Έντυπη Έκδοση

Μια ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μέθοδος, στο πλαίσιο της υβριδικής θεραπείας

Αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής

Η κολπική μαρμαρυγή είναι η συχνότερη αρρυθμία της καρδιάς, αν σκεφτεί κανείς ότι 1% του συνολικού πληθυσμού πάσχει από αυτή. Η συχνότητα αυτή αυξάνεται σε 4% σε ασθενείς μεγαλύτερους από 60 ετών και σε 7% σε ηλικίες άνω των 70 ετών.

Οι πάσχοντες «νιώθουν έναν καλπασμό στην καρδιά τους», όπως χαρακτηριστικά λένε. Μπορεί να συνοδεύει άλλες νόσους της καρδιάς, όπως ανωμαλίες της μιτροειδούς βαλβίδας, αλλά και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα αφού προκαλεί τη δημιουργία θρόμβου και έτσι πιθανών εγκεφαλικών επεισοδίων.

Οι προσπάθειες αντιμετώπισης της κολπικής μαρμαρυγής άρχισαν το 1973, ενώ η πρώτη διαδερμική προσπάθεια έγινε το 1982 και η τελειοποίηση της αντιμετώπισής της με χειρουργική μέθοδο στις αρχές της δεκαετίας του '90, με την περίφημη αλλά εξαιρετικά πολύπλοκη επέμβαση ΜΑΖΕ ΙΙΙ.

Τα αποτελέσματα της επέμβασης αυτής είναι 90-100%, με πιθανότητα τοποθέτησης βηματοδότη 9%. Με δεδομένο ότι η κολπική μαρμαρυγή αφορά κυρίως τους ασθενείς με ηλικία μεγαλύτερη των 60 ετών, το πολύπλοκο της επέμβασης ΜΑΖΕ και οι κίνδυνοι που απορρέουν από αυτή προέτρεψαν τους μοντέρνους καρδιοχειρουργούς να εφεύρουν εξελιγμένους και λιγότερο επεμβατικούς τρόπους, που να αποφεύγουν τον χωρισμό του στέρνου για να την αντιμετωπίσουν.

Αντικειμενικός στόχος είναι πάντα η θερμική βλάβη σε όλο το τοίχωμα του αριστερού κόλπου της καρδιάς, που μπορεί να γίνει είτε με μικροκύματα είτε με ραδιοσυχνότητα είτε με κρυοπηξία είτε με υπερήχους.

Ο ρόλος των πνευμονικών φλεβών και του οπίσθιου τοιχώματος του αριστερού κόλπου στη γένεση της κολπικής μαρμαρυγής είναι σαφώς τεκμηριωμένος. Περαιτέρω διαπίστωση είναι ότι εστίες πρόκλησής της είναι τα στόμια των πνευμονικών φλεβών. Ετσι, οι τεχνικές επικεντρώθηκαν στον αποκλεισμό των περιοχών αυτών της καρδιάς είτε διαδερμικά στο εσωτερικό της καρδιάς από ηλεκτροφυσιολόγους, είτε χειρουργικά από την έξω επιφάνεια της καρδιάς από τους καρδιοχειρουργούς. Τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά όμως μόνο για τη διαλείπουσα κολπική μαρμαρυγή, δηλαδή την παροξυσμική ή την εμμένουσα και όχι τη συνεχή μόνιμη χρόνια κολπική μαρμαρυγή.

Οι διαδερμικές μέθοδοι κατάλυσης για την κολπική μαρμαρυγή είναι μεν ελάχιστα επεμβατικές, χωρίς δημιουργία χειρουργικής τομής, εξελισσόμενες, αλλά παραμένουν πολύωρες, επίπλοκες και μη απόλυτα επιτυχείς.

Σήμερα, η χειρουργική κατάλυση, όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατη έκθεση της ευρωπαϊκής εταιρείας καρδιακού ρυθμού, απευθύνεται σε ασθενείς με αποτυχημένες προηγούμενες μία ή περισσότερες διαδερμικές καταλύσεις ή ασθενείς στους οποίους δεν ενδείκνυται η διαδερμική κατάλυση. Τα αποτελέσματα είναι σχεδόν απολύτως επιτυχή.

Η εξέλιξη των καθετήρων επέτρεψε τη διενέργειά τους χωρίς στερνοτομή, χωρίς εξωσωματική κυκλοφορία και τη δημιουργία πολύ μικρών τομών στο δέρμα της δεξιάς πλευράς του σώματος του ασθενή με τη βοήθεια ενδοσκοπικών εργαλείων, δηλαδή με τη βοήθεια κάμερας, όπως σε περιπτώσεις λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής.

Ο ασθενής υποβάλλεται σε χειρουργική κατάλυση του αριστερού κόλπου είτε απλά μόνο σε αυτή είτε σε συνδυασμό με τη διαδερμική κατάλυση. Φαίνεται, δε, ότι ο συνδυασμός των δύο μεθόδων, της διαδερμικής και της ελάχιστα επεμβατικής μεθόδου, ο υβριδικός τρόπος -όπως αποκαλείται- αποτελεί την απόλυτη λύση για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής. Στις περιπτώσεις αυτές, ο χρόνος της συνδυασμένης επέμβασης είναι κατά πολύ συντομότερος, το ποσοστό επιτυχίας μεγαλύτερο, ενώ οι κίνδυνοι ελαχιστοποιούνται. Σύντομα ξεκινούν και στη χώρα μας ανάλογες ελάχιστα επεμβατικές χειρουργικές επεμβάσεις.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Υγεία
Με λέξεις-κλειδιά
Καρδιολογία