Έντυπη Έκδοση

Φασίστες έκθετοι, άδειοι, χαραμισμένοι

Το αριστούργημα του Εντεν Φον Χόρβατ «Σλάντεκ» στην παράσταση του Δημήτρη Καραντζά, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κεχαγιόγλου, αποκαλύπτει πως τίποτα δεν έχει αλλάξει από τη Γερμανία του 1923 και την επώαση του φασισμού

Δύσκολα υποπτεύεται κανείς τις προφανείς ή υπόγειες αντιστοιχίες τού αριστουργήματος του Εντεν Φον Χόρβατ «Σλάντεκ» που γράφτηκε το 1929 και διαπραγματεύεται την εύφλεκτη εποχή της επώασης του ναζισμού στη Γερμανία, με τη σύγχρονη ελληνική παθογενή πολιτική κατάσταση.

Η Μαρία Κεχαγιόγλου, μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς μας, ενεργός πολίτης και πρωταγωνίστρια της παράστασης του σχεδόν άγνωστου στο ελληνικό κοινό έργου του Χόρβατ (παρουσιάζεται στο Θέατρο Πόρτα, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά), μας μίλησε για τους σύγχρονους Ελληνες που εκπαιδεύονται, όπως ο Σλάντεκ, δολοφόνοι για το «καλό της πατρίδας», με την ανοχή της Πολιτείας, την προπαγάνδα εναντίον των Ελλήνων και την αφυπνιστική ικανότητα του σημαντικού δραματουργού και συγγραφέα, μεταξύ άλλων, του μυθιστορήματος «Νέοι χωρίς θεό».

Η δράση του θεατρικού που ενέπνευσε τον Δ. Καραντζά, μετά την «Ελένη» του Ευριπίδη και τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου» του Δ. Δημητριάδη, μας μεταφέρει στην ηττημένη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία του 1923. Η χώρα έχει υπογράψει την ατιμωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, σύμφωνα με την οποία είναι υποχρεωμένη να εκχωρήσει εδάφη της και να πληρώνει υψηλούς φόρους στις νικήτριες δυνάμεις. «Η περίοδος 1919-1933 είναι ασταθής καθώς οι κυβερνήσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εναλλάσσονται χωρίς να καταφέρνουν να δημιουργήσουν πολιτική σταθερότητα. Ο πληθωρισμός και η ανεργία φέρνουν συνθήκες φτώχειας και παράλληλα γιγαντώνεται το ναζιστικό κίνημα καθώς οι δημοκρατικές κυβερνήσεις αναγκάζονται όλο και περισσότερο να εγκολπώσουν μέσα τους φασιστικά στοιχεία προκειμένου να ισχυροποιηθούν», μας αφηγείται η Μαρία Κεχαγιόγλου. Ο Χόρβατ -προσθέτει- τοποθετεί τον ήρωά του, τον Σλάντεκ, μέσα σε αυτή την χρονική περίοδο, και τον ενδιαφέρει να «καταδείξει τις κοινωνικές δυνάμεις από τις οποίες δημιουργήθηκε ο συγκεκριμένος τύπος: είναι άνεργος, πνευματικά περιορισμένης αντίληψης, αλλά θεωρεί ότι σκέφτεται αυτόβουλα. Διαβάζει εφημερίδες που προπαγανδίζουν υπέρ μιας Γερμανίας που οφείλει να ξαναβρεί τη χαμένη της τιμή, τη δύναμή της. Ο περιβάλλων χώρος σφύζει από πατριωτικά συνθήματα, ρατσιστικές επιθέσεις, επιθέσεις σε άτομα με αντίθετη άποψη, σεξιστικά σχόλια για τις γυναίκες».

Ο Σλάντεκ θέλει να ενσωματωθεί στον παρακρατικό εγκληματικό εθνικιστικό Μαύρο Στρατό και «προκειμένου να αποδείξει ότι είναι ικανός γι' αυτό συνεργεί και στη δολοφονία της ερωμένης του, ως προδότρια της χώρας».

Ο Χόρβατ, προσπαθώντας να καταλάβει την εποχή του, «φωτίζει» παράγοντες που εξέθρεψαν το φασιστικό κίνημα. «Ετσι εμφανίζει στο έργο τους εκπροσώπους της πολιτικής, της δικαστικής και της αστυνομικής εξουσίας (που παίζονται, όπως ζητά ο συγγραφέας, από τον ίδιο ηθοποιό) αποκαλύπτοντας την αλληλοεξάρτηση, την συγκάλυψη και τη διαφθορά τού συστήματος. Η πολιτική εξουσία ζητά από το Μαύρο Στρατό να διαλυθεί γιατί «η Ανωτάτη Αρχή πρέπει να είναι δημοκρατική επισήμως για να μπορεί να καταλύσει τη Δημοκρατία ανεπισήμως». Υπόσχεται να τακτοποιήσει τα μέλη του Μαύρου Στρατού σε κρατικές θέσεις, όπως και να τους απαλλάξει από δικαστικές κατηγορίες». Η αστυνομική εξουσία συλλαμβάνει μόνο τον Σλάντεκ και οι υπόλοιποι διαφεύγουν στη Νικαράγουα. «Σε άλλη δίκη, ο ίδιος δικαστής δικάζει με συνοπτικές διαδικασίες έναν άλλο ήρωα, ένα διανοούμενο αντιφασίστα ειρηνιστή, χωρίς υπεράσπιση και τον καταδικάζει ως τρομοκράτη που εναντιώνεται στο Κράτος».

- Με ποιο ακριβώς τρόπο διαχειρίζεται ο Χόρβατ αυτό το εύφλεκτο ιστορικό υλικό;

«Σχεδόν σαν επιστήμονας ενώνει τις ψηφίδες μεταξύ τους και σιγά σιγά αποκαλύπτει στον αναγνώστη-θεατή μιαν αλήθεια. Τον βοηθά να κατανοήσει πώς "παίζεται" το παιχνίδι».

- Η θεώρησή του είναι πεσιμιστική πάντως.

«Το έργο ξεκινά με μια στυγνή δολοφονία, ακολουθεί μια ζοφερή περιδιάβαση στα έγκατα του Μαύρου Στρατού, αποκαλύπτει τα βρωμερά παιχνίδια της εξουσίας και καταλήγει στο τίποτα. Ο Χόρβατ επιλέγει να τελειώσει τον ήρωά του μόνο, δυστυχή, γελασμένο, σε ένα τοπίο επίσης διαλυμένο. Ο συγγραφέας θέλει να ξυπνήσει τον θεατή. Δεν έχει άλλο δρόμο από το να του δείξει πόσο άσχημα είναι πραγματικά τα πράγματα».

- «Η ανθρώπινη φυλή δεν αγαπά τον Σλάντεκ. Κι ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τους λαούς. Αυτή την εποχή δεν μας αγαπά κανείς. Είμαστε μισητοί. Και μόνοι». Αυτό πώς θα μπορούσε να μεταφερθεί στην Ελλάδα;

«Αυτή είναι όντως μια φράση του Σλάντεκ, στην οποία παπαγαλίζει κομμάτια μιας προπαγάνδας που επιδιώκει την πόλωση και το μίσος. Κάτι αντίστοιχο γίνεται τελευταία με την Ελλάδα».

- Δηλαδή;

«Υπάρχει προπαγάνδα εναντίον μας που εξυπηρετεί συγκεκριμένες τακτικές. Τακτικές που θυμίζουν πόλεμο. Κατασκευάζεις ένα μισητό λαό, τον απομονώνεις και τον χτυπάς».

- Μέλη του φασιστικού Μαύρου Στρατού που εξέθρεφε στον Μεσοπόλεμο στυγερούς δολοφόνους παραδέχονται: «Δεν είμαστε πια στρατιώτες, παρά άθλιοι ληστές, δειλοί δολοφόνοι. Δεν αγωνιζόμαστε τίμια εναντίον κάποιου εχθρού, αλλά ύπουλα και άνανδρα εναντίον παιδιών, γυναικών και πληγωμένων». Φράσεις που δημιουργούν αυτομάτως συνειρμούς για τη δράση της δικής μας Χρυσής Αυγής.

«Οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει άνετα τους συνειρμούς του. Ο Χόρβατ δεν γράφει διδακτικά. Επιδιώκει την αφύπνιση μέσω της γνώσης».

- Ωστόσο, σε ποιό βαθμό αυτοί οι συνειρμοί επηρέασαν την προετοιμασία της παράστασης και ενδεχομένως την ίδια την παράσταση;

«Ούτε η παράσταση φυσικά είναι διδακτική, ούτε είναι σχολιαστική. Την πραγματικότητα της Χρυσής Αυγής την ξέρουμε πάρα πολύ καλά. Δεν χρειάστηκε να την επαναφέρουμε στην πρόβα. Δεν αναφερθήκαμε ποτέ σε αυτήν».

- Τα μέλη της Χ.Α. μοιάζει να είναι οι σημερινοί Σλάντεκ.

«Ο Χόρβατ κατασκευάζει έναν ήρωα με ιδεολογικό κομφούζιο, προϊόν κοινωνικών συνθηκών, όχι για να τον δικαιολογήσει, αλλά για να τον αφήσει στο τέλος της διαδρομής του απελπιστικά έκθετο, άδειο, με χαραμισμένη την ύπαρξή του».

- Τι εξέθρεψε το τέρας του φασισμού στη χώρα μας;

«Οποιος θέλει να μάθει γι'αυτό μπορεί να δει το ντοκιμαντέρ "Φασισμός Α.Ε.". Στην ανάπτυξή του βοηθούν η πλήρης απαξίωση του πολιτικού συστήματος και της ίδιας της δημοκρατίας, η υποκουλτούρα και η χειραγώγηση της τηλεόρασης, ο σκληρός ανταγωνισμός, η συσσωρευμένη βία και ταπείνωση που έχει δεχτεί ο καθένας».

- Είστε μια ηθοποιός με μεγάλη εμπειρία που αφήνεται στα χέρια του πρωτάρη, ταλαντούχου Δημήτρη Καραντζά. Πώς είναι η συνεργασία;

«Είμαι τυχερή γιατί μετά από 25 χρόνια στο θέατρο συνεχίζονται και έρχονται συναντήσεις με ανθρώπους ευαίσθητους, οξυδερκείς, αφοσιωμένους στην τέχνη τους, όπως είναι ο Δ.Καραντζάς, αλλά και όλη η ομάδα με την οποία δουλεύουμε τώρα. Ο Δημήτρης έχει ένα δικό του τρόπο να διαβάζει τα κείμενα Διαπερνάει τις σελίδες. Οταν πιστεύεις σε κάποιον δεν μπορείς παρά να αφεθείς».

- Το θέατρο σας έχει κάνει καλύτερο άνθρωπο;

«Σε κάποια πράγματα δεν τα πήγα καλά. Σε κάποια αλλά μετατοπίστηκα προς το καλύτερο. Και σε αυτό με βοήθησε το θέατρο. Η ζωή , όσο μεγαλώνουμε, μας κάνει σκληρότερους, πιο περιχαρακωμένους. Το θέατρο μάς βοηθά να κατανοούμε κομμάτια του εαυτού μας και των άλλων. Μας θυμίζει την ανθρώπινη υπόστασή μας».

- Πώς βιώνετε την κρίση;

«Κοντεύω τα 50 και δουλεύω διπλάσια και με λιγότερα χρήματα από όταν ήμουνα 30. Δεν ξέρω πώς θα ζω όταν δεν θα μπορώ να δουλεύω ή σε περίπτωση που θα αρρωστήσω. Να μη μιλήσω ασφαλώς και για τις ευπαθείς ομάδες, τους ηλικιωμένους ή τους νέους που χρειάζονται στήριξη... Ειδικότερα όμως στο θέατρο, έχουνε φυτρώσει παραγωγοί που πίνουν το αίμα των εργαζομένων! Ολα τα περί αναθεώρησης που φέρνει η κρίση τα ακούω και γελάω. Το πρώτο πράγμα που βάλλεται σε τέτοιες συνθήκες είναι η αλληλεγγύη. Οσο βαθαίνει η κρίση τα πράγματα αγριεύουν περισσότερο. Κι απέναντί μου έχω ένα κράτος εχθρό. Με δεσμεύει αλλά δεν τηρεί τις δεσμεύσεις του! Με υποχρεώνει να πληρώνω όλο και μεγαλύτερες εισφορές και φόρους, ενώ οι κοινωνικές μου παροχές ελαχιστοποιούνται. Με βαράει και με τρομοκρατεί αν τολμήσω να διαμαρτυρηθώ. Μου πετάει λάσπες ότι τα έχω φάει κι εγώ, ότι είμαι τεμπέλης δημόσιος υπάλληλος ή διεφθαρμένος συνδικαλιστής. Αυτό που ονομάζουν κρίση εγώ το ονομάζω επιβολή σκληρότατου νεοφιλελευθερισμού».

- Βλέπετε φως στο τούνελ;

«Δεν υπήρξα ποτέ οπαδός κάποιου κόμματος. Ωστόσο, μετά από τις μεγάλες πορείες των πρώτων μνημονίων και μέχρι τις εκλογές του '12 κάτι είχε αναθαρρήσει μέσα μου. Οσο όμως βλέπω τον κομματικό μηχανισμό, την μικροπολιτική και την ψηφοθηρία, τη συνομιλία με εκπροσώπους του παλιού κατεστημένου, τόσο αποστασιοποιούμαι. Και τελικά καταλήγουμε να διεκδικήσουμε ένα κατά τι αγριότερο καπιταλισμό;»

i info

«Σλάντεκ» του Χόρβατ. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς. Μετάφραση-βοηθός σκηνοθέτης: Θεοδώρα Καπράλου. Ηχητική δραματουργία-Μουσική κειμένου: Δημήτρης Καμαρωτός. Σκηνικά-Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Κίνηση: Σταυρούλα Σιάμου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Ερμηνεύουν: Αντώνης Αντωνόπουλος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννης Κλίνης, Αρης Μπαλής, Μιχάλης Οικονόμου, Αργύρης Πανταζάρας, Αινείας Τσαμάτης. Θέατρο Πόρτα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Συνεντεύξεις
Παραστάσεις