Έντυπη Έκδοση

Μένης Κουμανταρέας, Βασίλης Βασιλικός

Η ακριβή ποιότητα μιας φιλίας μέσα από τη νεανική τους αλληλογραφία

Το επιστολικό τους πάρε-δώσε ξεκινάει όταν ο Βασιλικός, δευτεροετής στη Νομική, έχει ήδη τραβήξει την προσοχή με τη «Διήγηση του Ιάσονα», ενώ ο Κουμανταρέας, φανατικός φιλόμουσος, φλερτάρει άδοξα με το θέατρο και την ποίηση

«Τι δουλειά έχει ετούτος ο ναύτης εδώ;», ρώτησε περιπαιχτικά ο Βασίλης Βασιλικός, με το που πρωτοαντίκρισε τον Μένη Κουμανταρέα. Αυτή την ανάμνηση τουλάχιστον διατηρεί ο τελευταίος από την πρώτη τους συνάντηση στα μέσα της δεκαετίας του '50, σ' ένα ζαχαροπλαστείο στην Πανεπιστημίου που δεν υπάρχει πια.

 «Ξέρω ότι ο Βασίλης το θυμάται διαφορετικά, αλλά εγώ δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία! Ηταν την εποχή που υπηρετούσα στο Ναυτικό, κι ήμουν στο πατάρι του Picadilly με τον Χατζιδάκι -ίσως και με τον Γκάτσο- και στη φωνή του διέκρινα έναν τόνο... λιγάκι απαξιωτικό!». Πράγματι, όμως, ο Βασιλικός ανακαλεί τη γνωριμία τους αλλιώς: «Είχα κατέβει από τη Θεσσαλονίκη κι όπως κάθε φορά που ερχόμουν στην Αθήνα έμενα στο σπίτι του Μάνου. Βλέπω λοιπόν να βγαίνει απ' την κουζίνα ένας όμορφος, μελαχρινός ναύτης -με κοντά παντελόνια, αν δεν κάνω λάθος- κι ακούω τον Χατζιδάκι να μου λέει: από δω ο φίλος μου ο Μένης, ο οποίος γράφει! Πώς θα μπορούσα να είμαι απαξιωτικός; Ο Μάνος μού τον σύστηνε όχι απλώς ως φίλο του αλλά και ως συνάδελφό μου. Αποκλείεται να τα μπλέκω!».

Οπως και να 'χει, ο 20χρονος Βασιλικός κι ο 23χρονος Κουμανταρέας άρχισαν έκτοτε να κάνουν παρέα και καθώς το περισσότερο διάστημα τους χώριζαν εκατοντάδες χιλιόμετρα, έπιασαν να επικοινωνούν και γραπτώς. Και να που σήμερα, τα γράμματα που αντάλλαξαν από το 1954 ώς το 1960 απλώνονται με τη φροντίδα του Θανάση Νιάρχου σ' έναν τόμο των εκδόσεων «Τόπος», αποκαλύπτοντάς μας την ποιότητα της φιλίας τους, τις πνευματικές αλλά και τις ερωτικές τους ανησυχίες, τις συγγραφικές τους φιλοδοξίες καθώς και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στον κοινωνικό τους περίγυρο. Οπως επισημαίνει ο Νιάρχος στον πρόλογό του, το ατημέλητο ύφος και ο αυθόρμητος χαρακτήρας των επιστολών φανερώνουν παντελή απουσία δεύτερων σκέψεων. Δεν αλληλογραφούν με την προοπτική ότι γράμματά τους πρόκειται κάποτε να δημοσιευτούν, νοιάζονται αποκλειστικά για το δικό τους παρόν και με τη δέουσα προσοχή, ώστε να μη θίξουν ούτε όμως και να ξεγελάσουν ο ένας τον άλλο, περνούν από κόσκινο τα νεανικά τους χειρόγραφα.

