Έντυπη Έκδοση

«Πολιτικός διάλογος;»

Η νοσηρότητα της πολιτικής δημοσιότητας της χώρας συντελεί ευθέως στην οικονομική, πολιτική και ηθική παρακμή. Οι καθεστωτικοί προύχοντες, όμως, πολιτικοί, καναλάρχες, πρωτοκλασάτοι δημοσιογράφοι, μεταθέτουν τις ευθύνες «στους άλλους». Στο υπόστρωμα της διαπλοκής διασταυρώνονται συναλλασσόμενοι κάθε εξουσίας: οικονομικής, πολιτικής, επικοινωνιακής. Στο ίδιο πεδίο (οφείλει να) διεξάγεται η διαμάχη ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Σε τέτοιο πλαίσιο, όμως, οι όροι διεξαγωγής της πολιτικής επικοινωνίας φαλκιδεύονται εξαρχής, αφού ο πολιτικός ανταγωνισμός εκβιάζεται ή είναι στημένος.

Εάν «η κρίση ήταν ευκαιρία», όπως διαλαλείται, η θεσμική μεταρρύθμιση της χώρας θα άρχιζε από το ξερίζωμα της διαπλοκής και της φαυλότητας που αυτή συντηρεί. Αντ' αυτού οι μηχανισμοί χειραγώγησης θέριεψαν και εκτραχύνθηκαν, απειλώντας τα τελευταία απομεινάρια ηθικών αντιστάσεων της κοινωνίας. Παρά την ανθρωπιστική κρίση, τα πληροφορικά σκουπίδια στην ειδησεογραφία περίσσεψαν. Αυξήθηκε βάναυσα η βαβούρα σε εκπομπές «πολιτικού λόγου». Εν μέσω τραγικών συνθηκών στην επικράτεια, πρωταγωνιστές αθηναϊκών καναλιών χαριεντίζονται. Οι εναπομείναντες τηλεθεατές προσπαθούν, μάλλον μάταια, να κατανοήσουν τις ομιλούσες κεφαλές, που «συμπτωματικά» ανήκουν στον κλειστό κύκλο «εγκεκριμένων δημοσιολογούντων» της καθεστωτικής διαπλοκής. Οποτε δεν «μιλάνε για να μιλάνε», οι ομιλούσες κεφαλές παράγουν βαβούρα παρά ορθολογισμό. Στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όμως, τέτοιοι κυκεώνες μετράνε ως «πολιτικοί διάλογοι».

Ως δεδηλωμένοι «αντιλαϊκιστές», οι περισσότεροι καναλάρχες απεχθάνονται τη γνώμη της «πλέμπας» και στερούν την ενεργητική, συντεταγμένη επικοινωνιακή πρόσβαση στους πολίτες. Προβάλλουν ευφράδεις γητευτές, προπαγανδιστές, πλασιέ ιδεοληψιών, ρήτορες ή ωρυόμενους μονολογούντες που ανεβάζουν τηλεθέαση και διαφημιστικά κασέ. Ετσι, παλαιοκομματικοί λογοκράτορες συνεργώντας με οργανικούς δημοσιογραφούντες συντηρούν τη γυάλινη φαυλοκρατία, ωθώντας σε ασφυξία τους πολίτες. Τα κερδοσκοπικά ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ εξασφαλίζουν, έτσι, κέρδη και ταυτόχρονα δημαγωγία. Με πλύσεις εγκεφάλου, ελλείψει σοβαρής ενημέρωσης και ουσιαστικού πολιτικού λόγου, πυκνώνει η πολιτική άγνοια. Διατελούντες εν πλήρει συγχύσει πλέουμε έτσι μοιραία σε πελάγη αβεβαιότητας. Ενός κακού, όμως, μύρια έπονται.

Αντί για εξυγίανση, μετά τη χρεοκοπία, των πολιτικοεπικοινωνιακών πρακτικών, το παρακμιακό καθεστώς συνεχίζει αήττητο. Αντί να πάψουν άρδην, παραπληροφόρηση και προκλητή άγνοια, οι προπαγανδιστικές μηχανές αφηνίασαν. Οι «σωτήρες» μας, άλλωστε, σφράγισαν την ΕΡΤ. Παράλληλα, πληθαίνουν οι πάροχοι φαντασμαγοριών, προπαγάνδας, μισαλλοδοξίας. Στα προγράμματα «συζητήσεων» χαμηλού επιπέδου εκχυδαΐζεται ο δημόσιος λόγος, ενώ περιρρέοντα φανταχτερά τηλεσκουπίδια θαμπώνουν. Ο άνθρωπος-τηλεθεατής καθηλώνεται άναυδος, καθώς «ψεκάζεται» με μπόλικη ενημερωδιασκέδαση και πέπλα σκοταδισμού.

