Έντυπη Έκδοση

Το φάντασμα του Καμύ

Δημήτρης Γ. Στεφανάκης

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι

εκδόσεις Πατάκη, σ. 284, 15 ευρώ

Είχαμε το έτοιμο φαγητό και τα έτοιμα ενδύματα, τώρα απολαμβάνουμε και τους έτοιμους ήρωες. Οχι πως δεν υπήρχαν ανέκαθεν έτοιμοι ήρωες, τους οποίους ο συγγραφέας δεν χρειαζόταν να πλάσει εκ του μηδενός, τελευταία όμως φαίνεται να τους ευνοούν ιδιαίτερα οι συνθήκες γραφής και έκδοσης ενός βιβλίου. Από μια άποψη, καιρός ήταν το γρήγορο και εγγυημένο να γίνει προτεραιότητα και στον χώρο της πεζογραφίας. Πάντως, το ενδιαφέρον εντοπίζεται στο ότι οι νεόκοποι έτοιμοι ήρωες δεν είναι, όπως παλαιότερα, ιστορικά πρόσωπα ή οι συνήθεις αρχετυπικοί ήρωες των κλασικών, αλλά ανασύρονται από ολόκληρο το πεδίο της γηγενούς και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αποθανόντες λογοτέχνες μαζί με τους διασημότερους ήρωές τους εφορμούν στον κόσμο των μυθιστορηματικών ηρώων και φέρνουν τα πάνω-κάτω. Με το ατού των εύκολα αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών τους αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο, αφήνοντας στους αμιγώς φανταστικούς ήρωες ρόλους κομπάρσων ή δευτεραγωνιστών. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα φαινόμενο που παίρνει αξιοσημείωτες διαστάσεις, έτσι όπως πληθαίνουν τα διηγήματα με δάνειους λογοτεχνικούς ήρωες, ενώ για τα μυθιστορήματα συχνά προτιμώνται οι ίδιοι οι αποθανόντες λογοτέχνες. Οσο για την επιλογή ενός συγκεκριμένου λογοτεχνικού ήρωα ή λογοτέχνη, όταν αυτή δεν ακολουθεί τον συρμό, όπως στην περίπτωση του Παπαδιαμάντη, γίνεται μάλλον περιστασιακά. Μια επέτειος, ένα δημοσίευμα, μια καινούρια έκδοση, τέλος πάντων οτιδήποτε μπορεί να δώσει τη φαεινή ιδέα στον συγγραφέα.

Ενα από τα πολλά ευχάριστα επακόλουθα αυτής της τάσης είναι και το καινούριο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη, που εμφανίστηκε πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι από το προηγούμενο, τις πολυσέλιδες «Μέρες Αλεξάνδρειας». Στη δική του περίπτωση, την ιδέα μπορεί να την έδωσε ο τόπος και πιο συγκεκριμένα, οι Κυκλάδες. Οχι, όμως, η γενέθλιος νήσος Τζια, αλλά η Μύκονος, από την οποία είχε εμπνευστεί προ δεκαετίας το πρώτο μυθιστόρημά του «Φρούτα εποχής». Αν κρίνουμε από τον τίτλο του καινούργιου μυθιστορήματος, ίσως να ξαναδιάβασε «Το καλοκαίρι» του Αλμπέρ Καμύ ή και να είδε το ντοκιμαντέρ της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού, «Ενα ταξίδι στο κέντρο των Κυκλάδων», όπου παρουσιάζει τη Μύκονο και τη Δήλο μέσα από τον λόγο τριών τιμημένων με Νόμπελ συγγραφέων, Καμύ-Σεφέρη-Ελύτη. Το σίγουρο είναι πως ανακάλυψε στο πρόσωπο του Καμύ έναν μυθιστορηματικό ήρωα σαν έτοιμο από καιρό. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια ευρηματική υπόθεση γύρω από τη νεκρανάστασή του και την επιστροφή του στη Μύκονο. Οσον αφορά το πρώτο σκέλος, δηλαδή την επάνοδο ενός νεκρού από τους ασφόδελους λειμώνες, τουλάχιστον αφηγηματικά, δυο, όλοι κι όλοι, είναι οι τρόποι, είτε διά της μεταφυσικής οδού είτε πατώντας στα χωρία της επιστημονικής φαντασίας. Ο Στεφανάκης προτίμησε τον δεύτερο, αλλά όντας νουνεχής, απέφυγε τις διεξοδικές περιγραφές. Μόλις που μνημονεύει «τη μηχανή του χρόνου» του Γουέλς και τον χωρόχρονο του Αϊνστάιν, αναφέροντας ακροθιγώς πως το ενεργειακό κόστος μιας επιστροφής από το υπερπέραν είναι τόσο υψηλό, ώστε το εγχείρημα να αποβαίνει απαγορευτικό. Εκτός εάν η επιστροφή γίνει σε κάποιο από τα φωτεινότερα σημεία του πλανήτη, οπότε το κόστος υποτίθεται πως μειώνεται. Γι' αυτό και ο Καμύ δεν προσγειώνεται στο Παρίσι, αλλά μυθιστορηματικά προσθαλασσώνεται στην ηλιόλουστη Μύκονο.

Η πρώτη φορά που ήρθε ο Καμύ στην Ελλάδα ήταν τον Μάιο του 1955, για μια σύντομη παραμονή. Το μεγάλο, όμως, ταξίδι το έκανε τρία χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1958, μετά την απονομή του Νόμπελ, όταν περιπλέει με σκάφος τα ελληνικά νησιά, παρέα με τον εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ και τον ζωγράφο Μάριο Πράσινο. Εκείνος έγραφε για τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και, αντίστοιχα, ο Πράσινος τα ζωγράφιζε. Ωστόσο, ο Στεφανάκης δεν νεκρανασταίνει τους εν λόγω φίλους του Καμύ. Ως συντρόφους στις μυκονιάτικες κραιπάλες της δεύτερης ζωής του γάλλου στοχαστή επιλέγει τους πρωταγωνιστές του δικού του πρώτου μυθιστορήματος. Είναι μια παρέα νεαρών Αθηναίων, με πολλά προβλήματα, ψυχολογικά και άλλα, που ανακάλυψαν στη Μύκονο τον προορισμό της ζωής τους. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ένας αποτυχημένος συγγραφέας, που, αν και πλασμένος για εκείνο το πρώτο μυθιστόρημα, αποδεικνύεται ιδανικός συνομιλητής του νεκραναστημένου Καμύ, καθώς και οι δυο ταλανίζονται από έλλειψη έμπνευσης και εν γένει συγγραφική δυστοκία.

Για τις ανάγκες του καινούριου μυθιστορήματος, προστίθεται στην παρέα ένα ζευγάρι μόνιμων παραθεριστών του νησιού. Ο αστροφυσικός, που κατόρθωσε τα ταξιδάκια στον συμπαντικό χώρο και η σύντροφός του, που επέλεξε ως πρώτο ταξιδιώτη τον αγαπημένο της συγγραφέα. Με το συμβολικό όνομα Αριάδνη, ξεναγεί τον Καμύ στον σημερινό δαιδαλώδη κόσμο. Συγκεκριμένα, στη Μύκονο του 1998, τον χρόνο που ο Στεφανάκης τοποθετεί το μυθιστόρημά του, θέλοντας πιθανώς να τιμήσει την επέτειο των σαράντα χρόνων από το τελευταίο ταξίδι του Καμύ στο Αιγαίο. Πάντως, η Αριάδνη δεν έχει προσωπικά κίνητρα. Μπορεί μεν να γεύεται τον έρωτα του μεγάλου συγγραφέα, αλλά αυτό γίνεται παρεμπιπτόντως, ως άλας του μυθιστορήματος. Για άλλο, πολύ σημαντικότερο λόγο, δόθηκε στον Καμύ η ευκαιρία μιας δεύτερης ζωής. Του δόθηκε μήπως και δεήσει να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα, που άφησε ημιτελές με τον αιφνίδιο θάνατό του, την 4η Ιανουαρίου του 1960, και δικαιωθεί η άποψη πως «Ο πρώτος άνθρωπος», όπως το είχε προσωρινά τιτλοφορήσει, θα ήταν το αριστούργημά του. Από αυτό το σημείο ξεκινά το σασπένς του μυθιστορήματος. Τι πράττει ένας στοχαστικός συγγραφέας του ύψους του Καμύ; Το τελειώνει ή δεν το τελειώνει; Και το κυριότερο, πώς εξηγεί ο ίδιος αυτό που επιλέγει;

Στα μυθιστορήματα του Στεφανάκη, τα βασικά γνωρίσματα είναι η γλαφυρή αφήγηση, διανθισμένη με ευτράπελους τόνους, οι ρομαντικοί πρωταγωνιστές και οι συχνά κωμικοί κομπάρσοι, τα ειδυλλιακά σκηνικά και οι ευφυολόγοι ατάκες. Δηλαδή, όλα όσα φτιάχνουν ένα τερπνό μυθιστόρημα. Ούτε ένας ήρωας σαν τον Καμύ, που κατατρυχόταν από το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας, δεν τον κάνει να παρεκκλίνει. Αλλωστε, τους έτοιμους ήρωες οι συγγραφείς φροντίζουν να τους προσαρμόσουν στις ανάγκες τους. Από τον Καμύ ο Στεφανάκης κρατά τον ενδοτικό στις καταχρήσεις Δον Ζουάν, που έχει αδυναμία στις ωραίες γυναίκες, και το πάθος του με το ποδόσφαιρο. Οσο για τον συγγραφέα Καμύ, τον βοηθά να συνδυάσει το τερπνό μετά του ωφελίμου. Και πράγματι, το καινούριο μυθιστόρημά του θα χαρακτηριζόταν ψυχαγωγικό, καθώς εμπλουτίζεται με αναμνήσεις του ίδιου του Καμύ από ομοτέχνους του, περιστατικά της ζωής του, αναφορές στα βιβλία του και σκόρπιες σκέψεις περί χρόνου. Τελικά, ο κατά Στεφανάκη Καμύ είναι πρωτίστως ένας ταξιδιώτης της δεκαετίας του '50, που γνώρισε «την άδολη Μύκονο» εκείνης της εποχής. Αυτές οι σελίδες αποβαίνουν και οι πιο ενδιαφέρουσες του μυθιστορήματος. Ερχονται να προσθέσουν ακόμη μία ψηφίδα στο λογοτεχνικό πρόσωπο της Μυκόνου, αλλά και της Δήλου, αφού ο νεκραναστημένος Καμύ κατάφερε να φτάσει μέχρι το ιερό νησί και να αποθαυμάσει την απολλώνια αρμονία, μετά τους μυκονιάτικους διονυσιασμούς του. Κατόπιν όλων αυτών, πώς και πού να χωρέσει το νοερό αλλά διαρκές και ενεργό παρόν του Καμύ κατά τα οδυνηρά χρόνια του ελληνικού Εμφυλίου σε άνευ στοιχείων θανατικές καταδίκες, εκτελέσεις και εκτοπισμούς αριστερών! Ισως σε άλλο μυθιστόρημα. Οσο για την αλληλεγγύη του στον αντιαποικιακό αγώνα των Κυπρίων το 1955, αυτή βρίσκεται γεωγραφικά εκτός θέματος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου