Έντυπη Έκδοση

Γκάρι Μπας

Ακραία επιλογή οι «ανθρωπιστικές επεμβάσεις»

Πότε είναι δικαιολογημένη η στρατιωτική επέμβαση σε κυρίαρχο κράτος για την επίλυση ανθρωπιστικής κρίσης; Ο Γκάρι Μπας ξέρει ότι και μόνο το άκουσμα των λέξεων «ανθρωπιστική επέμβαση» προκαλεί από καχυποψία έως οργή. Ακόμη κι έτσι, επιμένει ότι η διεθνής κοινότητα έχει ηθικό χρέος να ανοίξει ξανά τη συζήτηση γι' αυτή την ακραία επιλογή. Επιλογή που, όπως υποστηρίζει σε μια συναρπαστική ιστορική μελέτη, έλκει την καταγωγή της από τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Ο Γκάρι Μπας αναγνωρίζει ότι το τάιμινγκ δεν είναι ευνοϊκό. Στη σκιά τού καταστροφικού πολέμου στο Ιράκ, παρουσιάζει μια ιστορική έρευνα γύρω από μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη πρακτική, για να υποστηρίξει ότι έχει πολύ πιο μακρά ιστορία απ' ό,τι έχουμε μάθει να πιστεύουμε. Ο Μπας λέει ότι ειδικά οι Ελληνες, είμαστε ανάμεσα στους πρώτους που ωφελήθηκαν από ανθρωπιστική επέμβαση με χρήση στρατιωτικών μέσων. Γι' αυτό και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στο νέο βιβλίο του «Freedom's Battle: The Origins of Humanitarian Intervention» («Η Πάλη της Ελευθερίας: Η καταγωγή της ανθρωπιστικής επέμβασης»).

Από την Ελλάδα των αρχών του 19ου έως σήμερα, λέει ο Μπας, δεν εξέλιπαν οι περιοχές του πλανήτη σε ανθρωπιστική κρίση. «Η έρευνά μου σχετίζεται κυρίως με τις στρατιωτικές επεμβάσεις, που αφορούν ένα πολύ μικρό μόνο μέρος της πολιτικής γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπάρχουν πολλές άλλες μέθοδοι ανθρωπιστικής επέμβασης, και είναι όλες προτιμότερες: ειρηνευτικές συνομιλίες, επίλυση συγκρούσεων, ανάπτυξη, ξένη βοήθεια, εκπαίδευση και ειρηνική προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Η χρήση στρατιωτικών μέσων πρέπει να είναι πάντα η τελευταία λύση, λέει. Αλλά αν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιηθεί ως λύση, καλό είναι να υπάρχουν κανόνες.

Δεν ξέρω αν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί θα μπορέσουμε ποτέ να συμφωνήσουμε γύρω από ένα σύνολο κανόνων σχετικά με το πότε, πώς, με τι μέσα και όρους διεξάγεται μια ανθρωπιστική επέμβαση με στρατιωτικά μέσα», λέει ο Γκάρι Μπας, πρώην δημοσιογράφος, που έγραφε χρόνια για τον «Economist» και σήμερα διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. «Αλλά οπωσδήποτε έχουμε πολλά να διδαχτούμε ο ένας από την οπτική γωνία τού άλλου». Ο Μπας λέει ότι ίσως πρέπει και η Κίνα να μπει στην κουβέντα, αν και «ίσως θα είχε κάποιες αντιρρήσεις, όπως και η Ρωσία. Ομως, πολλοί Κινέζοι κατανοούν ότι αν πρόκειται η χώρα τους να χαίρει σεβασμού ως μια υπεύθυνη μεγάλη δύναμη, θα χρειαστεί να αναλάβει ορισμένες ευθύνες όσον αφορά την αποτροπή γενοκτονιών».

Λέτε ότι οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε τον 20ό αιώνα, όπως νομίζουμε.

