Έντυπη Έκδοση

Ηγέτες και κόστος

**Αρθρο του Στ. Καπάκου στην «Αυγή» (9.11.2014)

«Διαβάζω όλο και περισσότερο τελευταία ότι οι πολιτικοί ηγέτες χαράσσουν τη στρατηγική τους χωρίς να υπολογίζουν το πολιτικό κόστος. Η άποψη αυτή είναι σε γενικές γραμμές σωστή, αλλά γιατί κάποιοι, ειδικά σήμερα, αισθάνονται την ανάγκη να επικεντρώσουν σε αυτό το θέμα;

 Γιατί δηλαδή το θέμα του πολιτικού κόστους ανάγεται σε πρωτεύον, ενώ το θέμα της πολιτικής ηθικής και της στρατηγικής, την οποία χαράσσουν ή υπηρετούν οι πολιτικοί ηγέτες, περνά σε δεύτερη μοίρα; Ο συνειρμός είναι εμφανής. Η αγνόηση του πολιτικού κόστους είναι το τίμημα της πολιτικής ηγεσίας, υποστηρίζουν οι αναλυτές αυτοί, προκειμένου να πείσουν Σαμαρά και Βενιζέλο να μην αλλάξουν πολιτική και να ακολουθήσουν φρόνιμα τις μνημονιακές υποχρεώσεις, οι οποίες υποτίθεται πως είναι σωστές και τελικά έστω και με βαρύ κόστος, το οποίο εμφανίζουν ως αναγκαστικό λόγω του βάθους της κρίσης, θα βγάλουν τη χώρα από την οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση που συνθλίβει τους πολίτες.

Με άλλα λόγια, η έννοια του πολιτικού κόστους εκλαμβάνεται ως απότοκο της εφαρμογής μιας σκληρής, αλλά σωστής πολιτικής, από την οποία οι πολιτικοί ηγέτες θα πετύχουν τουλάχιστον την αναγνώριση της Ιστορίας. Η προβληματική αυτών των απόψεων πάσχει ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι είναι αθώα ως προς τα κίνητρά της. Ας μην κρυβόμαστε, την ουσία της μνημονιακής πολιτικής, υποστηρίζουν. Το μείζον θέμα στην πολιτική, δεν είναι η πρόθεση. Αν ήταν έτσι, τότε πιθανότατα οι περισσότεροι πολιτικοί θα κέρδιζαν την αναγνώριση και όχι τη χλεύη της Ιστορίας. Αν εκλάβουμε ως δόγμα τη μνημονιακή πολιτική τότε προς τι ομνύουμε στον ορθολογισμό; Αν το Μνημόνιο αποτελεί "ευαγγέλιο", τότε η εφαρμογή του εκλαμβάνεται ως... κάθαρση.

Από πού προκύπτει όμως ότι η υποτίμηση της εργασίας από τη μισθωτή ως τη μικροεπιχειρηματική, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η μαζική ανεργία, η βαθιά υποτίμηση των περιουσιακών αξιών και τελικά η υποτίμηση και ο ευτελισμός της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας πρέπει να εκλαμβάνονται ως δόγμα; Τι είδους έξοδος από την κρίση είναι αυτή, σε ποια ιστορική αναγκαιότητα πατά; Ποιο ιστορικό παρελθόν αποτελεί οδηγό για την ορθότητα αυτής της πολιτικής στρατηγικής; Αν ήταν έτσι, ο Χούβερ θα ήταν ήρωας, ενώ ο Ρούσβελτ θα αντιμετώπιζε τη χλεύη. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ή μήπως εκείνο το ιστορικό προηγούμενο για την υπέρβαση της "μεγάλης ύφεσης" δεν έχει αναλογίες με το σήμερα; Αλλά και η ιστορική αναλογία της συνθήκης των Βερσαλιών δεν μας έχει διδάξει ότι η τιμωρητική πολιτική οδηγεί σε αντίθετα από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα εκτός κι αν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η ταπείνωση ευρωπαϊκών χωρών και η μετατροπή της Ε.Ε. και πάλι σε "σκοτεινή ήπειρο".

Αλλά ας πάμε λίγο πίσω, στην έναρξη της κρίσης στην Ελλάδα. Δεν υπήρξαν και τότε δύο πολιτικές γραμμές για το χρέος; Αν είχε εξ αρχής επιλεγεί η γραμμή της ουσιαστικής απομείωσης, θα οδηγούμαστε τελικά στο, τουλάχιστον αναποτελεσματικό, PSI; Ποιος υποστήριξε τότε τη μια επιλογή και ποιος την άλλη; Κι ακόμη, για την κρίση στη σημερινή Ευρώπη δεν υπάρχουν τουλάχιστον δύο διακριτές στρατηγικές;

Ασφαλώς και το θέμα της πολιτικής ηθικής αναδεικνύεται σε μείζον, λόγω της διαφθοράς και της διαπλοκής στην Ελλάδα και μαζί με τη στρατηγική αναδεικνύονται σε κύρια ζητήματα. Θα αρκούσε και μια απλή σύγκριση για να δούμε τις διαφορές, εκτός κι αν εθελοτυφλούμε πίσω από το υποτιθέμενο πολιτικό κόστος».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Τυπογραφείο