Έντυπη Έκδοση

Στη σκιά τουρκικής πειρατείας

«Εχουν γίνει μοιραία λάθη στο Αιγαίο και αλλού. Χάσαμε νησιά δίχως τότε να το καταλάβουμε...». Αυτά είναι λόγια του Μεσούτ Γιλμάζ, τα οποία διατύπωνε με σκεπτικισμό, όταν συζητούσε (ανεπίσημα) θέματα υφαλοκρηπίδας, Αιγαίου κ.ά. εντός κι εκτός Τουρκίας.

Προφανώς, ο νεότερος Τούρκος υπουργός Εξωτερικών εγνώριζε από τότε, τέλη της δεκαετίας του '80, τα ενεργειακά αποθέματα και τον ορυκτό πλούτο που κρύβεται κάτω από το θαλάσσιο υπέδαφος του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αναμφίβολα γνώριζε ήδη λεπτομερώς και το πρόβλημα με την υφαλοκρηπίδα των νησιών, το οποίο είχε ανακινήσει μεθοδικά η Τουρκία ήδη κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. Η γείτων και «σύμμαχος» χώρα δεν προκαλούσε όμως τότε, όπως το πράττει σε καθημερινή βάση σήμερα, αναμένοντας απλά κάποιο «ελληνικό λάθος». Το οποίο έγινε, φευ, αλλά εκεί, όπου ούτε οι Τούρκοι δεν το περίμεναν: στη μαρτυρική Κύπρο.

Οταν προέβαινε σε τέτοιες «εξομολογήσεις», τις οποίες άκουγαν με άνεση δυτικοί παράγοντες, ο σκληρός κεμαλιστής Γιλμάζ είχε μάλλον κρυμμένο στο πίσω μέρος του μυαλού του το Καστελόριζο, το γνωστό μας ακριτικό ελληνικό νησάκι, το οποίο σπάνια εμφανιζόταν στους χάρτες (ακόμη και ελληνικούς...). Οι σκέψεις αυτές του μοιραίου επίσης Μεσούτ Γιλμάζ επαληθεύονται, πλέον, μία ακόμη φορά σήμερα, όταν η στρατηγικά κομβική σημασία ενός μικρού «μοναχικού» νησιού, κειμένου μεταξύ δύο ελληνικών μεγαλονήσων, απέναντι στα μικρασιατικά παράλια του Αντιφύλλου (Μποντρούν), περιορίζει τα όρια της τουρκικής «Αποκλειστκής Οικονομικής Ζώνης» (ΑΟΖ). Βεβαίως η τουρκική πολιτική επιδιδόταν ανέκαθεν στην τακτική του τυχοδιωκτισμού και των απειλών, φθάνοντας δε να διεκδικεί ακόμη και τη Γαύδο, νοτίως της Κρήτης.

Ιδια γνώση των πραγμάτων κατείχαν βεβαίως προ πολλού διάφοροι τουρκικοί παράγοντες, έχοντας καταστρώσει ποικίλα σχέδια προκειμένου να δελεάσουν ή να υποχρεώσουν την ελληνική πλευρά σε παραχωρήσεις αναφορικά με τα θαλάσσια δικαιώματα του ελλαδικού χώρου. Ενα από τα σχέδια αυτά επικεντρωνόταν στη βάση μιας «επωφελούς» συνεργασίας ανάμεσα στις δύο πλευρές, το οποίο προέβλεπε και την υψηλή εποπτεία των ΗΠΑ σαν εγγύηση μιας αδιατάρρακτης ελληνοτουρκικής οικονομικής σχέσης. Ετσι καταλήξαμε να συζητείται σε διάφορα επίπεδα και διεθνή φόρα θέμα «συνεκμεταλλεύσεων» (!) στο Αιγαίο, το οποίο ευτυχώς η ελληνική πλευρά ουδέποτε έκανε αποδεκτό. Στον χειρισμό του θέματος αυτού είχε αναδειχθεί ιδιαίτερα ο Μεσούτ Γιλμάζ, επιρρίπτοντας έμμεσα ευθύνες στο τουρκικό υπουργείο Αμυνας αναφορικά με παραβιάσεις που γίνονταν στο Αιγαίο ύστερα από το γνωστό μορατόριουμ του 1988, προφασιζόμενος πάντα άγνοια των συμβάντων: «Εδώ έχουμε να συνεργαστούμε σε επιχειρήσεις συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο και θα τις αφήσουμε επειδή πέταξαν εκεί για λίγα δευτερόλεπτα αεροπλάνα μας;».

