Έντυπη Έκδοση

Ενδεια πολυπρόσωπη

Το κρύο τσουχτερό στους δρόμους κάτω από την Ακρόπολη. Περιμένοντας μια φίλη, κάθισα στο περβάζι του παραθύρου παλιάς πολυκατοικίας. Με κλεισμένα τα παντζούρια του, για να κρατάει το φόβο απέξω, υψωνόταν λίγο πάνω από το επίπεδο του δρόμου.

 Καμιά εικοσαριά μέτρα μακρύτερα ένας υπερήλικας καθαρός, περιποιημένος, με μπλε κοστούμι και σφιχτοδεμένη γραβάτα βάδιζε προς το μέρος μου αργά στο πεζοδρόμιο. Κάποτε με πλησίασε. Κοντοστάθηκε, στηρίζοντας το βάρος του κορμιού του στο ξύλινο χερούλι της ομπρέλας του. «Παιδί μου, θα κρυώσεις. Πάνω σε μάρμαρο κάθεσαι» μου θύμισε ευγενικά. «Μπα!» του χαμογέλασα και κοίταξα αμήχανη το ρολόι μου. «Να προσέχεις! Το κρύο με το τσουβάλι μπαίνει, με το βελόνι βγαίνει» με συμβούλεψε. «Εδώ κοντά μένεις;». «Οχι» του απάντησα βαριεστημένα.

«Και τα δαχτυλίδια που φοράς... Να τα βγάλεις. Αγρίεψε ο κόσμος, μη σε βρει κανένα κακό!». Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά. «Θα τα βγάλω... Μόλις πάω σπίτι, θα τα βγάλω» τον καθησύχασα και έριξα ανυπόμονα μια ματιά μήπως ερχόταν η φίλη μου απ' τη στροφή του δρόμου. «Εχω κι εγώ μια εγγονή...» συνέχισε ο παππούς. «Στην ηλικία σου θα 'ναι! Και σε κείνη τα ίδια έλεγα». «Δεν της τα λέτε πια;» διασκέδασα τώρα τη διάθεσή του για κουβεντούλα.

«Εφυγε...» συννέφιασε το πρόσωπό του. «Την πήρε η ξενιτιά τη μονάκριβή μου. Και τη μάνα της και τον πατέρα της. Ποιος ξέρει αν θα ξανανταμώσουμε» έσκυψε το κεφάλι. «Σε ευχαριστώ, κοπέλα μου» με κοίταξε μετά στα μάτια.

Τον κοίταξα ολόισα κι εγώ. Κατάλαβε την απορία. «Αλλοι έχουν τρεις μέρες νηστικοί κι εγώ είχα τρεις μέρες να μιλήσω» εξήγησε. «Να προσέχεις, παιδί μου». Υστερα με προσπέρασε. Κι εγώ αποσβολωμένη, ακολουθώντας τον με το βλέμμα, άρχισα να σκέφτομαι και να αθροίζω τα πρόσωπα της ένδειας.

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΤΣΟΡΩΝΗ- ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Διηγήματα/Εξιστορήσεις
Ανθρώπινα