«Η έρευνά μου εντάσσεται στο πλαίσιο της συζήτησης που γίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τις περιπτώσεις της Βοσνίας και της Ρουάντας -μια συζήτηση βέβαια που επαναλαμβάνεται σήμερα για το Νταρφούρ. Αυτό που προτείνω είναι να δούμε τις περιπτώσεις της Βοσνίας και της Ρουάντας υπό το φως κάποιων αρκετά παρόμοιων συζητήσεων που απασχολούσαν τον κόσμο τον 19ο αιώνα. Κοιτάξτε, είναι οπωσδήποτε λογικό και σωστό να ανησυχούμε και να συζητάμε για τους κινδύνους μιας τέτοιας αποστολής, αλλά η γνώση της Ιστορίας και η μελέτη της εξέλιξης του φαινομένου μπορεί να μας διδάξει πολλά. Οι πρώτες περιπτώσεις χρήσης στρατιωτικής ισχύος για την προάσπιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρονολογούνται πολύ νωρίτερα απ' ό,τι οι περισσότεροι νομίζουμε- δηλαδή πολύ πριν από τη Σομαλία και το Κόσοβο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πρόσφατα, πρόσωπα με μεγάλη επιρροή από τους κύκλους των συντηρητικών, υποστήριζαν ότι η τακτική της ανθρωπιστικής επέμβασης είναι πολύ πρόσφατη, πολύ τρομακτική και ότι δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης στη Σομαλία το 1992, ο Χένρι Κίσινγκερ έλεγε ότι ήταν η πρώτη φορά που μια χώρα ανέλαβε κι έφερε σε πέρας τέτοιου είδους αποστολή».

Πότε ξεκινάει η ιστορία των στρατιωτικών επεμβάσεων για ανθρωπιστικούς λόγους;

«Θα έλεγα ότι η πρώτη φορά ήταν μάλλον κατά τη βρετανική εκστρατεία ενάντια στο δουλεμπόριο. Η Βρετανία κατάργησε το δουλεμπόριο το 1807 και το ίδιο το καθεστώς της δουλείας το 1833. Εκείνη την περίοδο, βρετανικά πολεμικά πλοία σταματούσαν τα δουλεμπορικά καράβια στον Ατλαντικό και οπλισμένοι ναύτες τα έψαχναν εξονυχιστικά για να δουν αν μεταφέρουν σκλάβους. Κάποια εποχή είχε φτάσει να πραγματοποιεί τέτοιες περιπολίες το ένα τρίτο του Βρετανικού Ναυτικού. Η επόμενη σημαντική ανθρωπιστική επέμβαση με στρατιωτικά μέσα, θα έλεγα ότι ήταν η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, το 1827. Τότε που η Βρετανία, μαζί με τη Γαλλία και τη Ρωσία -τα κίνητρα της οποίας ήταν περισσότερο ιμπεριαλιστικά παρά ανθρωπιστικά- βύθισαν έναν οθωμανικό στόλο, συνεισφέροντας έτσι σημαντικά στην ανεξαρτησία της Ελλάδας».

Τα κίνητρα των στρατιωτικών επεμβάσεων κατά τον 19ο αιώνα δεν συνδέονταν πάντα με τα ιμπεριαλιστικά, στρατηγικά σχέδια;

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο 19ος ήταν αιώνας φρικτού ιμπεριαλισμού και ρατσισμού. Στη μεγάλη πλειονότητά τους, οι διπλωματικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν ιμπεριαλιστικές. Υπάρχουν όμως κάποιες σημαντικές στιγμές, όταν κυβερνήσεις περισσότερο φιλελεύθερες βρέθηκαν να κινητοποιούνται από τον φιλελεύθερο Τύπο και την κοινή γνώμη, και να προχωρούν σε κινήσεις που βασίζονταν σε ιδεαλιστικά κίνητρα. Θα έλεγα ότι η Ελλάδα είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η Βρετανία είχε συμμαχήσει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ώστε να υπάρχει μια ισορροπία απέναντι στη ρωσική επέκταση στα Βαλκάνια. Αλλά όταν οι Ελληνες επαναστάτησαν το 1821, η βρετανική κοινή γνώμη τάχθηκε με μεγάλη θέρμη στο πλευρό τους. Υπό την καθοδήγηση διάσημων ανδρών, όπως ήταν ο φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ, ο οικονομολόγος Ντέιβιντ Ρικάρντο και ο βέβαια ο Λόρδος Βύρωνας, οι ακτιβιστές σχημάτισαν τη Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου, προκειμένου να πιέσουν την κυβέρνησή τους να ενεργήσει για τη σωτηρία των Ελλήνων, δρώντας έτσι κόντρα στα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας. Η Βρετανία συμμετείχε επίσης σε μία επέμβαση που πραγματοποιήθηκε υπό την ηγεσία των Γάλλων στη Συρία το 1860-61, ενώ οργάνωσε και μυστικές επιχειρήσεις για την ανατροπή μιας βάρβαρης κυβέρνησης στη Νάπολη. Στο μεταξύ, το 1848 στη Βρετανία διεξάγονταν έντονες συζητήσεις γύρω από τις επαναστάσεις εκείνης της χρονιάς, αλλά και αργότερα, το 1876, στο μεγάλο μακελειό της Βουλγαρίας.

Εχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια ηθική παράδοση, που περιλαμβάνει μεγάλες μορφές όπως ο Εντμουντ Μπερκ, ο Πέρσι Σέλεϊ, ο Τζέιμς Μάντισον, ο Βικτόρ Ουγκό, ο Ευγένιος Ντελακρουά, ο Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς, ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, ο Κάρολος Δαρβίνος, η βασίλισσα Βικτωρία και ο Θίοντορ Ρούζβελτ. Οπότε, ναι, οι ανθρωπιστικές επιχειρήσεις ήταν ένα μικρό κόμματι της ιστορίας του 19ου αιώνα, αλλά ένα κομμάτι που αξίζει να θυμόμαστε. Και η πρώιμη ιστορία των ανθρωπιστικών επεμβάσεων είναι κυρίως συνδεδεμένη με την ιστορία της Ελλάδας. Οι Ελληνες ήταν ένας από τους πρώτες λαούς της νεωτερικής εποχής που ωφελήθηκαν από την ανθρωπιστική επέμβαση.

Ακόμη κι έτσι, οι ιστορίες των ανθρωπιστών -αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό τον πιο πρόσφατο όρο- του 19ου αιώνα πώς συνεισ-φέρουν στη συζήτηση για τις ανθρωπιστικές επεμβάσεις;

«Τον 19ο αιώνα προβλέπονταν συγκεκριμένες διπλωματικές διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν ώστε να είναι σίγουρο ότι τα ανθρωπιστικά ιδεώδη δεν θα χρησιμοποιούνταν σαν δικαιολογία για κάτι που στην πραγματικότητα ήταν μια ακόμη ιμπεριαλιστική, στρατιωτική επιχείρηση. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Το 1860 έγινε μια τρομερή σφαγή στη Συρία και η Γαλλία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να στείλει στρατό. Πολύ λογικά, οι Βρετανοί ήταν καχύποπτοι, γιατί σκέφτονταν ότι η Γαλλία στην πραγματικότητα προσπαθούσε να αρχίσει την αποικιοποίηση της Συρίας. Ετσι οι μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έθεσαν στη Γαλλία σκληρούς όρους: η αποστολή θα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκή, όχι γαλλική. Δεν θα έπρεπε να αριθμεί περισσότερους από 12.000 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Γάλλοι δεν θα ξεπερνούσαν τους 6.000. Οι στρατιώτες θα εγκατέλειπαν το έδαφος της Συρίας έπειτα από έξι μήνες και η Γαλλία δεν θα είχε κανένα εδαφικό, στρατιωτικό, πολιτικό ή εμπορικό όφελος από την αποστολή. Ετσι, η Βρετανία δέχτηκε να βοηθήσει τη Γαλλία, που πράγματι αποσύρεται από τη Συρία το 1861. Να ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό παράδειγμα χρήσης της διεθνούς διπλωματίας, προκειμένου να εγγυηθεί κανείς ότι μια ανθρωπιστική επέμβαση δεν εξελίσσεται σε αρπαγή εδάφους».

Σήμερα, σε ποιες περιπτώσεις λέτε ότι δικαιολογείται η χρήση στρατιωτικών μέσων για ανθρωπιστικούς λόγους;

«Μπορούμε να τη σκεφτόμαστε σαν ενδεχόμενο μόνο στις πιο ακραίες περιπτώσεις -όπως ήταν η Ρουάντα. Υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορεί να πάνε στραβά όταν στέλνεις στρατεύματα, ώστε οφείλεις να είσαι πάρα πολύ προσεκτικός. Μιλάμε για ακραία επιλογή, για τις πιο ακραίες καταστάσεις - αναλαμβάνεται σε περιπτώσεις γενοκτονίας. Στη Βοσνία, το ΝΑΤΟ είχε δοκιμάσει πολλές διαφορετικές διπλωματικές πρωτοβουλίες: διαπραγματεύσεις, οικονομικές κυρώσεις, ακόμη και μια ειρηνευτική δύναμη. Ο πόλεμος συνεχιζόταν επί τριάμισι χρόνια κι είχαν χαθεί κάπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι».

Στη Ρουάντα θα έπρεπε η Ευρώπη και οι ΗΠΑ να έχουν παρέμβει άμεσα με στρατιωτικά μέσα;

«Ναι, είχαν ηθικό καθήκον να προσπαθήσουν να σταματήσουν τη γενοκτονία. Επρόκειτο για την προμελετημένη εξόντωση σχεδόν 800.000 ανθρώπων, μια επιχείρηση στοχευμένη στη φυλή των Τούτσι. Είχαν υπάρξει προειδοποιήσεις εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών, της CIA και των βελγικών μυστικών υπηρεσιών. Ο Καναδός στρατηγός Ρομέο Νταλέρ -διοικητής της δύναμης του ΟΗΕ στη Ρουάντα- εκλιπαρούσε για ενισχύσεις. Οσο βρισκόταν σε εξέλιξη η γενοκτονία, το κύριο διεθνές ενδιαφέρον ήταν να στείλουν στη χώρα καλά οπλισμένους Γάλλους, Βέλγους και Ιταλούς στρατιώτες για να εκκενώσουν τη χώρα από τους δικούς τους υπηκόους, όχι για να προστατεύσουν τους Τούτσι. Ο Νταλέρ είπε ότι θα μπορούσε να είχε σταματήσει τη γενοκτονία μόνο με 5.000 στρατιώτες. Μπορεί ο αριθμός αυτός να είναι μικρός, πάντως σίγουρα η Δύση θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ περισσότερες κινήσεις. Σας θυμίζω ότι δεν μπήκαμε καν στον κόπο να δοκιμάσουμε μη στρατωτικά μέσα για να τους σώσουμε. Δεν πέταξαμε από τα Ηνωμένα Εθνη την κυβέρνηση τη γενοκτονίας -δεν την πέταξαμε καν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Και ο Μπιλ Κλίντον δεν απείλησε τους ηγέτες της Ρουάντας με δίκες για εγκλήματα πολέμου».

Θεωρείτε ότι ο πρόεδρος Ομπάμα είναι σε καλό δρόμο όσον αφορά την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των ΗΠΑ;

«Ναι, έχει ήδη κάνει πολύ σωστές κινήσεις για να αποκαταστήσει το ηθικό κύρος και την αξιοπιστία της χώρας. Σε αντίθεση με τον Μπους, ο Ομπάμα ακούει τι λέει ο υπόλοιπος πλανήτης και παίρνει πολύ σοβαρά τις διεθνείς ανησυχίες. Ηδη έβαλε τέλος στα βασανιστήρια, προετοιμάζει το κλείσιμο του Γκουαντάναμο και εργάζεται για το τέλος του πολέμου στο Ιράκ. Εχει επικρίνει τόσο τα αρνητικά στερεότυπα που έχει μερίδα Αμερικανών για τους Ευρωπαίους όσο και τα αρνητικά στερεότυπα που μερίδα των Ευρωπαίων έχει για την Αμερική. Επιθυμεί μια ισχυρή Ευρώπη, αυτήν που θέλει να έχει σύμμαχο, ενώ κάνει κινήσεις για την αντιμέτωπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και για να σταματήσει την επέκταση των πυρηνικών. Πάντως, οφείλουμε όλοι να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες. Ο Ομπάμα έχει αναλάβει τεράστιες ευθύνες. Εχει στα χέρια του μια παγκόσμια οικονομική κρίση, τις απειλές της Αλ Κάιντα, τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, το ενδεχόμενο της κατάρρευσης του Πακιστάν, την πρόθεση του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, την αδιαλλαξία της Βόρειας Κορέας, την άνοδο της Κίνας - μεταξύ άλλων. Δεν νομίζω ότι είναι εφικτό να τα χειριστεί όλα τέλεια, αλλά είναι ένας έξυπνος και σοβαρός πρόεδρος».

Ποιες είναι οι θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση στα Βαλκάνια και την εισβολή στο Ιράκ;

«Στη Βοσνία η επέμβαση ήταν ανθρωπιστική, στο Ιράκ ήταν στρατηγική. Στη Βοσνία ο στόχος ήταν αποκλειστικά η προστασία των άμαχων Βόσνιων πολιτών. Δεν υπήρχε κανένα στρατηγικό όφελος για την Αμερική ή την Ευρώπη, γεγονός που εν μέρει εξηγεί τη μεγάλη καθυστέρηση της Δύσης να παρέμβει για να βάλει τέλος στην αιματοχυσία. Ηταν μια ΝΑΤΟϊκή αποστολή, με ισχυρή στήριξη από χώρες όπως η Βρετανία και η Γερμανία, δεν ήταν μονομερής αμερικανική επιχείρηση. Και ήταν μια άμεση αντίδραση σε αγριότητες όπως η σφαγή της Σρεμπρένιτσα, τον Ιούλιο του 1995. Στο Ιράκ υπήρχε ένας στρατηγικός στόχος των ΗΠΑ: να καταστραφούν τα όπλα μαζικής καταστροφής. Ο Σαντάμ είχε εφιαλτικές επιδόσεις στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά δεν ήταν αυτό που κινητοποίησε το Λευκό Οίκο».

Gary J. Bass, «Freedom's Battle: The Origins of Humanitarian Intervention», Knopf

Το φιάσκο του Ιράκ

Μετά το Ιράκ είναι πολύ δύσκολο πλέον να μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα και εκδημοκρατισμό.

Ηταν σοβαρό πλήγμα για το διεθνές προφίλ των ΗΠΑ. Σήμερα οι Αμερικανοί είναι σε πολύ αντιπολεμική διάθεση και ο Μπους ένας από τους πλέον αντιδημοφιλείς προέδρους στην ιστορία της χώρας. Νομίζω ότι είναι καλό που θυμάται ο αμερικανικός λαός πόσο επικίνδυνες είναι οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι μονομερείς αποφάσεις, πόσα δεινά μπορεί να προκαλέσει η στρατιωτική δράση και πόσο τρομακτική για τον υπόλοιπο κόσμο μπορεί να είναι η αμερικανική ισχύς. Η οκταετία Μπους υπήρξε διδακτική.

Ομως, στην πραγματικότητα, ο Μπους δεν εισέβαλε στο Ιράκ για να προστατεύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ιρακινών. Το 1988, όταν ο Σαντάμ δολοφονούσε με δηλητηριώδη αέρια τους Κούρδους, οι ΗΠΑ -όπως και η Σοβιετική Ενωση- υποστήριζαν την κυβέρνησή του. Ο Μπους, ο Τσένι και ο Ράμσφελντ εισέβαλαν στο Ιράκ με το πρόσχημα πως ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε όπλα μαζικής καταστροφής. Οταν αποδείχτηκε ότι τα όπλα ήταν ανύπαρκτα, ο Λευκός Οίκος έπρεπε να αλλάξει ρητορική, οπότε άρχισε να μιλάει για εκδημοκρατισμό του Ιράκ - κάτι που ουδέποτε υπήρξε κίνητρο της εισβολής».

Η τραγωδία της Βοσνίας

Πιστεύετε ότι, στην περίπτωση της Βοσνίας, η Ευρώπη δεν ανταποκρίθηκε στις ηθικές υποχρεώσεις της;

«Ναι, αλλά το ίδιο πιστεύω και για την Αμερική· δεν θα έριχνα όλο το φταίξιμο στα ευρωπαϊκά κράτη. Ομως ας δούμε τι έγινε. Πρώτα, η Ευρώπη κάνει κινήσεις για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Κροατίας και της Σλοβενίας το 1991, αφήνοντας στη Βοσνία δύο φοβερές επιλογές: είτε να παραμείνει απομονωμένη μέσα σε γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, που κυριαρχείται από την όλο και πιο εθνικιστική Σερβία του Μιλόσεβιτς, είτε να πάρει το ρίσκο να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει πόλεμο. Επειτα, τα Ηνωμένα Εθνη επιβάλλουν στη Γιουγκοσλαβία εμπάργκο όπλων, που εφαρμόζεται για τη Βοσνία. Αυτό μεταφράζεται σε στρατιωτικό πλεονέκτημα για τις σερβικές δυνάμεις, που διαθέτουν βαρύ οπλισμό: όπλα και πυρομαχικά. Η Βοσνία πλεονεκτεί σε ανθρώπινο δυναμικό, αλλά το εμπάργκο όπλων σημαίνει ότι ο βοσνιακός στρατός δεν μπορεί να προστατεύσει τον άμαχο πληθυσμό. Τέλος, οι κανόνες της ειρηνευτικής αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη Βοσνία αφορούν μάλλον την προστασία των δικών τους στρατιωτών -Βρετανών, Γάλλων, Δανών και Καναδών- παρά των Βόσνιων αμάχων. Στις αρχές της δεκαετίας του '90, πολλοί Ευρωπαίοι έλεγαν ότι είναι δική τους δουλειά να φροντίσουν να αποκατασταθεί η τάξη στη γειτονιά τους. Συμφωνώ απολύτως ότι για την Ευρώπη πρέπει να έχουν το νου τους οι Ευρωπαίοι. Κανείς δεν θέλει να ανακατεύονται οι Αμερικανοί. Μακάρι η Ευρώπη να είχε διαχειριστεί το θέμα της Βοσνίας, αλλά δεν το έκανε».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Βίοι και Πολιτείες