Κινούμενοι και οι δυο στον αστερισμό που σχηματίζουν ο... «γλυκός διαφθορέας» Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, η Καίη Τσιτσέλη, ο Μίνως Αργυράκης, με τις κεραίες τεντωμένες για να ρουφήξουν ό,τι καλό έχει εκδοθεί εντός συνόρων και εκτός, ειλικρινείς αλλά και διακριτικοί ταυτόχρονα, σαν ν' απολαμβάνουν τη γραπτή τους επικοινωνία πιο πολύ κι από τη φυσική. Είναι τα χρόνια που ο Κουμανταρέας διαβάζει Κάφκα, Καζαντζάκη και Τσβάιχ και που ο Βασιλικός του συστήνει τον Ντάρελ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγέ και τον Καμί, φροντίζοντας παράλληλα να του υπενθυμίσει πως «δυστυχώς, η έμπνευση είναι ίδια με την σεξουαλική πράξη: όπως κι εκείνη, έτσι κι αυτή κρατάει μόνο ένα δευτερόλεπτο, μα έχει συνέπειες μεγάλες. Κι οι συνέπειες της έμπνευσης είναι πολλή, συνεχής, ξεθεωτική μέχρις αιμόπτυση, εργασία»...

Το επιστολικό τους πάρε-δώσε ξεκινάει όταν ο Βασιλικός, δευτεροετής φοιτητής στη Νομική του Αριστοτελείου, έχει ήδη τραβήξει την προσοχή με την «Διήγηση του Ιάσονα», ενώ ο Κουμανταρέας, φανατικός φιλόμουσος από τότε, ασφυκτιώντας στον οικογενειακό και στον υπαλληλικό κορσέ του, φλερτάρει άδοξα με το θέατρο και την ποίηση. Ως το 1960, ο πρώτος θα 'χει δημοσιεύσει επίσης τα «Θύματα ειρήνης», θα 'χει ξεμπερδέψει με τη στρατιωτική θητεία του και θα' χει ξεκινήσει σπουδές κινηματογράφου στην Αμερική, ενώ ο δεύτερος θα έχει επιχειρήσει να εγκαταλείψει οριστικά την πατρική εστία χωρίς επιτυχία, θα 'χει απολαύσει άφθονα «αμαρτωλά» νυχτοπερπατήματα και θα 'χει ολοκληρώσει μια αυτοβιογραφική νουβέλα την οποία, όπως και τα άλλα του πρωτόλεια, θα την κρατάει μακριά απ' τα ξένα μάτια, στα συρτάρια του. Απ' ό,τι φαίνεται, από εκείνη τη χρονιά κι έπειτα, δεν αντάλλαξαν άλλα γράμματα. Κι αν σταδιακά, με το πέρασμα των δεκαετιών οι συναντήσεις τους αραίωσαν, και οι δυο εξακολουθούν να κρατούν μέσα τους την «ακριβή ποιότητα της φιλίας» τους σαν φυλακτό. Ιδού μια πρόγευση από τις σελίδες του βιβλίου.

Αθήνα, 30 Απριλίου 1955

Βασίλη μου,

...Νομίζω ότι ο ερχομός σου στην Αθήνα στερέωσε μια σχέση πάρα πολύ ωραία. Είμαι υπερήφανος για τη φιλία μας, γιατί και οι δύο έχουμε πολλά πράγματα να δώσουμε (...). Τι να κάνεις αυτή τη στιγμή άραγε; Βρίσκεσαι στην «κρύα» και «ξινή» κάμαρή σου; Διαβάζεις; Ονειρεύεσαι; 'Η σκέφτεσαι καμιά κοπέλα Αθηναία με κούρσα, ή με πατέρα διάσημο συγγραφέα, ή με πολύ ωραία πόδια, ωραία μαλλιά, ωραίο κορμί και με εραστή έναν μεταφραστή του πολιτικού γραφείου; (...) Θα' θελα να σου είμαι βοήθεια στη μοναξιά σου και στη μοναξιά της πολιτείας που αγαπάς και μισείς τόσο δικαιολογημένα. Αλλά δεν ξέρω πώς. Ισως γιατί κι εγώ, απ' τη δική μου πλευρά, στην αγαπητή και πληκτική πολιτεία μου είμαι το ίδιο μόνος και περισσότερα απ' όλα δυστυχισμένος.

