Έντυπη Έκδοση

Φλεγόμενοι

«Simone»
**Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Κώστας Κουτσολέλος, Ράνια Κελαϊδίτη
Ομάδα Mag BIOS basement

Ενας περιπλανώμενος ασκόπως περιπατητής, ένας flaneur των αστικών δρόμων και της εσωτερικής μοναχικότητας που αναζητά ένα ευήκοον ους για τα σπαράγματα ιστοριών που έχει να του πει, έναν σύντροφο για λίγες ώρες αυτής της νύχτας που ίσως του προσφέρει κι ένα κρεβάτι για υποτυπώδη ύπνο. Ενας σχεδόν clochard, δίχως χρήματα, χωρίς δουλειά που ψάχνει την ανθρώπινη επαφή. Ενας αποχωρητής από την κοινωνία, παραιτημένος εξ αιτίας των φραγμάτων που ορθώνονται καθημερινά μπροστά του και που, αντιδρώντας, επιλέγει την ουσιαστική απόσυρση από κάθε είδους παραγωγική και αναπαραγωγική διαδικασία.

Αυτός είναι ο μονολογών ήρωας του «Simone», εμπνευσμένος από τη «Νύχτα λίγο πριν από τα δάση» του αιρετικού Μπερνάρ Μαρί Κολτές. Μια φωνή μέσα στη νύχτα.

Μοναχικός λύκος

Ο αυτοσκηνοθετούμενος (με τη βοήθεια της συνεργάτιδάς του Ράνιας Κελαϊδίτη) Κώστας Κουτσολέλος συνεχίζει, ως δημιουργός, τη μοναχική πορεία του - κραυγή στο θολό τοπίο της αθηναϊκής θεατρικής υπερπαραγωγικότητας με λιτά σκηνικά μέσα, στραμμένος ολοκληρωτικά στα εργαλεία του ηθοποιού ως πάσχοντος εσωτερικά σώματος.

Σε μια γωνιά του σκοτεινού υπόγειου, με πίσω του τον πέτρινο τοίχο, μια καρέκλα, ένα μικρόφωνο, μια κιθάρα και το φως μιας μπαλαντέζας, σαν επαίτης σε μια ημιφωτισμένη στροφή του δρόμου, ο Κουτσολέλος διηγείται, σιγοτραγουδάει, αλυχτά: τα παραγλωσσικά σημεία σε ποικίλους τονισμούς, εντάσεις, τονικότητες υπεισέρχονται διαρκώς ανάμεσα στις φράσεις του, σημαίνοντας την υποχώρηση του έλλογου, τη μεταστροφή του ανθρώπου σε αγρίμι.

Οι εναλλαγές της δικής του φωνής με εκείνη των προσώπων των ιστοριών του επιτυγχάνονται μέσω της εναλλαγής της φυσικής φωνής και της χρήσης του ενισχυμένου μικροφώνου. Ταυτόχρονα, τα περιβάλλοντα αλλάζουν καθώς τον φωτισμό της μπαλαντέζας υποκαθιστά ένας διάχυτος κόκκινος φωτισμός (στην κονσόλα του ήχου-φωτισμών η Ράνια Κελαϊδίτη παρούσα επί του προσδιορισμένου ως χώρου της σκηνής).

Παράλληλα, μια μικρή αιωρούμενη οθόνη προβάλλει βίντεο (Σοφία Σιμάκη) με εικόνες που λειτουργούν μεταφορικά σε σχέση με τον λόγο: για παράδειγμα, η ατυχής, τελικά, νυχτερινή συνάντηση με μια γυναίκα της αφήγησης , προβάλλεται οπτικά ως αγώνας πάλης με νικητή και ηττημένο.

Ο Κουτσολέλος, με τη σύντομη αλλά έντονη σε εναλλαγές και εντάσεις μουσική περφόρμανς του, επαναπροσδιορίζει την έννοια του θεατρικού, της καταγγελίας, του εκτιθέμενου μπροστά στο κοινό του καλλιτέχνη. Κάνει θέαμα, με αφορμή τον περιπλανώμενο ήρωά του, τον σπαραγμό του, τον σπαραγμό του πραγματικού καλλιτέχνη, καθιστώντας ορατό το σχεδόν απαγορευμένο: το εσωτερικό ξεγύμνωμα, τη μοναχική όσο και άσκοπη αναζήτηση, την πολιτισμική ένδεια της κοινωνίας μας.

