύ, με πλάνα που δεν δένουν ομαλά, περπάτημα στα χιόνια, κλπ., ένα τραγούδι από την Δάφνη, κ.λπ.).

Η δεύτερη ελληνική ταινία του διαγωνιστικού, «Νορβηγία», του Γιάννη Βεσλεμέ, που πρωτοείδαμε στο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι, είναι μια μικρή ανεξάρτητη, απολαυστική ταινία, με φόντο την Ελλάδα του 1984. Ο Ζανό, (απολαυστικός στο ρόλο ο Βαγγέλης Μουρίκης), είναι ένας βρικόλακας που επιστρέφει στην Ελλάδα σ' αναζήτηση νέων απολαύσεων. Το ταξίδι του περιλαμβάνει μια στάση στον πορνοκινηματογράφο Σταρ της Ομόνοιας κι ένα τρελό πάρτι όπου θα γνωρίσει μια παράξενη γυναίκα, που θα τον μπλέξει σε μια συνωμοσία εναντίον του, με στόχο να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τα ιδανικά του και να υπηρετήσει το κακό. Με εντυπωσιακά, φανταστικά ντεκόρ, ωραία χρώματα κι ένα ξέφρενο ρυθμό, και με αναφορές σε αγαπημένους του σκηνοθέτες (Τζάρμους, Μπούρμαν, Γουάιντινγκ Φερν), ο Βεσλεμές κατάφερε να φτιάξει μια, δοσμένη με χιούμορ και ειρωνεία, κριτική πάνω στη σημερινή οικονομική κρίση αλλά και γενικότερη την όλη κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα.

Μια οργισμένη, επαναστατημένη νέα γυναίκα είναι η πρωταγωνίστρια της ταινίας «Α Blast» («Μια έκρηξη») του Σύλλα Τζουμέρκα («Χώρα προέλευσης»). Η ταινία αρχίζει με την ηρωίδα να τρέχει με το αυτοκίνητό της, κουβαλώντας μια τσάντα γεμάτη λεφτά, στην Εθνική Οδό. Μπροστά της οι φλόγες από μια φωτιά. Οι εξηγήσεις θα μας δοθούν προς το φινάλε, αφού, μέσα από διάφορα, ανακατεμένα χρονολογικά, φλας-μπακ, μάθουμε για τη ζωή της Μαρίας (μια πολύ καλή Αγγελική Παπούλια), Παντρεμένη, ερωτευμένη με τον ναυτικό άντρα της, με δυο παιδιά, μιαν όχι το ίδιο έξυπνη μ' αυτήν αδερφή, με ένα αμέτοχο στα οικογενειακά προβλήματα πατέρα και μια ανάπηρη μητέρα, η Μαρία αναγκάζεται ξαφνικά να αντιμετωπίσει ένα χρεωμένο οικογενειακό μαγαζί και τη γραφειοκρατία των τραπεζών και της εφορίας. Ο Τζουμέρκας διαμορφώνει σταδιακά, με φόντο την οικονομική κρίση, το πορτρέτο της ηρωίδας του, πορτρέτο που αποκτά ξεχωριστή δύναμη στη σκηνή (την καλύτερη της ταινίας) της εξομολόγησης της Μαρίας (όπου αρνείται την οικογένειά της και κηρύσσει την ανεξαρτησία της) μπροστά σε μια ομάδα γυναικών που μαζεύονται κάθε τόσο σ' ένα θέατρο για να συζητήσουν τα προβλήματά τους. Αντίθετα, εκεί που η ταινία χωλαίνει, είναι στη χρήση κάποιων όχι ιδιαίτερα αναγκαίων φλας-μπακ καθώς και στην προσπάθεια του σκηνοθέτη να προσθέσει, συχνά αδικαιολόγητα (με στόχο μάλλον την εμπορικότητα), τολμηρές σεξουαλικές σκηνές του ζευγαριού - μαζί και μια ομοφυλοφιλική ανάμεσά στον καπετάνιο σύζυγό της κι έναν άλλο ναύτη. Σκηνές, πρέπει να πω, που δημιουργούν χάσμα στον κατά τα άλλα ωραίο ρυθμό της ταινίας.

Η οικονομική κρίση είναι στο φόντο και της ταινίας «Βασίλισσα Αντιγόνη» του Τηλέμαχου Αλεξίου («Η Αφροδίτη στην αυλή»). Τα πρώτα πλάνα μας παρουσιάζουν δυο αδέρφια, ένα κορίτσι και τον έφηβο (και γκέι) αδερφό της, να προχωρούν σε κάποιο λόφο (;) φορώντας αρχαία ενδύματα (αν και το κορίτσι προχωρεί με δυσκολία, φορώντας ψηλοτάκουνα παπούτσια!), και να απαγγέλλουν κομμάτια από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Οπως ανακαλύπτουμε στη συνέχεια, αυτός είναι ένας τρόπος φυγής τους από την πραγματικότητα, τόσο την οικονομική και πολιτική, όσο και εκείνη του σχολείου, όπου ο ομοφυλόφιλος μαθητής αντιμετωπίζει τη μισαλλοδοξία των μαθητών και των καθηγητών του. Κάπου υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που όμως, με το μπέρδεμα (ανάμεσά τους κι ένας χορός που γίνεται συχνά γελοίος) που πετυχαίνει ο σκηνοθέτης, δεν βγαίνει, δυστυχώς, στην επιφάνεια.

Μετά από δυο πολύ καλές ταινίες με θέμα τη δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ στη Θεσσαλονίκη, στην περίοδο του εμφύλιου («Κιέριον» του Δήμου Θέου και «Φάκελος Πολκ στον αέρα» του Διονύση Γρηγοράτου) μας έρχεται ένας διαφορετικός «Πολκ» από τους Νίκο Νικολόπουλο και Βλαδίμηρο Νικολούζο. Για τους δυο σκηνοθέτες, η δολοφονία είναι απλά μια αφορμή για να στήσουν ωραία, ακίνητα (μεγάλης διάρκειας) πλάνα (ένα από τα πιο μεγάλα είναι στην αρχή, με τη δύση του ήλιου, στη θάλασσα, που κρατάει 7-8 περίπου λεπτά!). Στο πρώτο πλάνο με ζωντανούς ανθρώπους βλέπουμε τον Πολκ να φτάνει σ' ένα εστιατόριο και να τρώει αστακό -σκηνή φωτογραφημένη με ξεχωριστή επιμέλεια στους φωτισμούς και όλες τις λεπτομέρειές της- ενώ ακολουθούν άλλα παρόμοια στατικά πλάνα που αντιμετωπίζουν εντελώς αφαιρετικά το θέμα της δολοφονίας του Πολκ. Μια ταινία που περιορίζεται απλά σε μια αισθητική απόλαυση, χωρίς όμως να μας λέει τίποτα για την υπόθεση Πολκ.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θεσσαλονίκη
Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Φεστιβάλ
Κινηματογράφος