Έντυπη Έκδοση

Σχόλια για τον κόσμο που φεύγει

Σελίδες από το ποιητικό ημερολόγιο που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις το καλοκαίρι του 1967 στη Νέα Υόρκη

Σκέψεις, στίχοι και σουρεαλιστικά αποφθέγματα του Μάνου Χατζιδάκι με αφορμή κάποια δημοσιεύματα των ελληνικών εφημερίδων που έφταναν στη Νέα Υόρκη, τον καιρό που ζούσε και εργαζόταν εκεί. Σκέψεις, στίχοι και σουρεαλιστικά αποφθέγματα του Μάνου Χατζιδάκι με αφορμή κάποια δημοσιεύματα των ελληνικών εφημερίδων που έφταναν στη Νέα Υόρκη, τον καιρό που ζούσε και εργαζόταν εκεί. Το καλοκαίρι του 1967 ήταν ένα από τα πιο θερμά για την αμερικανική νεολαία. Χιλιάδες χίπι γιόρταζαν στο Σαν Φρανσίσκο με λουλούδια και ροκ κι άλλοι τόσοι διαδηλωτές μάχονταν στο Ντιτρόιτ με τους αστυνομικούς και τα γκλομπ.

Εγκατεστημένος ήδη στη Νέα Υόρκη, ο Μάνος Χατζιδάκις απολάμβανε ότι η μητρόπολη τον κρατούσε, όπως έλεγε, «ζωντανό, επιστρατευμένο και παρόντα».

Κι όσο για την Αθήνα, την πόλη που, όπως έγραφε σαν προδομένος εραστής, «τη λάτρευα, τη γνώριζα βαθιά», τώρα που μούδιαζε μέσ' στον χουντικό γύψο, γινόταν πια για κείνον «πιο ξένη και από την πιο μακρινή πόλη του κόσμου».

Ηταν ένα βράδυ εκείνου ακριβώς του καλοκαιριού, που ο συνθέτης τακτοποίησε στη γραφομηχανή του μια κίτρινη κόλλα χαρτί, από αυτές που χρησιμοποιούσε για την αλληλογραφία του. Πολλές από τις προσωπικές επιστολές του ήταν σπαρμένες με πολύχρωμα λουλούδια κι άλλα χάρτινα, κομψά στολίδια («Ο ροκ Χατζιδάκις της Αμερικής», «7», 18/1/2009).

Ομως, αυτή τη φορά έγραψε με αυστηρά, στοιχισμένα μαύρα και κόκκινα γράμματα: «ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΠΩΣ ΦΕΥΓΕΙ. ΤΟΜΟΣ Ι, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1967, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ».

Ηταν ο δικός του τρόπος να πειθαρχήσει τις πιο μύχιες σκέψεις του; Οχι ακριβώς. Ηταν η πρώτη σελίδα ενός ασυνήθιστου ημερολογίου, που θα έφτιαχνε τους επόμενους μήνες από καθημερινές λεπτομέρειες απ' όλο τον κόσμο, τις οποίες συγκέντρωνε κυρίως από ελληνικές εφημερίδες που έβρισκε στη Νέα Υόρκη, και τις οποίες σχολίαζε ο ίδιος με ευφυΐα, τρυφερότητα και χιούμορ.

Στίχοι για ένα ναυάγιο

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται αύριο από το θάνατό του. Και η αλήθεια είναι ότι δεν του άρεσαν οι επετειακές εκδηλώσεις: «Δε μ' αρέσει η αναμνησιολογία, την απεχθάνομαι» είχε δηλώσει εγγράφως. «Είναι χειρότερη κι από μνημόσυνο. Τι πάει να πει "μνημόσυνο"; Κάποιον που δεν θυμάμαι και μια δεδομένη στιγμή, καθορισμένη, οφείλω να τον θυμηθώ». Ομως, στην πραγματικότητα τον θυμόμαστε πολύ συχνότερα κι ίσως αυτό μας επιτρέπει να το κάνουμε άλλη μια φορά. Πόσω μάλλον όταν αυτές οι λακωνικές σημειώσεις του χρησιμεύουν ως μικρά μαθήματα ευαισθησίας. Αλλά και της ικανότητας να διακρίνεις στην καθημερινότητα εκείνες τις στιγμές της που κερδίζουν το δικαίωμα ν' ανήκουν στα χρονικά της ποίησης.