Λυπάμαι που σου γράφω αυτή την τελευταία λέξη, αλλά είναι αλήθεια, μια αλήθεια ξαφνική σαν κεραυνός που με συγκλονίζει από τα χθες. Μόνο επειδή ήταν το δικό σου γράμμα μπόρεσα να το διαβάσω ψύχραιμα, να το χαρώ και να μπορέσω να σε σκεφτώ και σένα, γιατί πρέπει να σου πω ότι γύρω από το μυαλό μου έχει πέσει ένας σκοτεινός πέπλος που με σφίγγει ολόκληρο και δεν ν' αφήνει να σκεφτώ τίποτα άλλο. Δεν ξέρω πώς να σ' το εξηγήσω. Γίνομαι άραγε κατανοητός αν σου πω ότι ακριβώς τον καιρό αυτό που ήθελα να είμαι μόνος, λυτρωμένος από κάθε «αισθηματική» σχέση, ελεύθερος και απερίσπαστος, και νόμιζα ότι ήμουν, ανακάλυψα ξαφνικά ότι είχα λάθος; Περιορίζομαι σ' αυτά τα λίγα και γριφώδη, δεν είμαι σε κατάσταση να σου πω περισσότερα (...) Αν δεν ανοίγομαι είναι γιατί θα υποφέρω. Μισώ να σου στέλνω απαισιόδοξα γράμματα, μόνο με την ιδέα ότι μπορώ να σε μελαγχολώ γιατί μου συμβαίνει κάτι, συγχώρεσέ με...

Σε φιλώ, Μένης

Θεσσαλονίκη, 4 Μαΐου 1955

Μένη,

πήρα το πολύ θερμό και συγκινητικό σου γράμμα σήμερα το πρωί κι αμέσως κάθομαι να σου γράψω (...). Μένη, από τι υποφέρεις λοιπόν; Επεσες πάλι θύμα της υπερβολικής σου συναισθηματικότητας; Και τι αφορμή έχει αυτός ο έρωτάς σου; Πρώτα πρώτα, πες μου το είδος του. Θα χαρώ πολύ αν είναι με κοπέλα, αλλά και με αγόρι να είναι, μη νομίζεις ότι θα με πειράζει. Μόνο μου φαίνεται πως με σένα, αν τα πράγματα είναι μπερδεμένα, δεν είναι αυτό αποτέλεσμα της φύσης σου, αλλά της συναισθηματικότητάς σου. Δεν θέλω να σου δώσω συμβουλές - προς Θεού. Προσπαθώ μονάχα να σ' εξηγήσω, δηλαδή από τα λίγα που μου είπες να βγάλω δικά μου συμπεράσματα. Αλλά αυτά τα πράγματα δεν λύνονται ποτέ με αλληλογραφία και μόνο όταν βρεθούμε σύντομα πάλι μαζί θα τα πούμε. Δε συμφωνείς; Με συγχωρείς λοιπόν που άνοιξα ένα θέμα χωρίς την πρόθεση να το εξαντλήσω. Σαν αντιφάρμακο όμως της τωρινής σου απόγνωσης, που ελπίζω κι εύχομαι να έχει περάσει η κρίσιμη καμπή της, έχω να σου προτείνω ένα έξοχο καλοκαιρινό πρόγραμμα που, από τότε που επισκέφτηκα τον Βόλο κι είδα το υπέροχο Πήλιο με τ' ανθισμένα χωριά του, δεν πέρασε στιγμή που να μην παιδεύει. Κι η χαρά μου φυσικά θα 'ναι μεγαλύτερη αν δεχτείς αυτό το όνειρό μου να το πραγματοποιήσουμε μαζί (...)

