Έντυπη Έκδοση

Το παρ' ολίγον τέλειο

Ο Λεωνίδας Καβάκος και η Γιούτζα Ουάνγκ στις σονάτες του Μπραμς

Περίοδο παρατεταμένης δόξας διάγει τελευταία ο Λεωνίδας Καβάκος. Ο εξαίρετος βιολονίστας μας κατακτά τη μια διάκριση μετά την άλλη. Με πρόσφατο αποκορύφωμα, τη νέα παγκόσμια αναγνώριση, την οποία του χάρισε η βράβευσή του, τον Σεπτέμβριο, με τον τίτλο του Μουσικού της Χρονιάς, από το έγκυρο βρετανικό περιοδικό δισκογραφίας Gramophone.

Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε την τακτική δισκογραφική του παρουσία και τη συνεχή συναυλιακή του δραστηριότητα, οι οποίες γίνονται δεκτές πανταχόθεν με εγκωμιαστικότατα σχόλια. Αναμφίβολα και δίκαια είναι ο πλέον προβεβλημένος Ελληνας καλλιτέχνης τα τελευταία χρόνια.

Ηταν επομένως αναμενόμενη, μετά απ' όλα αυτά, η υπερπλήρωση της Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στο ρεσιτάλ-συναυλία που πραγματοποίησε στις 14 Οκτωβρίου. Συνέπραξε σε αυτό με το νέο ανερχόμενο αστέρι της πιανιστικής τέχνης, την κινέζικης καταγωγής Γιούτζα Ουάνγκ.

Ερμήνευσαν τις τρεις Σονάτες για βιολί και πιάνο, τις οποίες συνέθεσε ο Γιοχάνες Μπραμς, που αποτελούν και τον πυρήνα του πλέον πρόσφατου ηχογραφήματος του Καβάκου - των δυο ακριβέστερα -, το οποία εξέδωσε η ιστορική εταιρεία DECCA. Η συναυλία οργανώθηκε από το Σύλλογο Οι Φίλοι της Μουσικής και τα έσοδά της προορίζονται να ενισχύσουν το εκπαιδευτικό έργο του Συλλόγου. Γι' αυτό οι δυο επιφανείς μουσικοί προσέφεραν τη μεγάλη τέχνη τους αφιλοκερδώς.

Με ωριμότητα

Οι τρεις Σονάτες του Μπραμς ερμηνεύτηκαν με τη σειρά της δημιουργίας τους. Οι πρώτοι ήχοι που ακούστηκαν αποκάλυψαν ζηλευτή ωριμότητα, ακρίβεια και σεβασμό. Η αισθητική άποψη των δυο ερμηνευτών ήταν καθόλα συμβατή με το πλεόνασμα του ρομαντισμού, το οποίο κυριαρχεί στα συγκεκριμένα έργα, έργα της ωριμότητας του Γερμανού μουσουργού. Χωρίς, ωστόσο, το πλεόνασμα αυτό να οδηγεί σε μελιστάλακτες ή γεμάτες πάθος υπερβολές. Η μουσική τους προσέγγιση ήταν απαλλαγμένη από κάθε προσπάθεια ανούσιου εντυπωσιασμού.

Εχοντας αφομοιώσει σε μέγιστο βαθμό το ύφος και το ήθος της μουσικής του Μπραμς, έπλασαν ήχους γνήσια ρομαντικούς και απόλυτα ομοιογενείς. Αμφότεροι οι ερμηνευτές προσέδωσαν στις φράσεις με τις οποίες δόμησαν τις ερμηνείες τους χρωματικές νοτισμένες από γερμανική ιδιοσυγκρασία.

Οι ήχοι που αναδύθηκαν από το Στραντιβάριους «Αμπεργκαβένι» του 1724, που νοιώθει αναμφίβολα σιγουριά και ευτυχία στα χέρια του Λεωνίδα Καβάκου, μπορούν να χαρακτηριστούν ανενδοίαστα τέλειοι.

Την πρόσληψη μιας συνολικής ηχητικής-μουσικής τελειότητας εμπόδισε η Γιούτζα Ουάνγκ, τόσο με την αταίριαστη φορεσιά της - με πιο σύγχρονη μουσική, μπορεί να ταίριαζε, καθώς δεν ήταν ακαλαίσθητη, με Μπραμς, όμως, όχι - όσο, κυρίως, με την επίδειξη των πιανίσιμι που έκανε. Στην ερμηνεία, ιδίως, της Πρώτης σονάτας ήταν κυριολεκτικά ... σπάταλη. Μεγάλη η ικανότητά της, εν προκειμένω, αλλά θα πρέπει να τιθασεύσει τη διάθεσή της αυτή, μια και δημιουργεί, έστω και πρόσκαιρα, κάποια ανισορροπία στην ένταση των ήχων.

Η ανισορροπία των ήχων, που ήταν εμφανέστερη στα γρήγορα μέρη της Πρώτης σονάτας, εκμηδενίστηκε, πάντως, σταδιακά - και σύντομα - με την πάροδο του χρόνου. Στα αργά μέρη ήταν και αυτή ανυπέρβλητη.