Ηεπικοινωνιακή παρακμή και τα συμπαρομαρτούντα ανήκουν στον πυρήνα του φαύλου κύκλου της χώρας. Γιατί δεν μεταρρυθμίζουμε, επιτέλους, τους κανόνες ενημέρωσης και διεξαγωγής δημόσιου διαλόγου; Αφελές ερώτημα. Ισότιμες συμμετοχικές, διαλογικές μέθοδοι προκαλούν αλλεργία στο προσωπικό της διαπλοκής, αφού ipso facto καταργείται η «χρήσιμη παραπληροφόρηση». Το παιχνίδι είναι στημένο. Οι μορφές καπελώματος ποικίλλουν. Ενδεικτικά: (α) επαναλαμβανόμενη πρόσκληση των ίδιων πολιτικών, που «τυχαίως» ανήκουν συνήθως σε αντιθετικά ζεύγη: π.χ. αγέρωχοι, «κραυγαλέοι» versus μετριοπαθείς, ευγενικοί, (β) μονοπώληση του «βήματος» από αυταρχικούς που στερούν το λόγο από όσους σέβονται τους κανόνες, (γ) αποφυγή πρόσκλησης ικανών ομιλητών σε πάνελ, κυρίως από τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, επίφοβων για κυβερνητικούς αντίπαλους, (δ) προσφυγή σε προκλητικότητα ή προσωπικές επιθέσεις, επεισόδια, (ε) προσκόλληση σε μονολιθικές «επαναλήψεις» φράσεων κλισέ (στιλ πλασιέ), προσβάλλοντας παρευρισκόμενους και κοινό, (στ) υπεκφυγή απάντησης σε συγκεκριμένα ερωτήματα με καταφυγή σε άσχετα θέματα και παγίδευση συνομιλητών/ακροατών σε προσωπικές ατζέντες καταπιεστικών αγορητών, (ζ) υπαγόρευση δήλωσης: δεξιοί συνήθως εκπρόσωποι αξιώνουν δηλώσεις «νομιμοφροσύνης» (sic) από αριστερούς συνήθως εκπροσώπους, (η) υποκατάσταση ρόλων· εγωπαθείς πολιτικοί αυτοαναγορεύονται σε συντονιστές και επιδίδονται σε «ανάκριση» αντιπάλων, ενώ οι δημοσιογράφοι σιωπούν ένοχα.

Παρόμοια τεχνάσματα στοχεύουν στον έλεγχο της πολιτικής διαμάχης και την εξασφάλιση των προδιαγεγραμμένων νικητών. Καμία μεταρρύθμιση, λοιπόν, στα δημόσια ήθη από τους διαπρύσιους θιασώτες των μεταρρυθμίσεων που αδιαφορούν αν προσβάλλουν το κοινό ή εκφυλίζουν το πολίτευμα. Ενόψει επικοινωνιακού αυταρχισμού και ναρκοθετημένων «διαλόγων», τα έντονα βαλλόμενα κόμματα της αντιπολίτευσης διαθέτουν ελάχιστες αξιοπρεπείς επιλογές: (α) να υφίστανται ουσιαστική εκτόπιση, συνθηκολογώντας με εικονική μόνο εμφάνισή τους, ή διακινδυνεύοντας τη γελοιοποίηση, (β) να υφίστανται διπλή εκτόπιση, αρνούμενοι και την εμφάνιση στα ναρκοθετημένα πλαίσια. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε δικαίως αποχή από ορισμένες ακραίες εκπομπές ή πλαίσια. Δέχθηκε μύδρους επικρίσεων με την επίκληση ότι υπονομεύει το «διάλογο». «Φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης». Αυτονόητα ο όρος «διάλογος» είναι απολύτως ασύμβατος με σαρδανάπαλους δικτατορίσκους λογοκρατούμενων τσίρκων. Αρνούμενος να μετάσχει σε στημένες, βάναυσα υπονομευόμενες πολιτικές συζητήσεις ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μαθήματα αυτοσεβασμού, αξιώνοντας ταυτόχρονα τον εκδημοκρατισμό της κοινής και ορθολογικής δημόσιας σφαίρας.

* Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης-Πολιτικής Επικοινωνίας ΑΠΘ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα