Έντυπη Έκδοση

Αφροδίτη από τα Σκόπια

Η Αφροδίτη ζει στο Τίτο Βέλες (Σκόπια): μια μουντή πόλη όπου το σοσιαλιστικό ιδεώδες έχει πεθάνει, μολυσμένη από τα απόβλητα ενός εργοστασίου που δημιουργούν τερατογενέσεις.

Η κοπέλα είναι μουγκή από τα πέντε της -από τότε δηλαδή που πέθανε ο πατέρας της και η μητέρα της εγκατέλειψε την ίδια και τις δύο αδελφές της.

Οι τρεις κοπέλες ζουν μια γκρίζα, φτωχή ζωή. Κάθε μια βρίσκει τη δική της διέξοδο: η Σάπχο εκμεταλλεύεται την έλξη που ασκεί στους άντρες για να εξασφαλίσει πράγματα που κάνουν την καθημερινότητα λιγότερο αβίωτη. Η Σλαβικά, εθισμένη στα ναρκωτικά, είναι απόλυτα εξαρτημένη από τη μεθαδόνη που της παρέχει το τοπικό νοσοκομείο. Και η Αφροδίτη, παρθένα στα 27 της, ξεφεύγει βυθιζόμενη σε έναν διαταραγμένο ονειρικό κόσμο και φαντασιώνεται πως είναι έγκυος.

Η εύθραυστη ισορροπία τους θα ανατραπεί όταν η Σάπχο θα αναζητήσει μια καλύτερη ζωή στην Ελλάδα...

Η αδελφή μου κι εγώ

Ολ' αυτά συμβαίνουν σε μια δυνατή ταινία αξιώσεων, το «Γεννήθηκα στο Τίτο Βέλες», μια ευρωπαϊκή συμπαραγωγή τεσσάρων χωρών, που από την Πέμπτη βγαίνει στα σινεμά με την υπογραφή της 35χρονης Σκοπιανής Τεόνα Μίτεβσκα και την καθηλωτική ερμηνεία της αδερφής της, Λαμπίνα Μίτεβσκα.

Πρωταγωνίστρια του διάσημου σκοπιανού σκηνοθέτη Μίλτσο Μαντσέφκσι («Πριν από τη βροχή») αλλά και του Μάικλ Γουιντερμπότομ («Καλώς ήρθατε στο Σεράγεβο», «Σε θέλω»), η Λαμπίνα Μίτεβσκα βρέθηκε το περασμένο φθινόπωρο στην Αθήνα για την πρεμιέρα της νέας ταινίας της στο «Πανόραμα» της «Ε». Παιδί καλλιτεχνικής οικογένειας, με γερές σπουδές σε Δανία και ΗΠΑ και τακτική θαμώνας των σημαντικότερων ευρωπαϊκών φεστιβάλ, πρόσφατα δημιούργησε με τα αδέρφια της μια εναλλακτική εταιρεία παραγωγής. Εξ ου και το «Γεννήθηκα στο Τίτο Βέλες».

Το εμπνεύστηκε η αδερφή της όταν διάβασε ένα δημοσίευμα για δύο ηρωινομανείς αδελφές που βρέθηκαν απανθρακωμένες στο σπίτι τους, πιασμένες χέρι χέρι. «Είναι κι ένα σχόλιο για τη χώρα μας: το 70% των ανθρώπων δεν μπορούν να φύγουν διότι απαιτείται βίζα για κάθε ταξίδι. Οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό. Για την Ελλάδα δε είναι σχεδόν αδύνατο να βγάλεις χαρτιά».

Στην ταινία γίνονται νύξεις για το ζήτημα των «Μακεδόνων του Αιγαίου», οι οποίοι, σύμφωνα πάντα με τους Σκοπιανούς, «εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα μετά τον πόλεμο». «Η Τεόνα ήθελε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ, καθώς έχει πρόσβαση στις ιστορίες 200 τέτοιων οικογενειών», εξηγεί η Λαμπίνα. Γνωρίζοντας βέβαια πως οι Ελληνες βλέπουν πολύ διαφορετικά τα πράγματα... «τελικά ενσωμάτωσε αυτόν τον προβληματισμό στην ταινία, χωρίς όμως να την κάνει πολιτική».

Στην ταινία η ηθοποιός εμφανίζεται γυμνή πάνω σε ένα τραπέζι, και συμμετέχει σε πολλές άλλες σκηνές ακραίου νατουραλισμού. «Η αλήθεια είναι πως μου είναι δύσκολο να βλέπω τον εαυτό μου έτσι. Κι όταν οι γονείς μου διάβασαν το σενάριο με συμβούλευσαν να μην το δεχτώ: σεξουαλικές σκηνές, κακοποίηση, μουγκή ηρωίδα. "Μα καλά, τι γράφεις για την αδελφή σου;", είπαν στην Τεόνα». Δεν ήταν τυχαίο που είχαν γυναίκα διευθύντρια φωτογραφίας, και τόσες γυναίκες στο σετ...

«Με την αδερφή μου είχαμε απίστευτους καβγάδες στα γυρίσματα. Γυρίζαμε και 20 φορές μια σκηνή», παραδέχεται. «Ομως, τελικά, ένιωσα πως άξιζε τον κόπο. Κάποια στιγμή, όταν γυρίζαμε μια σκληρή σκηνή γύρω από τη χρήση μεθαδόνης, άκουσα έναν ήχο. Συνειδητοποίησα έκπληκτη πως ήταν η αδελφή μου που έκλαιγε... Σε αντίθεση πάντως με όσα λέγονται, μια γυναίκα σκηνοθέτρια πιστεύω πως μπορεί να προσδώσει μεγαλύτερη σκληρότητα και αισθησιασμό σε μια ταινία».

Η γλώσσα ως εργαλείο

Το να παίζει μια μουγκή ήταν ό,τι δυσκολότερο έχει κάνει: «Η Αφροδίτη δεν μιλά, αλλά αυτό ήταν δική της επιλογή. Για έναν ηθοποιό, όμως, η γλώσσα είναι το εργαλείο του. Και καθώς είμαι και ον ομιλητικό, μου φάνηκε ανυπόφορο να μην μπορώ να μιλήσω. Συνειδητοποίησα, όμως, πως έτσι ωθούμαστε να σκεφτόμαστε περισσότερο».

Ως προς την επιλογή της πόλης, διευκρινίζει: «Σε κάθε χώρα της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπάρχει μια πόλη με το όνομα του Τίτο. Στη συγκεκριμένη υπήρχε ένα εργοστάσιο που λειτουργούσε έως το 2003 και έδωσε ψωμί σε πολύ κόσμο, αλλά δημιούργησε οικολογική καταστροφή. Σήμερα η φτώχεια θερίζει. Είναι το κόστος της επώδυνης μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό».

Σαφώς και τα πράγματα ωστόσο ήταν καλύτερα επί σοσιαλισμού, υποστηρίζει. «Οι γονείς μου δεν πεινούσαν. Ζούσαν καλά. Μπορούσαν να ταξιδέψουν από το Λονδίνο ώς τη Θεσσαλονίκη χωρίς βίζα. Σήμερα...».

Η Λαμπίνα θα ήθελε πολύ να κάνει μια συμπαραγωγή με την Ελλάδα. «Κρίμα που δεν γίνεται. Δεν είμαστε πολιτικοί, είμαστε καλλιτέχνες. Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Ελληνες. Εχουμε αρκετά σύνορα, ας μη βάζουμε και στην τέχνη...». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κινηματογράφος