* «Κατέπλευσεν η... πρύμνη πλοίου εις τον Πειραιά», αναγγέλλει μια εφημερίδα, μιλώντας για ένα τμήμα κυπριακού δεξαμενόπλοιου, που είχε ναυαγήσει στις Αζόρες και ρυμουλκήθηκε ώς την Ελλάδα. Και ο Χατζιδάκις εμπνέεται τους στίχους: «Πρύμνη του πλοίου μοναχή/ να μπαίνει στο λιμάνι/ χωρίς καμία ταραχή/ δοκιμασία και κραυγή/ για μας που συνηθίσαμε/ το τέλος την αρχή/ που δίχως φαντασία/ μάς είναι όχι φυσική/ μια παρουσία/ μισή/ ενός μεγάλου καραβιού/ η μελαγχολία/ τού άλλου μισού/ την απουσία/ για μας που εννοούμε μόνον/ ό,τι έχει τέλος/ και αρχή».

* Δεν είναι το μόνο ποίημά του που ξεκινά από ένα μονόστηλο. Από τα «Νέα» μαθαίνει την ιστορία του Βιργκολίνο, του μεγαλύτερου ληστή της Βραζιλίας, που το 1938 περικυκλώθηκε από τις αρχές στο τελευταίο του κρησφύγετο και εκτελέστηκε μαζί με 13 συντρόφους του.

Αν και το δημοσίευμα επισημαίνει ότι επρόκειτο για σαδιστή και αδίστακτο εγκληματία, ο συνθέτης προτιμά να τον δει ως έναν καγκασέιρο, έναν αντάρτη που ζούσε στα βουνά ελεύθερη ζωή:

«Ο κόσμος τον έλεγε ληστή/ τον Βιργκολίνο/ γιατί τον εφοβήθη απ' την αρχή/ γιατί κανείς δεν τόλμησε να δει/ τ' όμορφο πρόσωπό του./ Ετσι κι αυτός έζησε μόνος/ κι ελάτρεψε τη φύση/ και τη Δύση./ Περιφρονούσε τους πολλούς/ και την αδυναμία/ και πολεμούσεν το κακό/ από άμυνα κι από καϋμό/ έχοντας λάφυρα/ την θλίψη, την μελαγχολία./ Ποια η διαφορά του απ' τους γενναίους στρατηγούς/ από τους ήρωας τους εθνικούς/ κι άλλους πολλούς που αναφέρει η Ιστορία./ Αυτός υπήρξε τίμιος, συνεπής/ δεν ντύθηκε προσχήματα και χρώματα εθνικά/ γι' αυτό κι επαγιδεύθη κι εφονεύθη/ σαν ληστής./ Αυτός, ο Βιργκολίνο, ο ποιητής».

* Οι ιστορίες όπου αναδύεται το γελοίον του μεγαλείου και το προσωρινό της εξουσίας γοητεύουν τον Χατζιδάκι. Με όποια μορφή και αν τις συναντά:

«Ο νεοφώτιστος εις το επάγγελμα του τορεαντόρ Ανζέλ Ραντρίγκεζ, επωνομαζόμενος "Ανζελέτε", εγελοιοποιήθη ενώπιον χιλιάδων θεατών εις το Σαν Σεμπαστιάν, όταν ο ταύρος τού έσχισε με τα κέρατά του το πανταλόνι και τον έσυρε μερικά μέτρα εντός της αρένας», γράφει το «Βήμα» τον Ιούλιο του '67. Κι εκείνος σημειώνει δίπλα στη φωτογραφία: «Το νάσαι ήρωας/ για τον λαό/ δεν απέχει πολύ/ από το γελοίον».

Οι άνεργοι μισθοφόροι

* Στην ίδια εφημερίδα ξεχωρίζει κι άλλο ένα στιγμιότυπο: Μερικοί άντρες κουβεντιάζουν με το ένα χέρι στην τσέπη και το άλλο απασχολημένο με μια μπίρα. Η λεζάντα διευκρινίζει: «Μετά το άδοξον τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων εις το Κονγκό, ομάς μισθοφόρων ευρίσκεται εις το Λονδίνον αναζητούσα εργασίαν». Και ο Χατζιδάκις σχολιάζει: «Οι μισθοφόροι αυτοί δεν έχουν εργασία/ και μένουν έρημοι και μοναχοί/ με το παιχνίδι της ζωής στα μακρυά τους δάχτυλα/ άχρηστο, ανίερο και πληκτικό/ Κρίμας. Και κάποτε πιστέψανε/ πως ήσαν ωραίοι και δυνατοί!»

* Ο Μωΰς Τσόμπε, ένα «υπόλειμμα πρώιμου αφρικανικού μεγαλείου», όπως τον χαρακτηρίζει πάνω από τη φωτογραφία του στη φυλακή, τον απασχολεί σε αρκετές από τις σημειώσεις του. Κι αν η περιπέτεια του πρώην πρωθυπουργού του Κονγκό ήταν μια από τις πρώτες ειδήσεις εκείνου του καιρού, ο συνθέτης στέκεται και σε μιαν άλλη, μ' έναν ελάσσονα αφρικανό πρωταγωνιστή:

«Ο βραβευμένος φύλαρχος/ Αλβέρτος Τζων Λονθούλι/ απ' το Ντερμπάν της Αφρικής/ βρήκε τον θάνατο/ από περαστική αμαξοστοιχία/ εις την γεροντικήν του ηλικία/ των εβδομήντα οκτώ χρονώ./ Τον ελυπήθη η Ιστορία/ και τον επήρε ο ουρανός/ εις την στιγμή που αδυνατούσε/ ν' αντιδράσει/ ως φύλαρχος Αφρικανός».

* Μερικά αποκόμματα είναι κολλημένα τακτικά σε γαλάζιες ή πράσινες σελίδες χωρίς σχόλιο. Σκόπευε να το προσθέσει αργότερα; Μπορεί και όχι. Ισως να ήθελε ν' ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης τι γοήτευσε εκείνον ανάμεσα σε δυο απλές αράδες: «ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΙΣΤΩΝ. ΤΟΥΡΙΝΟ 7 Αυγούστου. - Κατά την διάρκειαν επιδείξεων, δύο αλεξιπτωτισταί εύρον τραγικόν θάνατον, όταν τα αλεξίπτωτά των περιεπλάκησαν μεταξύ των», γράφει το «Βήμα».

* Κι ένα μονόστηλο από τα «Νέα», κολλημένο κι αυτό σε γαλάζιο χαρί, σαν τον ουρανό: «Απέθανε ενώ παρεκάλει τον Θεόν να την "καλέσει πλησίον Του" μια ηλικιωμένη γυναίκα εις το Μιλάνον, που δεν είχε κανένα εις τον Κόσμον. Η Τερέζα Τελπινιόνι είχεν είπει εις μιαν γειτόνισσαν: "Δεν έχω την δύναμιν να αυτοκτονήσω. Πηγαίνω διά να προσευχηθώ"».

* Η μοναξιά, ο θάνατος, μπορούν συχνά να έχουν μια ερωτική απόχρωση στην ποιητική παλέτα του Χατζιδάκι. Διαβάζει: «Απέθανε από ηλίασιν ισπανός ποδηλατιστής». Και σχολιάζει: «Ο Βαλεντίν Ουριόνα είκοσι επτά ετών/ είς των καλυτέρων της Ισπανίας ποδηλατιστών/ τον ηράσθη ο Ηλιος/ και τον απήγαγεν/ εν μεσημβρία!»

