Έντυπη Έκδοση

Το χρέος και η επαναδιαπραγμάτευση

Το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο. Ούτε οικονομικά ούτε κοινωνικά. Κι επειδή τα οικονομικά είναι μία κοινωνική επιστήμη και γι' αυτό συχνά ανακριβής στις εκτιμήσεις της (ο όρος «πολιτική οικονομία» δεν τέθηκε τυχαία από τους κλασικούς οικονομολόγους), η κοινωνική διάσταση της μη βιωσιμότητάς του θα έπρεπε να λαμβάνεται πολλαπλά υπόψη από τους επαΐοντες.

Αν η Ελλάδα, λοιπόν, αντίθετα με τους ισχυρισμούς τρόικας και κυβέρνησης, πρέπει να διαπραγματευτεί εκ νέου το χρέος της δεν είναι επειδή οι υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του ΔΝΤ και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος για ανάπτυξη 3% και πρωτογενές πλεόνασμα 3,5-4% (προϋπόθεση ταχείας μείωσης του χρέους) τα προσεχή έτη αποτελούν αποκύημα φαντασίας, αλλά γιατί δεν υπάρχουν τα κοινωνικά περιθώρια απορρόφησης νέων μέτρων λιτότητας, ούτε οι πολιτικοί που θα τα εφαρμόσουν.

Στο κοινωνικό και πολιτικό αυτό αδιέξοδο της Ελλάδας οι ξένοι πιστωτές και οι εγχώριοι μνημονιακοί υποστηρικτές τους αντιπαραβάλλουν την ανένδοτη στάση των Ευρωπαίων ηγετών να επωμιστούν οι φορολογούμενοί τους οποιοδήποτε νέο «κούρεμα»/αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Θυμίζουν, δε, τις πολιτικές και νομικές (βλ. βρετανικό δίκαιο) δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της χώρας. Ομως το ζήτημα του δημοσίου χρέους είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα, όπως σωστά επισήμανε πρόσφατα και ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Συνεπώς, και συζητήσιμο και διαπραγματεύσιμο είναι.

Σημασία έχει τι συζητεί και πώς διαπραγματεύεται κανείς. Οπως επίσης και ποιος κάνει τις διαπραγματεύσεις. Γιατί, βεβαίως, μία κυβέρνηση, όπως η σημερινή τής χώρας, η οποία συναίνεσε σε όλα όσα απαίτησαν οι πιστωτές δεν μπορεί αίφνης να διεκδικήσει όσα η ίδια απέκλειε σαν καταστροφικά ώς τώρα (βλ. δηλώσεις Βενιζέλου για τον καταστροφικό χαρακτήρα ενός σημαντικού «κουρέματος» χρέους).

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, θέτει ως προτεραιότητα την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, με στόχο το «κούρεμα» μεγάλου μέρους του, χωρίς να προτείνει ως έσχατη λύση την έξοδο από το ευρώ και δηλώνοντας αποφασισμένος να διατηρήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη. Αναζητεί διεθνείς συμμαχίες κι επιδιώκει μία οργανωμένη πανευρωπαϊκή συζήτηση, με απώτερο στόχο την τεχνική επίλυση του προβλήματος στο πλαίσιο μιας δυνητικά ενωμένης δημοσιονομικά ομοσπονδιακής Ευρώπης. Ακολουθεί τη διπλωματική οδό και δεν εκβιάζει με αποχώρηση, μολονότι δεν θεωρεί φετίχ το ευρώ. Αυτή η «συνεταιρική» και χαμηλών τόνων προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ, εφ' όσον συνοδευτεί με αποφασιστικότητα και ευελιξία (βλ. εναλλακτικές προτάσεις για αναδιάρθρωση χρέους) μπορεί να στεφθεί με επιτυχία, σχετική πάντα, όπως κάθε παζάρι που καταλήγει σε μέσες λύσεις που να ικανοποιούν και τις δύο πλευρές δεδομένων των εκάστοτε συνθηκών.

Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ζητήσει 60% «κούρεμα» χρέους και να πάρει π.χ. 30% μαζί με πάγωμα της εξυπηρέτησης του χρέους για 4-5 χρόνια, ή εξαίρεση των δημοσίων επενδύσεων από τον υπολογισμό των πλεονασμάτων, ή με παράλληλη επιμήκυνση της ωρίμανσης χρέους και μείωση του επιτοκίου, ή αφαίρεση από το χρέος των 50 δισ. που πήραν οι τράπεζες, ή ένα συνδυασμό των παραπάνω με τροποποίηση των απαιτήσεων του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (βλ. χαμηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης και μικρότερα πλεονάσματα).

Πολλοί θεωρούν όλα αυτά εξωπραγματικά κι επισείουν την καθολική άρνηση της Ε.Ε. για άλλες παραχωρήσεις με την απειλή να εκδιωχθεί η Ελλάδα από το ευρώ. Στην πραγματικότητα, εξωπραγματικό είναι το τρέχον πρόγραμμα που έχει βουλιάξει την Ελλάδα στην κρίση. Η Ε.Ε. έχει επενδύσει επί δεκαετίες στην Ελλάδα, δεν θέλει να τη χάσει τώρα ασχέτως των όσων λέγονται. Πολύ περισσότερο όταν μία έξοδος της Ελλάδας μπορεί να τη συμπαρασύρει σε συστημική κρίση.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Εν-στάσεις