Έντυπη Έκδοση

Η βλαπτική εμμονή της αυθεντικότητας

*Αρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην «Καθημερινή» (11.11.2014)

«Ο χειμερινός ήλιος, πολύ πιο ζεστός απ' ό,τι αν ο ημερολογιακός χρόνος συμβάδιζε με τον διαταραγμένο πια χρόνο της φύσης, ευεργέτησε την Κυριακή την Αθήνα. Κι έτσι ο Μαραθώνιός της έσπασε τα ρεκόρ του σε συμμετοχή, Ελλήνων και ξένων, διάσημων, ημιδιάσημων και αφανών.

Οι αφανείς, με τους απαραίτητους τσολιάδες ανάμεσά τους, στη μνήμη του Σπύρου Λούη, και με τους αρχαιοπρεπώς ενδεδυμένους στη μνήμη του Φειδιππίδη, κι ας μην είπε αυτός το "Νενικήκαμεν", έτρεξαν για να χαρούν μια μέρα την πόλη τους, τον νομό τους καλύτερα, ακατάκτητο από τα αυτοκίνητα. Από τους διάσημους και ημιδιάσημους, πολιτικούς και φιγούρες του καθ' ημάς σελεμπριταριάτου, πολλοί έτρεξαν όχι για να δουν την κλασική διαδρομή ή πόσο αντέχουν, αλλά για να τους δουν οι "ανώνυμοι" και να τους θαυμάσουν. Τα συνήθη. Εύκολα ξεπερνιούνται.

Εκείνο που δεν φαίνεται ότι θα το ξεπεράσουμε ποτέ είναι η επιμονή μας, η εμμονή μας μάλλον, στην "αυθεντικότητα". Αυτός είναι άλλωστε ο επίσημος χαρακτηρισμός του αθηναϊκού Μαραθωνίου: "Ο αυθεντικός - The authentic". Στο μυαλό μας, στην κανοναρχημένη συνείδησή μας, η αυθεντικότητα ταυτίζεται απολύτως με την αρχαιότητα, στη λαμπρότερη φυσικά εκδοχή της, δηλαδή στην πλέον εξιδανικευμένη. Φάνηκε αυτό και στις δηλώσεις των παρευρεθέντων πολιτικών, όσων έτρεξαν στον Μαραθώνιο και όσων προσέτρεξαν στο Καλλιμάρμαρο, παρωθημένοι από τον πόθο της δημοσιότητας. Σχεδόν όλοι θεώρησαν υποχρέωσή τους να ξαναπούν τα τετριμμένα περί κοιτίδας και γνησιότητας.

Σαν αυθεντικό, σαν άξιο και θαυμαστό εννοούμε (και νοσταλγούμε) το παλιό. Κι όσο πιο παλιά πάμε τόσο περισσότερη αυθεντικότητα βρίσκουμε. Το νέο, ό,τι κι αν αφορά, το κρίνουμε μέτριο στην καλύτερη περίπτωση, και στη χειρότερη -και πιο συνηθισμένη- σαφέστατα υπολειπόμενο, κακέκτυπο, νόθο. Το έζησε αυτό τραυματικά ο τόπος επί μακρόν με την πλήρη απαξίωση της γλώσσας που μιλούσαν οι κάτοικοί του, της δημοτικής, εν ονόματι της καθαρεύουσας, που την παράσταιναν σαν αυθεντική ή έστω κληρονόμο της αυθεντικότητας ενώ ήταν ένα φτιαχτό ιδίωμα που δεν το χρησιμοποιούσαν στην "κανονική" τους ζωή ούτε οι φανατικότεροι υπερασπιστές του. Κι ωστόσο, έχει ακόμα αρκετούς θαυμαστές και διακινητές ο μύθος περί "φτωχής νέας ελληνικής".

Την ίδια λογική, της μείωσης του παρόντος εν ονόματι του παρελθόντος, που το προβάλλουμε σαν αποκλειστικά αγλαό παρά τις ποικίλες σκοτεινές περιοχές και εποχές του, την αναγνωρίζουμε στη ρητορική εκείνη που χαρακτηρίζει ευτελιστικά "Ελλαδίτσα" τη νέα Ελλάδα, τη χώρα μας. Την κρίνει, βλέπετε, αυτονοήτως ασήμαντη μπροστά στο μέγεθος της μεγαλεξανδρινής αυτοκρατορίας ή της βυζαντινής.

Ας την εμπιστευτούμε και λίγο αυτήν την Ελλαδίτσα, έστω έτσι όπως τη φτιάχνουμε όλοι μαζί, στο μέτρο του ο καθένας και από το πόστο του. Δεν είναι ανάγκη να φοράμε χλαμύδα σε όλα τα όνειρά μας. Και με τα τζιν γίνεται δουλειά. Αρκεί να βρούμε κατιτίς να ονειρευτούμε για το κοινό μας μέλλον. Κάτι που να ενώνει περισσότερους απ' όσους χωρίζει».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Τυπογραφείο