Μια παράσταση από έναν φλεγόμενο δημιουργό.

**

Γιον Φόσε, «Καιομένη»

**Σκηνοθεσία: Νίκος Διαμαντής

Θέατρο Σημείο

Σε διαφορετικό σκηνικό πλαίσιο και συνθήκη, μιας γυναίκας που φλέγεται από την απώλεια του συντρόφου της, χρόνια πριν, αλλά που τον αισθάνεται πάντα παρόντα, βιώνοντας ξανά και ξανά τις λεπτομέρειες της ζωής τους και ειδικά του τελευταίου σούρουπου, όταν αυτός πνίγεται στα κύματα των νορβηγικών φιόρδ, συνιστά το έργο του ιδιάζουσας θελκτικής γραφής Νορβηγού συγγραφέα Γιον Φόσε.

Ενας μονόλογος μιας ώριμης πλέον γυναίκας, μόνης, που η Ιωάννα Μακρή, λιτή, σχεδόν αφτιασίδωτη, αποδίδει με τη γνωστή της ένταση και πάθος, παίζοντας με τα ηχοχρώματα της φωνής της, άλλοτε πικρή, άλλοτε τρυφερή, συνομιλώντας με τα φαντάσματα του έρημου σπιτιού της.

Επιτυχή σκηνικά ευρήματα δίνουν συνεχώς νέο οπτικό ενδιαφέρον: ως υποβλητική εικαστική σύνθεση, λευκά υφάσματα δημιουργούν διαφορετικούς όγκους, καλύπτοντας έπιπλα ή τοίχους σε όλο το εύρος της σκηνής, έχοντας στην ποδιά τους σερβίτσια από γυάλινα ποτήρια που στοχευμένοι προβολείς κάνουν να λαμπυρίζουν εκ των έσω και που δίνουν τον βασικό φωτισμό της παράστασης· οι τοίχοι, αυτοί που κατά ένα μεταφυσικό τρόπο ώθησαν τον Ασλε να πάει ξανά στη βάρκα του καθώς έπεφτε το σκοτάδι τη μοιραία νύχτα, ζωντανεύουν ανεπαίσθητα καθώς κάτω από τα υφάσματα κάποιοι από τους όγκους οφείλονται σε σώματα ηθοποιών (Σταύρος Γιαννακόπουλος, Φεντερίκα Ανταρέλι)· η Σίγκνα, με πλάτη στο κοινό, συνομιλεί με τον εαυτό της, ως «Εκείνη», αντικαθρεφτιζόμενη στον τοίχο του βάθους, σε ένα σπάραγμα κομμένου τζαμιού αόρατο πριν φωτιστεί-καθρεφτιστεί πάνω του το πρόσωπό της.

Ο πάντα παρών στη φαντασία της Σίγκνα αγαπημένος Ασλε κυκλοφορεί με συγκρατημένες χορευτικές κινήσεις στον χώρο, με τη μορφή του Γρηγόρη Γαϊτανάρου, μια παρουσία, κατά τη γνώμη μου, περιττή, ακόμη περισσότερο που η μορφή του χορευτή είναι υπερβολικά «καθαρή» και περιποιημένη για να υλοποιεί τον φασματικό και «ακατάληπτο» στην αναζήτηση και συμπεριφορά του Ασλε. Είναι τόση η δύναμη του λόγου της Μακρή, η λεκτικές αποσπασματικές περιγραφές της, που μάλλον αποπροσανατολιστικά λειτουργεί η προσέγγισή της με το είδωλο, η δική του υλική παρουσία.

Τα μουσικά ψήγματα, αντίθετα, που εισβάλλουν στην αίθουσα, προσδίδουν νόημα και συνομιλούν καίρια με τη ζεστή, πολυεπίπεδη ερμηνεία της Μακρή και το εντυπωσιακό αισθητικά σκηνικό περιβάλλον (του σκηνοθέτη, με τη συνδρομή του Γιώργου Πάτσα), συμβάλλοντας σε μια δυνατή παράσταση.

* καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πατρών

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Κριτική θεάτρου