Έντυπη Έκδοση

Με γυρισμένη πλάτη στην πραγματικότητα

Χαμένοι στο διαδίκτυο

επιμέλεια: Μισέλ Φάις

πρόλογος: Τιτίκα Δημητρούλια

εκδόσεις Πατάκη, σ. 360, 14,50 ευρώ

Χαμένοι, όχι τόσο στο διαδίκτυο όσο στη ζωή, εμφανίζονται οι ήρωες στα δέκα διηγήματα του ανά χείρας τόμου. Στο διαδίκτυο μπορούν να αποκαταστήσουν απώλειες κάθε λογής, ξαναβρίσκοντας εκεί ό,τι έχουν χάσει στον πραγματικό κόσμο, έστω και ψευδαισθητικά. Εκεί τα πίξελ παρασιωπούν τις ανεπάρκειες, τα κενά πληρούνται, ο εαυτός ρετουσάρεται, τα λάθη διαγράφονται, εν ολίγοις η ζωή απαλλάσσεται από περιττά βάρη. Επί της οθόνης του υπολογιστή όλες οι προοπτικές μοιάζουν, ως εκ θαύματος, και πάλι ανοιχτές, θαρρείς και τα δάχτυλα μιας ύπαρξης αρτιγενούς ψαύουν κάθε φορά το πληκτρολόγιο. Στα περισσότερα πεζά το διαδίκτυο εξεικονίζεται σαν ένα απρόσβλητο καταφύγιο, μια αδιάρρηκτη θωράκιση ενάντια στο πραγματικό. Θωράκιση που συνίσταται κατά μείζονα λόγο στην πλαστοπροσωπία, στο μασκάρεμα του αληθινού προσώπου με θελκτικότερα, ευκταία προσωπεία. Οι θαμώνες του διαδικτύου, είτε συνομιλούν σε chat rooms είτε θριαμβεύουν σε εικονικές μάχες βιντεοπαιχνιδιών είτε αναρτούν κείμενα στα ιστολόγιά τους είτε ακκίζονται στο facebook, δοκιμάζουν μεταμφιέσεις, προσμένοντας την ανταπόκριση αγνώστων, επίσης μασκοφόρων. Υποδυόμενοι δυνάμει «εγώ» ανοίγονται σε ποικίλα ενδεχόμενα, ελπίζοντας στην υλοποίηση ακόμα και των πιο άπληστων επιθυμιών τους. Βέβαια, γνωρίζουν εκ των προτέρων πως κάθε νίκη της εικονικής τους ύπαρξης δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυταπάτη. Από το άλλο μέρος, η ψευδαίσθηση κοινωνικότητας που προσφέρει το διαδίκτυο λειτουργεί σαν αντίβαρο σε μια καταθλιπτική μοναχικότητα. Στην απαντοχή της κοινωνικοποίησης μπορεί να διαφανεί η ματαίωσή της στην πραγματική ζωή. Η διακαής ανάγκη μιας πλασματικής ζωής υποδηλώνει, στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις, την απογοήτευση ή ακόμα και την απόγνωση για τις δυσεπίτευκτες προκλήσεις της πραγματικότητας και τις αναπότρεπτες ήττες στην επικράτειά της. Υπό αυτό το πρίσμα, η σύνδεση στο διαδίκτυο δεν είναι τίποτε άλλο από υπεκφυγή. Οπως πολύ διεισδυτικά σημειώνει η Τιτίκα Δημητρούλια στον πρόλογό της, πολλοί συγγραφείς του τόμου, ιδίως εκείνοι των οποίων οι ήρωες κατατρίβονται σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, προσλαμβάνουν το διαδίκτυο σαν έναν παράλληλο κόσμο, «που συναιρείται με τον πραγματικό, την ώρα που τον αναιρεί». Διότι τελικά αποδεικνύεται πως αυτό το ψηφιακό άσυλο, αυτό το «υποκατάστατο αβίωτης ζωής» σύμφωνα με τον εύστοχο χαρακτηρισμό της Δημητρούλια, είναι εξαιρετικά ευπόρθητο από την πραγματικότητα. Και δεν είναι διόλου απίθανο το σβήσιμο του συνόρου μεταξύ των δύο κόσμων να εξωθήσει σε νοσηρές καταστάσεις, με σοβαρότερη την υποκειμενικοποίηση του πραγματικού και την εξομοίωσή του με το φανταστικό. Οι εμμανείς περιηγήσεις στο διαδίκτυο (πρέπει μάλλον να εξαιρεθούν όσες στοχεύουν στην αναζήτηση πληροφοριών) ενέχουν πάντα τον κίνδυνο της παγίδευσης σε μια ψευδή βιοτική συνθήκη, η οποία όσο πιο αναγκαία γίνεται τόσο περισσότερο δυσχερής φαντάζει η αναμέτρηση με παντοειδείς διώκτες εκτός υπολογιστή. Σημειωτέον ότι ο καινοφανής ηρωισμός που γεύονται οι παίκτες ηλεκτρονικών παιχνιδιών από την εξόντωση ψηφιακών τεράτων, έρχεται σε ειρωνική αντίστιξη με την ηττοπάθειά τους απέναντι σε απτές αντιξοότητες. Αντιγράφω και πάλι από τον πρόλογο: «Η κοινωνικότητα του παιχνιδιού αντισταθμίζει την προϊούσα απομόνωση του παίκτη στην πραγματική ζωή και οι εικονικές ανταμοιβές τον παρηγορούν για όλες τις αληθινές του αποτυχίες».

Τα διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή προέκυψαν από διαγωνισμό με θέμα την πρόσληψη του κυβερνοχώρου στη σημερινή εποχή. Δύο δόκιμοι πεζογράφοι, ο Χρήστος Χρυσόπουλος και η Ελιάνα Χουρμουζιάδου, συμμετείχαν στη συγκρότηση του τόμου, τόσο ως μέλη της κριτικής επιτροπής όσο και ως συγγραφείς. Στο διήγημά του «Προτιμώ να κουβεντιάζω με chatbots» ο Χρυσόπουλος επανέρχεται στην προβληματική που συνέχει τα τελευταία του βιβλία («Το γλωσσικό κουτί», «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον»), όπου διερευνά τα όρια της συγγραφικής δικαιοδοσίας και τη δυνατότητα της γλώσσας να σημαίνει, εξετάζοντας εδώ ευρηματικά και, το σημαντικότερο, σε αμιγώς διαδικτυακή διάλεκτο κατά πόσο ευσταθεί η τεχνητή νοημοσύνη. Η αλλόκοτη, αδιανόητη γλώσσα στην οποία εκφέρεται ο διάλογος (διηθημένος μέσα από λογισμικό αυτόματης μετάφρασης) ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και τρία «Ρομπότ συνομιλίας» υπονομεύει εκ των έσω την ευφυΐα των τεχνητών γλωσσικών οντοτήτων του διαδικτύου. Ο Χρυσόπουλος μέσω του γλωσσικού του πειράματος θέτει παιγνιωδώς το ζήτημα της σύμβασης μεταξύ πομπού και δέκτη στο πλαίσιο μιας επικοινωνίας με προσυμφωνημένο κώδικα, τονίζοντας σε υποσημείωσή του τη συναίνεσή του στην εξαπάτηση του «bot». «Με ξεγελάει. Το γνωρίζω. Το αποδέχομαι. Και συνεχίζω να του μιλώ λες και με καταλαβαίνει. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κατανοεί από μένα». Ο δικηγόρος στο πεζό της Χουρμουζιάδου, με τον εύγλωττο τίτλο «Μέση ηλικία», προτίθεται να αγνοήσει τις ενδεχόμενες απάτες των ψηφιακών συνομιλητών του, κατά προτίμηση γένους θηλυκού, προκειμένου να ανακτήσει τον ενθουσιασμό του για τη ζωή. Ωστόσο, η περιφρόνηση που του προκαλούν «οι βιρτουόζοι του ποντικιού και του πληκτρολογίου», καθιστά αμφίβολη την εκπλήρωση της προσδοκίας του.

Το διήγημα του Θοδωρή Χιώτη, «Φανταστικό τοπίο 4.1 (Betamix)», συγγενεύει με αυτό του Χρυσόπουλου ως προς την πειραματική του υφή και την απροσδιοριστία του νοήματος, κατακερματισμένου σε τρεις αλληλοσυμπληρούμενες αφηγήσεις που μιμούνται τη δομή υπερκειμένου, αλλά η ενδιαφέρουσα σύλληψη δεν κατορθώνει να υπερκεράσει την ακαταληψία και τον ναρκισσισμό του αποτελέσματος. Αντιθέτως, στο κείμενο της Μυρτώς Καλοφωλιά, «Mezzanine», σαφώς λιγότερο φιλόδοξο από εκείνο του Χιώτη, αλλά εξίσου επιρρεπές στην ασάφεια, κυρίως λόγω του επιμερισμού του σε διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, χωρίς διακριτή ταυτότητα, αντηχεί εντέλει διαπεραστικός ο σπαραγμός της ηρωίδας που αποζητά μέσω του διαδικτύου τη λύτρωση από ένα τραυματικό παρελθόν. Την ίασή της από εσώτερα άλγη, απόρροια καθημερινής μιζέριας, προσμένει συνδεδεμένη στο διαδίκτυο και η αφηγήτρια της Μαρίας Πρωτονοταρίου στην «Ωρα της Αρπυιας», η οποία, αν και είναι επαρκώς πληροφορημένη από σχετικές ιστοσελίδες για την ενδεδειγμένη τομή στις φλέβες του καρπού, αναβάλλει τον θάνατο για να ντύσει το χέρι της με θαυματουργό γάντι, που τη μεταμορφώνει σε serial killer, μεσσία ψηφιακών συμπαικτών. Αγγίζοντας τη ζωή γαντοφορεμένη «όλα γίνονται πιο μαλακά, σχεδόν ανώδυνα». Το απρόσμενα καυστικό κλείσιμο του διηγήματος αποσοβεί προσφυώς τον διαφαινόμενο μελοδραματισμό. Η Ελενα Γελάση, επίσης, αποφεύγει επιδέξια την υπερβολική δραματοποίηση της ιστορίας της, εξαλείφοντας εντέχνως τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πραγματική και φαντασιακή ζωή. Η ηρωίδα της μέσω του blog της ενταφιάζει τον εφιάλτη που λέγεται μητέρα πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι οιοδήποτε μνήμα. Ο τίτλος του διηγήματος, «Είμαι εδώ;», είναι αναμφίλεκτα ο πιο έξυπνος του βιβλίου. Αντιθέτως, αδιάφορο ήδη από τον τίτλο φαίνεται το πεζό («Ανθρώπινος κόσμος») της Μαρίας Δαλαμήτρου, που μοιάζει αποσπασμένο από κόμικς επιστημονικής φαντασίας, συντεθειμένο από ψηφιακές σκηνές μιας δυστοπίας του μέλλοντος.

Η «Αναζήτηση» του Χρίστου Κυθρεώτη αποτελεί με απόσταση το πιο σπαρταριστό πεζό της συλλογής, αν και είναι προσχηματικά προσδεδεμένο στον θεματολογικό άξονα, στον βαθμό που τα ανιστορούμενα προτείνονται σαν την «ελεύθερη ανασύνθεση» μιας διαδικτυακής αναζήτησης. Οπως και αν έχει, το διήγημα ξεχωρίζει χάρη στη ραγδαία επιδείνωση της παράνοιας του ήρωα, ο οποίος από παράγραφο σε παράγραφο απομακρύνεται με μεγάλες δρασκελιές από το «στρατόπεδο της κοινής λογικής», οδεύοντας ολοταχώς προς έναν πολύ ρεαλιστικό, ομολογουμένως, προορισμό, «έναν κόσμο χωρίς συμπεριφορές». Μολονότι το διήγημα της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, «Εγώ και το κουνέλι», είναι εξίσου κεφάτο με εκείνο του Κυθρεώτη, εδώ η περιρρέουσα θυμηδία δεν υπερβαίνει το επίπεδο χαριτολογήματος πάνω στην εικονική εκδοχή της ευδαιμονίας. Η πίστη της Ευθυμιοπούλου στη θεία χάρη του διαδικτύου μπορεί να μη φαίνεται αρκούντως πειστική για να δικαιολογήσει την ελαφρά τη καρδία υποβάθμιση του πραγματικού, αλλά όπως θα έλεγε και ο μεσήλικας ήρωας της Χουρμουζιάδου, «πραγματικότητα είναι ό,τι επιλέγεις να ονομάσεις έτσι».

«Τι σκατά θα μου χρησιμεύσουν τα ξόρκια στον αληθινό κόσμο, ρε γαμώ το; Κάτι δεν κάνω καλά...», εξανίσταται ο ήρωας του Κώστα Γκαζή στο «Αγαπημένο σου ξόρκι», το καλύτερο πεζό της συλλογής, υπογεγραμμένο συμπτωματικά από τον νικητή του διαγωνισμού. Ο παίκτης του διηγήματος ξέρει πως το χειρότερο που μπορεί να του συμβεί δεν είναι να πεθάνει, αλλά να χάσει, εξαιτίας ακριβώς του θανάτου του, το 4% της ψηφιακής του περσόνας. Αν, όμως, αναρρώνει εύκολα από τους επάλληλους θανάτους του, δεν τα καταφέρνει το ίδιο καλά με το γόνατο της κοπέλας του που περιμένει το χέρι του. Ευφυέστατο το φινάλε της ιστορίας, δηλωτικό της αδιάπτωτης ταλάντωσης ανάμεσα σε δυνητικό και πραγματικό κόσμο. Ο αφηγητής του Γκαζή αμφιρρέπει μέχρι τέλους μεταξύ μιας δόξας άκοπης όσο και ανυπόστατης και της αγχώδους ευτυχίας από το πλησίασμα ενός άλλου σώματος. Ο αφοπλιστικός ισχυρισμός του ήρωα στο διήγημα του Κυθρεώτη προς υπεράσπιση των σωτήριων ιδεοληψιών του έναντι μιας αφόρητα υπαρκτής Άννας, επεξηγεί λακωνικά την αδημονία των περισσότερων διηγηματογραφικών ενοίκων του τόμου να ανοίξουν τον υπολογιστή τους. «Η άλλη μου επιλογή ήταν ο υπόλοιπος κόσμος».

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου
Τελευταίες ειδήσεις στην κατηγορία Βιβλίο
Οι « Χαρτογραφικές περιπέτειες» παρουσιάζονται στην Θεσσαλονίκη