Ζητάς δικά μου ουσιαστικά νέα: κυρίως διαβάζω νομικά. Τίποτα άλλο. Είμαι κι εγώ θανάσιμα ερωτευμένος με εκείνη την κοπέλα που σου έλεγα, αλλά παρ' όλο που βρίσκω κοντά της ανταπόκριση, περνώ μια κρίση συνείδησης. Θα σου τα εξηγήσω προφορικά, το μόνο που μπορώ να σου πω τώρα είναι ότι η κοπέλα αυτή πρόκειται να αρραβωνιαστεί κι ο αρραβωνιαστικός της βρίσκεται στρατιώτης. Αξίζει αφάνταστα. Δεν θα μπορέσω να σου περιγράψω το τι αξίζει παρά μόνο όταν τη χάσω οριστικά. Εργάζομαι ελάχιστα πάνω στα «Εφτά απογεύματα». Βλέπεις, έγινες και νονός του πιο δραματικού μου βιβλίου.

Σε φιλώ πολύ, γράψε μου αμέσως,

Βασίλης

6 Ιουλίου 1956

Αγαπητέ μου Βασίλη,

(...) Καλά έκανες να γράψεις τα «Θύματα». Πώς αλλιώς θα έκανες, αφού είχες να πεις τόσα πράγματα γύρω από τη μεταπολεμική σου ανησυχία, την ασφυκτικά κλεισμένη στη βορινή πολιτεία σου; Πώς να καταπιαστείς με «Ιάσονες» ενώ μεγαλώνεις εσύ και μικραίνει ο χώρος σου γύρω; Και δεν το έριξες στη φυγή, αλλά αντίθετα κοίταξες τη Θεσσαλονίκη με πείσμα στα μάτια και της έταξες την πρώτη θέση στα «Θύματα», γιατί χωρίς αμφιβολία αυτή είναι ο ήρωας που προβάλεις περισσότερο από κάθε άλλον (..). Αλλά γιατί όμως την εγκαταλείπεις στο τρίτο μέρος, εκεί που ίσα ίσα θα μπορούσες να την προβάλλεις για να καλύψεις αδυναμίες που κάνουν το βιβλίο σου να χωλαίνει και που απαιτούν έναν πολύ επιτήδειο χειρουργό για να το επαναφέρουν στην ισορροπία του; Αλλά σκέφτομαι, πώς να μη λυγίσεις στο τελευταίο αυτό μέρος, όταν έχεις να κάνεις με εγκλήματα, με πλεκτάνες, πολύ έξω από τον ωραίο σου χαρακτήρα και ήθος. Εδώ φαίνεσαι ακόμα πολύ αγνός, πολύ απείραχτος από εξωτερικές καταστάσεις. Εδώ πια η φαντασία μόνη δεν αρκεί να αναπληρώσει αυτό που πολλοί ονομάσανε βίωμα. Γι' αυτό και η «εγχείρηση» είναι αμφίβολη για το αποτέλεσμά της (...) Θα σε παρακαλούσα Βασίλη μου, να έριχνες πάλι μια ματιά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου σου, να δεις αν μπορείς να κάνεις τίποτα, αλλιώτικα άσε τις και δέξου μια άλλη γνώμη, όπως του Γκάτσου, που θα σε βοηθήσει να δεις ίσως τα πράγματα πιο καθαρά.

Τα «Θύματα» μου έδωσαν τη σιγουριά ότι θα μπορέσεις μια μέρα να γράψεις πάρα πολύ καλά (...). Αυτό που σου χρειάζεται είναι να φύγεις γρήγορα από τη Θεσσαλονίκη, να πας στο Παρίσι ή όπου αλλού νομίσεις, και να κοιτάξεις να είσαι πάντα το ίδιο αγνός και το ίδιο ωραίος στην ψυχή, έστω κι αν αυτά τα δυο σου κοστίσουν πάρα πολλά - και συνήθως κοστίζουν. Ν' αποφεύγεις τη φθορά, με δυο λόγια. Να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου γιατί του αξίζει και να μη μένεις ποτέ μόνο μ' αυτή την εμπιστοσύνη, να προχωράς ολοένα πιο πέρα και πιο βαθιά στη μεγάλη σπηλιά της τέχνης, προσέχοντας να διατηρείς τον δαυλό σου αναμμένο (...). Σε φιλώ, Μένης

9 Οκτωβρίου 1959

Μένη μου,

(...) Σαν φίλος σου που είμαι, παίρνω το θάρρος να σου πω μερικά πράγματα γυμνά, γιατί σε ξέρω χρόνια τώρα και η φιλία μας, μ' όλες τις διακυμάνσεις της, δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, μια φιλία που είναι πιο αποτελεσματική και καρποφόρα από μιαν αγάπη, αν είναι ποιότητας και αξίας, όπως πιστεύω πως είναι η δική μας.

Λοιπόν, αρχίζω: η παρέα σου με τον Μάνο, η συνύπαρξή σου μάλλον, μ' έναν άνθρωπο τόσης πραγματικής αξίας και τόσο πηγαίου ταλέντου, σε άφησε μερικά κατάλοιπα που δεν ταιριάζουν με την ειδικότητα της Τέχνης που βάλθηκες λειτουργός της. Στην πρόζα σου γενικά, γιατί γι' αυτήν μιλάω, υπάρχουν ψευδοποιητικά στοιχεία. Ξέρω τη θεωρία της ποιήσεως του Μάνου, και είμαι σε θέση να πω με σιγουριά, ότι οι ψευδοποιητικές φράσεις που υπάρχουν στο βιβλίο σου* είναι μακρινή απήχηση του Μάνου (...). Ξέρω πως μια από τις μεγαλύτερες ικανοποιήσεις σου θα είναι αν ένα πράγμα που γράψεις και δημοσιεύσεις, το δει, το διαβάσει και του αρέσει του Μάνου. Το καταλαβαίνω αυτό απόλυτα, απόλυτα. Μονάχα που δεν είναι, κατ' εμέ, ο σωστός δρόμος για να ξεκινήσεις. Πρέπει να γράψεις κάτι που θα 'σαι σίγουρος πως δεν θα του αρέσει του Μάνου, του Ελύτη, ή του Γκάτσου. Αυτό θα μου πεις, είναι το ίδιο αρνητικό. Τότε γράψε κάτι που αρέσει μόνο σε σένα, γυμνός όμως απ' οποιαδήποτε επίδραση φίλου ή γνωστού σου. (...) Αν δοκιμαστείς στο να μη γράψεις γοητευτικά, αλλά ένα πράγμα γυμνό, απαίσιο, που να μυρίζει, βρομερό, σιχαμερό, κι ωστόσο ανθρώπινο, νομίζεις πως δεν θα τα καταφέρεις; Κάνε ένα πείραμα. Τι χάνεις; Μην ξεχνάς ότι όλα τα μεγάλα έργα του Πικασό ήταν πειράματα που έκανε ο ίδιος (...).

Με όλη μου την αγάπη, Βασίλης

Ο Βασίλης Βασιλικός με τη μητέρα του το 1952 Ο Βασίλης Βασιλικός με τη μητέρα του το 1952 * σ.σ.: Το χειρόγραφο στο οποίο αναφέρεται ο Βασιλικός είναι η αυτοβιογραφική νουβέλα του Κουμανταρέα «Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ» που εκδόθηκε το 2011 (Κέδρος

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Συγγραφείς/Συγγράμματα
Πρόσωπα
Διηγήματα/Εξιστορήσεις
Πρόσωπα & Γεγονότα
Μουσική
Αφιέρωμα