Κι ενώ έχουν συμβεί διάφορα «περίεργα» ώς τώρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, από τις κιτς ζεμπεκιές μέχρι κοινές συνεδριάσεις υπουργικών συμβουλίων, δεν κατέστη ωστόσο δυνατόν να αντιληφθεί η Τουρκία ότι στο διεθνές δίκαιο δεν προβλέπεται δίκαιο του ισχυροτέρου. Μολονότι δε τούτο επιβάλλεται συχνά με την ισχύ των όπλων, δημιουργώντας έτσι αρνητικά προηγούμενα, έρχεται η ώρα που αυτό λειτουργεί και αντίστροφα εις βάρος του ισχυρού. Η Ελλάδα έχει πληρώσει άλλωστε το τουρκικό αυτό «έθιμο» με ιδιαίτερα ακριβό τίμημα: από την πόλη, στην Κύπρο και αργότερα στα Ιμια.

Κατά μια εξίσου «περίεργη» συγκυρία όμως, η σημερινή, ισλαμική πλέον, Τουρκία έκανε σχεδόν τα πάντα ώστε να απομονωθεί διεθνώς, συνεργαζόμενη σήμερα σχεδόν μόνο με τους αιμοχαρείς τζιχαντιστές του «IS». Σε τούτο οδηγήθηκε αφ' ενός λόγω μιας ύπουλης οθωμανολαγνείας του Νταβούτογλου, αφ' ετέρου δε κι εξαιτίας ρηξικέλευθων πρωτοβουλιών του «χαλίφη» Ερντογάν, που συνετέλεσαν στο να χάσει κάθε προσανατολισμό η εξωτερική πολιτική της γείτονος. Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που διακατέχονται από το φόβο, ότι μετά την προβλεπόμενη επίσημη ανακήρυξη κουρδικού κράτους, το οποίο θα αξιώνει ντε φάκτο μέρος της τουρκικής επικράτειας, μπορεί να προκληθούν εκεί συνθήκες Γιουγκοσλαβίας. Τούτο βεβαίως μόνο σε καλό για την Ελλάδα δεν θα μπορούσε να βγει. Κάθε άλλο.

Εχοντας καταληφθεί από την έμμονη ιδέα να αναδειχθεί σε «χαλίφη» όλων του σουνιτών, ο Ερντογάν έπεφτε από το ένα στο άλλο στρατηγικό λάθος, με αποτέλεσμα να πέφτουν στο νερό όλες οι τυχοδιωκτικές του επιλογές. Μια από αυτές είναι προφανώς κι η πολιτική της πειρατείας που έχει ξεκινήσει από το Αιγαίο μέχρι τα συριακά παράλια με κορβέτες, ερευνητικά σκάφη και πολεμικά αεροπλάνα. Εν προκειμένω έχει υιοθετήσει όμως τακτικές των στρατοκρατών, τις οποίες κάποτε αφόριζε ο ίδιος.

Η ελληνική πλευρά βρίσκεται σήμερα στο πλαίσιο μιας συνεργασίας με την Αίγυπτο, ελπίζοντας να ενισχύσει τις θέσεις και τα νόμιμα συμφέροντά της μαζί με την Κύπρο στην ευρύτερη περιοχή. Η συγκυρία είναι άκρως ευνοϊκή και τούτο έχει ήδη επιβεβαιωθεί στην τριμερή συνάντηση κορυφής του Καΐρου. Τούτο ενέχει άλλωστε και μια ιστορικά συμβολική σημασία καθότι και οι τρεις χώρες υπήρξαν κάποτε κατεχόμενα τμήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

*Δημοσιογράφος, πολιτικός επιστήμων tzortzis.jan@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα