Έντυπη Έκδοση

Αριστεροδεξιά σύγκλιση

Οπως είναι πασίγνωστο, οι διαβόητες πρόσφατες «εξετάσεις αντοχής» των ευρωπαϊκών τραπεζών διεξήχθηκαν με αιτιολογία την πιστοποίηση φερεγγυότητος για την ένταξή τους ή όχι στο εκκολαπτόμενο σύστημα της ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης. Με την τελευταία προβλέπεται να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος ανάμεσα σε τραπεζικά και δημόσια χρέη.

 Σε αντιδιαστολή με ό,τι συμβαίνει μέχρι σήμερα, με την τραπεζική ένωση, η ενδεχόμενη στήριξη των «συστημικών» τραπεζών δεν θα επιρρίπτεται πλέον στα εθνικά κράτη και οικονομίες, ούτε στους φορολογούμενους, αλλά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η τελευταία έχει αναλάβει από τις 4 Νοεμβρίου 2014 την εποπτεία του συνόλου των συστημικών ευρωπαϊκών τραπεζών, με προοπτική να λειτουργεί έναντι αυτών και ως «τελικός πιστωτής», δηλαδή να καλύπτει ενδεχόμενες αδυναμίες τους στο μέλλον.

Επειτα από 5ετή δοκιμασία στην Ευρωζώνη, κατά την οποία, λόγω της προτεραιότητος στη στήριξη των τραπεζών, κατέρρευσαν στο σύνολό τους οι ευρωπαϊκές οικονομίες, επιτέλους δρομολογείται με μεγάλη και απαράδεκτη καθυστέρηση ένα μέτρο αναγκαίο και απαράκαμπτο για την τραπεζική και νομισματική σταθεροποίηση, του οποίου το κόστος δεν θα επιρρίπτεται κατ' ανάγκην στην πραγματική οικονομία, ούτε στα κράτη, ούτε στους φορολογούμενους. Η τραπεζική ενοποίηση αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση για κάθε νομισματική περιοχή στον κόσμο. Το αμερικάνικο δολάριο συνδέει 52 πολιτείες σε κοινό νόμισμα, ενώ η αμερικάνικη ομοσπονδιακή τράπεζα εποπτεύει τις πολιτειακές, αναλαμβάνοντας, σε περίπτωση ανάγκης, ως «τελικός πιστωτής», τα χρέη τους, όπως πρόσφατα συνέβη με την Καλιφόρνια. Οταν σημειώνεται τοπική υπερχρέωση, αναγνωρίζεται ως τελείως αλυσιτελές να αφήνεται η υπερχρεωμένη πολιτεία να σταθεροποιηθεί μόνη της και προς τούτο ενεργοποιείται διαπολιτειακό σύστημα αλληλεγγύης, μέσω του αμερικάνικου ομοσπονδιακού τραπεζικού συστήματος.

Ητρέχουσα διεθνής οικονομική κρίση πυροδοτήθηκε με την απόφαση του νεοφιλελεύθερου προέδρου Μπους να αφήσει τη γιγαντιαία αμερικάνικη τράπεζα Λίμαν Μπράδερς να καταρρεύσει στις 15 Σεπτεμβρίου 2008. Με τον διάδοχό του, η πολιτική έχει αλλάξει και η ομοσπονδιακή τράπεζα έχει διασώσει 3.000 τράπεζες, σε συνδυασμό με την παροχή περισσότερων από 3.000 δισεκατομμυρίων προς την οικονομία, προς εξασφάλιση του υψηλού επιπέδου απασχόλησης και λειτουργίας της οικονομίας. Μόνον ακραίοι υπερφιλελεύθεροι Ρεπουμπλικάνοι μέμφονται την πολιτική διασώσεων από την ομοσπονδιακή τράπεζα, στιγματίζοντας τη «σπατάλη» δημοσίου χρήματος και υποστηρίζοντας ότι η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη, λόγω του «τραπεζοκεντρικού» μοχλού, αντί να φέρεται από τις «υγιείς» δυνάμεις της αγοράς.

Εάν η Ευρώπη της τελευταίας 5ετίας έχει αυτοπαγιδευθεί σε βαθιά ύφεση και μαζική ανεργία, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό όχι μόνον στην αδρανοποίηση των κρατών-μελών με τον έλεγχο των δαπανών και ελλειμμάτων τους, αλλά επίσης και ίσως περισσότερο στο ότι η ΕΚΤ δεν αναλαμβάνει ρόλο αντίστοιχο με αυτόν της αμερικανικης κεντρικής τράπεζας προς στήριξη είτε των τραπεζών είτε απευθείας της οικονομίας. Παρ' όλα αυτά, υπό την πίεση των πραγμάτων, έστω και με καθυστέρηση, η ΕΚΤ σύρεται σήμερα στην ανάληψη αυτού του ρόλου τόσο με την παροχή απεριόριστης ρευστότητος για αγορές ακόμη και τιτλοποιημένων επισφαλών δανείων, όσο και με την προγραμματισμένη τραπεζική ενοποίηση της νομισματικής περιοχής του ευρώ.

Οσο η τραπεζική ενοποίηση καθυστερεί, τόσο η στήριξη των τραπεζών θα επιβαρύνει την οικονομία και τους φορολογούμενους. Στην πορεία προς ολοκλήρωση της αναγκαίας τραπεζικής ενοποίησης αντιτάσσονται δυνάμεις τόσο από την υπερφιλελεύθερη και συντηρητική δεξιά πλευρά, όσο και από την ευρωπαϊκή, ιδίως γερμανική, Αριστερά. Τα επιχειρήματά τους είναι κοινά, όπως επίσης η αρνητική στάση τους στο Κοινοβούλιο και στο ανώτατο γερμανικό δικαστήριο. Επιχειρήματα που εξαπολύει από τη δεξιά πλευρά ο Γερμανός υπερσυντηρητικός Χανς Βέρνερ Ζιν επαναλαμβάνονται από εκπροσώπους της Γερμανικής Αριστεράς (Linke). Η ηγεσία της τελευταίας, Σάρα Βάγκενκνεχτ, δεν διστάζει να διαβάλει την αξιοπιστία των εξετάσεων αντοχής με το επιχείρημα ότι «διασώζονται έτσι τράπεζες-ζόμπι, των οποίων το λογαριασμό θα πληρώσει τελικά ο φορολογούμενος». Ακόμη και ο ρόλος της ΕΚΤ ως «τελικού πιστωτή» αμφισβητείται τόσο από δεξιάς όσο και από αριστερής πλευράς, καθ' όσον προεξοφλείται ότι σε κάθε περίπτωση «ο λογαριασμός θα επιρρίπτεται στον (Γερμανό) φορολογούμενο». Από την Ελλάδα, αρκετοί έχουν ήδη σπεύσει να διαβάλουν την αξιοπιστία των πρόσφατων εξετάσεων αντοχής, διαβεβαιώνοντας ότι δεν ήσαν έγκυρες, αλλά «εξετάσεις σκοπιμότητος», που πλήττουν άμεσα την αξιοπιστία της ίδιας της ΕΚΤ. Τα αυτά υποστήριξε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο ευρωβουλευτής της Λίνκε, Φάμπιο Ντε Μαζί. Ωστόσο, εάν η αξιολόγηση των ελληνικών τραπεζών είχε αποβεί αρνητική, ποιος θα πειθόταν ότι η ετυμηγορία δεν υπαγορευόταν επίσης από πολιτικές σκοπιμότητες; Εάν με την ένταξη στην τραπεζική ένωση, η στήριξη των ελληνικών τραπεζών μετατίθεται στην ΕΚΤ, τι νόημα έχει η αμφισβήτηση των κριτηρίων με τα οποία πραγματοποιείται αυτή η μετάθεση, αφού έτσι απαλλάσσονται το ελληνικό κράτος και ο Ελληνας φορολογούμενος; Ομοίως, τι νόημα έχει ο στιγματισμός της επικείμενης ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης ως «τραπεζοκεντρικής», αφού η μέχρι σήμερα ευθραυστότητα τόσο του ευρώ όσο και της Ευρωζώνης οφείλεται ακριβώς στην καταλυτική ανεπάρκεια «τραπεζοκεντρικής» διαχείρισης; Και εάν με αυτή την κατηγορία η συντηρητική, νεοφιλελεύθερη και «αντικρατικίστικη» Δεξιά είναι συνεπής με τον εαυτόν της, πόσο συνεπείς μπορούν να αισθάνονται όσοι από την Αριστερά διακινούν επιχειρήματα των ακραίων αντιπόδων τους; Εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει αριστεροδεξιά συναίνεση στον ευρωπαϊσμό, η αριστεροδεξιά συναίνεση για την απόρριψή του δεν είναι υποθετική, αλλά περισσότερο από προφανής...

kvergo@gmail.com

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Ανάλυση στα γεγονότα