Ο μεστός ήχος της γεμάτος λυρισμό και τρυφερότητα, ταυτίστηκε με εκείνο τον υπέροχο, στοχαστικό του συνερμηνευτή της. Οι σοφές και λεπτοδουλεμένες αναγνώσεις τους προκάλεσαν μέγιστη αισθητική ηδονή. Αποτέλεσαν, εν κατακλείδι, μιαν ανεπανάληπτη εμπειρία.

Τα κινητά...

Αρκετοί από τους παρόντες, ωστόσο, δεν επέτρεψαν να κοινωνηθεί απρόσκοπτα η μοναδική, η θεσπέσια αυτή εμπειρία. Κάποιοι έπαιζαν με τα κινητά τους τηλέφωνα, μεσούσης μιας ερμηνείας, κάποιοι άλλοι, περισσότεροι αυτοί, έβηχαν ασύστολα στα διάκενα των μερών των έργων, διασπώντας την προσοχή και τραυματίζοντας την ατμόσφαιρα. Προφανώς είχαν σπεύσει για να δουν - και να τους δουν - και όχι για να ακούσουν. Ακόμη και ο ίδιος ο Λεωνίδας Καβάκος φάνηκε ενοχλημένος από την ανεπίτρεπτη αυτή έλλειψη ακροαματικής αγωγής.

Παρά ταύτα, επιδεικνύοντας... μεγαλοψυχία, προσέφερε στο αχαρ(ακτήρ)ιστό ακροατήριο που τον αποθέωνε, ένα γενναιόδωρο μουσικό επιδόρπιο, πέραν του κυρίου εδέσματος, πάντοτε με συνοδοιπόρο τη Γιούτζα Ουάνγκ. Κατά την παλαιόθεν προσφιλή του συνήθεια δώρισε στους παρισταμένους ένα μικρό ρεσιτάλ δομημένο με τρία ανκόρ που ακολουθούσαν τη διάταξη (γοργό-αργό-γοργό).

Αποφορτισμένος από την ένταση της ερμηνείας των έργων του προγράμματος ακροβάτησε υπέροχα ανάμεσα στην ευαισθησία και τη δεξιοτεχνία, απολαμβάνοντας την εξαιρετική συμπαράσταση της συνεργάτιδός του, που και αυτή έμοιαζε να συμμετέχει με την ίδια πρόσχαρη διάθεση σε αυτό το μικρό μουσικό παιχνίδι. Το πρώτο από τα ανκόρ ήταν το μερίδιο του Μπραμς στην τετραμερή συλλογική Σονάτα για βιολί και πιάνο - είναι γνωστή ως Σονάτα FAE - το πρώτο μέρος της οποίας συνέθεσε ο μαθητής του Ρόμπερτ Σούμαν Αλμπερτ Ντίτριχ, το δεύτερο και το τέταρτο ο ίδιος ο Σούμαν και το τρίτο, Σκέρτσο, αυτό, δηλαδή, το οποίο ακούσαμε, ο Μπραμς.

Το δεύτερο ανκόρ ήταν το τρίτο, αργό μέρος, από τη Δεύτερη σονάτα, από τις τρεις για βιολί και πιάνο που συνέθεσε ο Σούμαν. Το τρίτο και τελευταίο ανκόρ, που είχε πανηγυρικό-γιορταστικό χαρακτήρα ήταν ο Ρώσικος χορός από τον Πετρούσκα του Ιγκορ Στραβίνσκι, σε μεταγραφή για βιολί και πιάνο, την οποία έχει εκπονήσει ο ίδιος ο συνθέτης με την αρωγή του βιολονίστα Σάμουελ Ντούσκιν. Ο,τι χρειαζόταν για να αποσπάσουν δικαιολογημένα οι δυο ερμηνευτές μιαν ακόμη καταιγίδα χειροκροτημάτων και επευφημιών.

** Λεωνίδας Καβάκος, ο οικουμενικός

Ο Λεωνίδας Καβάκος έχει καταγραμμένες στο ημερολόγιο των υποχρεώσεών του, από τη στιγμή που συντάσσεται αυτό το κείμενο μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου, 17 συναυλίες ή ρεσιτάλ σε φημισμένες αίθουσες και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, όπως η Αίθουσα Φίλων της Μουσικής της Βιέννης, το Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης, η Συμφωνική Αίθουσα της Βοστόνης, η Κοντσέρτχεμπάουμ του Αμστερνταμ, το Τεάτρο Κομουνάλε της Φλωρεντίας.

Συμπράττει με σπουδαίες ορχήστρες όπως η Συμφωνική της Βιέννης, η Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστόνης, η Κοντσέρτχεμπάουμ του Αμστερνταμ, η Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι της Πόλης του Αγ. Πέτρου, η Ορχήστρα της Εθνικής Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας και η Ορχήστρα του Μουσικού Φλωρεντινού Μάη, συνεργάζεται με διακεκριμένους αρχιμουσικούς (Ντανιέλε Γκάτι, Βάλερι Γκέργκιεφ) και σολίστ (Ενρίκο Πάτσε, Γιούτζα Ουάνγκ), ενώ, όχι σπάνια, διευθύνει και ο ίδιος τα μουσικά σύνολα με τα οποία συμπράττει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μουσικογραφήματα