Ο Καζανόβας (δεν) ήταν ψεύτης

* Και φυσικά, ο έρωτας είναι για κείνον ελεύθερος από καθωσπρεπισμούς: «Ο Καζανόβας ήταν ψεύτης» διαβάζει στο «Βήμα». Με τη διευκρίνιση: «Ισπανός ακαδημαϊκός αμφισβητεί τα ερωτικά του κατορθώματα όπως περιγράφονται στα "Απομνημονεύματά" του». Και απαντά:

«Λάθος - δεν ήτο ψεύτης/ υπήρξεν πράγματι μεγάλος/ γιατί η μεγάλη ηδονή/ προέρχεται από κείνο που ποθείς/ και διόλου απ' ό,τι πραγματοποιείς/ Κι αυτός - δίχως καμμίαν αμφιβολία/ πολύ επόθησεν./ Γι' αυτό και δεν τον αναφέρι η ιστορία/ από αντιζηλία, απλώς/ κι από ανόητη ηθική».

* Αλλοτε πληροφορείται ότι η ινδική κυβέρνηση «απεφάσισε να υιοθετήση ένα πρωτότυπο όσο και επληκτικό μέτρο (για να μειώσει τη γεννητικότητα): να δώση σε κάθε άντρα και σε κάθε γυναίκα από ένα τρανζίστορ φθάνει να δεχθούν να υποστούν στείρωση». Και γράφει σκωπτικά: «Οι Ινδοί πρώτοι/ καθιερώνουν/ και δη - επισήμως/ την πράξιν την ερωτικήν/ δίχως προσχήματα/ θρησκευτικά./ Επί τέλους ελευθερούται ο Ερως/ από τας υποχρεώσεις που του επέβαλον/ ξέναι θρησκείαι/ και πλέον παρουσιάζεται/ γυμνός-/ ως εγεννήθη».

* Το ίδιο με τον έρωτα γοητεύει τον συνθέτη η αντίσταση στο δεδομένο, η εξερεύνηση. Να τι γράφει για «μυστηριώδη εξαφάνισιν αγρότου 19 ετών», που έφυγε από το σπίτι του με κάποια πρόφαση: «Και να τον βρούνε, τι ωφελεί;/ Αυτός γνωρίζει/ πως εκινδύνευε απείρως πιο πολύ/ απ' το πηγάδι της αυλής του/ και των δικών του τη στοργή./ Και να τον βρούνε πάλι θα φύγει/ γιατί γνωρίζει/ ποιος κίνδυνος πραγματικά τον απειλεί».

* Το χιούμορ του είναι συχνά σουρεαλιστικό. Οπως όταν σχολιάζει την είδηση του «Εθνους» ότι ένα «Ταξί τρέχει με νεκρόν οδηγόν» (ο οποίος είχε πάθει ανακοπή ενώ οδηγούσε): «Το τραγικόν/ δι' ένα νεκρόν οδηγόν/ είναι, που σαν γενεί νεκρός/ σαν έρθει η ώρα του - που λέμε/ δεν σταματά ως πράττουν οι νεκροί/ μα κείνος εξακολουθεί/ να τρέχει ανά τας οδούς/ παραβιάζων - ως συνήθως-/ τας αυστηράς τροχαίας διατάξεις».

* Αλλοτε κάνει κολάζ από φωτογραφίες έργων τέχνης, αλλά κι επεισοδίων με αστυνομικούς και φοιτητές, κρατά αποκόμματα για τον Ντε Γκολ, την Γκόλντα Μέιρ και τον Κένεντι ή αστειεύεται με το έντονο βλέμμα του Φεντερίκο Φελίνι σε μια φωτογραφία του: «Είναι πραγματικά τόσο μεγάλος ώστε να του εμπιστευόμαστε την όρασή μας;»

* Κι ας τελειώσουμε το ξεφύλλισμα αυτού του μοναδικού ημερολόγιου μ' ένα ακόμα αστείο, που αφορά τον ίδιο τον τύπο, που το τροφοδότησε: «Απαγορεύεται η περιτύλιξις ιχθύων εις εφημερίδας» ανακοινώνουν τα «Νέα».

Και ο Χατζιδάκις: «Τοιουτοτρόπως δεν θα δύνανται πλέον οι ιχθείς ν' αναγιγνώσκουν ελληνικάς εφημερίδας!» *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική