Έντυπη Έκδοση

Οταν η Μαρία Φαραντούρη συνάντησε τον Μάνο Χατζιδάκι

Ολοι ξέρουμε ότι ο Μάνος Χατζιδάκις δεν αγαπούσε τις επετείους και τα μνημόσυνα. Συμπληρώνονται φέτος 15 χρόνια από τον τελευταίο Ιούνιό του. Κι όμως, δεν υπάρχει άλλος έλληνας συνθέτης ή καλλιτέχνης γενικά που η επέτειος του θανάτου του να μας γεννά την αίσθηση της απώλειας ενός δικού μας προσώπου.

Δεν είναι μόνον η απώλεια της φυσικής παρουσίας ενός χαρισματικού ανθρώπου και αναμφισβήτητα εμπνευσμένου δημιουργού αλλά και η απώλεια των στοιχείων και των δυνάμεων εκείνων που χαρακτήριζαν την προσωπικότητά του στη νεοελληνική μας μουσική και στις παρεμβάσεις του στα κοινά. Μια καλλιτεχνική και πολιτική συνείδηση που αδυνατούμε να βρούμε όμοιά της σήμερα.

Γι' αυτό τον λόγο ζητήσαμε από τη Μαρία Φαραντούρη, την κορυφαία ερμηνεύτρια τόσο του Μίκη Θεοδωράκη όσο και του Μάνου Χατζιδάκι, να μας μιλήσει για τη συνεργασία της μαζί του.

Ενα μέρος αυτής της εκτενούς συνομιλίας δημοσιεύεται εδώ.

Κυρία Φαραντούρη, πότε πρωτόρθατε σ' επαφή με τη μουσική του Χατζιδάκι;

Αρχές του '60, όταν ήμουν ακόμη μαθήτρια στο Γυμνάσιο, άκουγα πολύ ραδιόφωνο. Ηρθα σ' επαφή με τη μουσική του Μάνου για πρώτη φορά από την εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο» και από την εκπομπή της Τόνιας Καράλη «Μουσικό Λεύκωμα», που παρουσίαζαν τη μουσική του στο θέατρο κι έπαιζαν και τραγούδια του.

Μετά ήρθε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου ο Μάνος βραβεύτηκε με το τραγούδι «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», που το ερμήνευσε υπέροχα η Νάνα Μούσχουρη. Ετσι μπορώ να πω ότι από τα παιδικά μου χρόνια υπήρξα χατζιδακική. Ο Μίκης εμφανίστηκε αργότερα στη ζωή μου.

Στο Γυμνάσιο που πήγαινα τότε, θυμάμαι με τι συγκίνηση τραγουδούσαμε το «Κυπαρισσάκι», την «Τιμωρία», τον «Υμηττό», το «Χάρτινο το φεγγαράκι» -τραγούδια που για μας τα νέα κορίτσια τότε ήταν τα ερωτικά μας μυστικά.

Και πότε τον συναντήσατε;

Η πρώτη φορά ήταν το 1962. Εχω ήδη γνωριστεί με τον Μίκη, που μ' έχει ακούσει και του αρέσει η φωνή μου και από το '62-'63 ξεκινά η συνεργασία μου μαζί του. Το καλοκαίρι του '62 παρουσίασαν μαζί ένα θέαμα, μια παράσταση από κοινού. Εχουν προηγηθεί την προηγούμενη χρονιά οι παραστάσεις του Χατζιδάκι με την «Οδό Ονείρων» και του Θεοδωράκη με την «Ομορφη πόλη», που ήταν τα καλλιτεχνικά γεγονότα της χρονιάς και μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, οπότε, εφόσον ο κόσμος συζητούσε γι' αυτούς τους δύο μουσικούς με ενθουσιασμό, αποφάσισαν οι δυο τους να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε μία μουσική παράσταση, τη «Μαγική πόλη».

Και ο τίτλος που διάλεξαν, «Μαγική πόλη», παραπέμπει νομίζω στα χαρακτηριστικά της μουσικής τους.

Ακριβώς. Εκεί λοιπόν σ' αυτή την παράσταση, όπου εγώ τραγουδούσα στη χορωδία του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής, ήταν η πρώτη φορά που συνάντησα από κοντά τον Χατζιδάκι.

Ο Μάνος, που απεχθανόταν τους συλλόγους ακόμα και όταν διέθεταν χορωδίες, ερχόταν συχνά και παρακολουθούσε τις πρόβες. Κάποια φορά ο Μίκης, γεμάτος καμάρι, με παρουσίασε στον Μάνο, ο οποίος είχε προσέξει τη φωνή μου και είπε ότι θα 'ρχοταν η στιγμή που σίγουρα θα βρισκόμουν στον δρόμο του, θα συνεργαζόμασταν. Μετά προχώρησε περισσότερο: έβλεπε τη μητέρα μου που ερχόταν και μ' έπαιρνε, την πλησίασε και της είπε πόσο του άρεσε η φωνή μου. Και πραγματικά, σκέφτομαι τώρα πόσα πολλά τραγούδια ή έργα του με κύκλους τραγουδιών του έχω ερμηνεύσει, παρότι είμαι η κατεξοχήν ερμηνεύτρια του Μίκη.

Είναι η αλήθεια πως σας εμπιστεύτηκε πολύ σημαντικά έργα του. Πώς το εξηγείτε;

Ο Μάνος, αν προσέξεις, θα δεις ότι έχει κάνει συγκεκριμένες επιλογές στις φωνές που χρησιμοποίησε. Εχει γράψει τραγούδια για αντρικές αλλά και για αγορίστικες φωνές. Από τον Γ. Μούτσιο και τον Σπ. Σακκά, που είναι σπουδαίοι βαρύτονοι με κλασική παιδεία, μέχρι τις γοητευτικές ναΐφ φωνές του Γ. Ρωμανού, του Ηλία Λιούγκου, του Β. Λέκκα κ.ά.

Στις γυναικείες φωνές μπορούμε να πούμε ότι ανέδειξε κυρίως «ευρηματικές» φωνές, όπως η τζαζ φωνή της Νάνας Μούσχουρη, η οποία συνδέθηκε με τα διασημότερα τραγούδια του Μάνου, και η ιδανική Φλέρυ Νταντωνάκη με τον λυρικό της πλούτο. Η Φλέρυ ζούσε μια στη ζωή και μια στον θάνατο, όμως περνώντας μέσα από τον κόσμο του Μάνου κι αυτός στη συνέχεια από τον δικό της την οδήγησε σωστά, κι έτσι μαζί μας φανέρωσαν τον «Μεγάλο Ερωτικό».

Νομίζω ότι ύστερα από εκείνη την πρώτη συνάντηση ξανασυναντηθήκατε κι άλλη φορά.

Πράγματι, η δεύτερη συνάντηση με τον Μάνο έγινε τον Μάη του '69 στο Παρίσι, πρώτη επέτειο μετά την εξέγερση του φοιτητόκοσμου, και των νέων γενικά, τον Μάη του '68. Εγώ τότε ζούσα αυτοεξόριστη εκεί. Με φώναξε στο διαμέρισμά του για να μου παίξει στο πιάνο τα πρώτα τραγούδια που είχε συνθέσει από τον κύκλο της Μελισσάνθης, γιατί πίστευε ότι ήταν ιδανικά για τη φωνή μου. Θυμάμαι ότι ενώ άκουγα τον Μάνο να τραγουδά «Το πρόσωπο της νύχτας» ακούγονταν έξω, κάτω στον δρόμο, οι ιαχές και τα τραγούδια των νεαρών διαδηλωτών. Θαρρείς πως εκείνη τη στιγμή ήρθαν και ενώθηκαν οι δύο ήχοι και λειτούργησαν με εντονότερη φόρτιση και συγκίνηση.

Και πώς αιτιολογείτε τη δική σας φωνή γενικά στο έργο του;

Φαίνεται πως ευαισθητοποιούσα την πολιτική του συνείδηση, γι' αυτό έγραψε για τη φωνή μου τα «Παράλογα», την «Εποχή της Μελισσάνθης» και τη «Σκοτεινή Μητέρα», έργα μεγάλης ευαισθησίας και διαμαρτυρίας συγχρόνως.

Ποια κοινά σημεία υπάρχουν ανάμεσα στην ηρωίδα που ερμηνεύσατε στην «Εποχή της Μελισσάνθης» και στη «Σκοτεινή Μητέρα»;

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι, όπως ξέρουμε, ένας κατεξοχήν λυρικός συνθέτης. Η μουσική του δημιουργία βασίζεται στο συναίσθημα και στις λεπτές αποχρώσεις του. Ετσι αντιμετωπίζει με την τέχνη του και τα προβλήματα του καιρού του, τις περιπέτειες της Ελλάδας όπως ο ίδιος την έζησε στα εφηβικά του χρόνια. Η «Εποχή της Μελισσάνθης» είναι η εποχή της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Μελισσάνθη είναι η ίδια η Ελλάδα. Είναι η μητέρα, η ερωμένη, η αδελφή μέσα στα ερείπια μιας κατεστραμμένης από τον πόλεμο πόλης.

Είναι όμως και ο έρωτας, ο απόκρυφος έρωτας, ο φίλος.

Ναι, το έργο είναι αυτοβιογραφικό. Περιέχει δηλαδή στιγμές, εικόνες που έζησε, φίλους που έχασε, αναζητώντας πάντα τη Μελισσάνθη, που εκφράζει έναν προσωπικό του συμβολισμό της τέχνης και της ζωής. Ο καλλιτέχνης πιστεύει στο απόλυτο, στο αγνό που δεν βρίσκει και εξυμνεί μουσικά το όραμά του, τη Μελισσάνθη, την εποχή της, τον τόπο όπου ζει, την Ελλάδα όπως ο ίδιος πιστεύει ότι είναι. Η «Σκοτεινή Μητέρα» όμως είναι άλλο πράγμα - να μην τα συγχέουμε. Η «Σκοτεινή Μητέρα» έχει να κάνει με τη Ζωή, είναι η ίδια η Ζωή που υψώνεται σαν ένα αιώνιο παγανιστικό σύμβολο.

Ο Νίκος Γκάτσος, ο υπέροχος ποιητής, τής δίνει την ιδιότητα της Μάνας Γης, που καταλήγει στο τέλος ως Πλατυτέρα, δηλαδή Παναγία.

Είχε προηγηθεί όμως η συνεργασία σας στα «Παράλογα».

Ναι. Θυμάμαι το 1976 στο στούντιο της Columbia ήταν μια υπέροχη γιορτή, εννοώ τη σύναξη τόσο πολλών μαζί προσωπικοτήτων: ο Γκάτσος, ο ποιητής του έργου, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μελίνα Μερκούρη, ο Ηλ. Λιούγκος, κι εγώ με μαέστρο τον Μάνο. Εκεί συμμετείχαμε και καταγγέλλαμε τα «Παράλογα» της εποχής, όπου η ακρότητα, ο παραλογισμός, σε όλα τα επίπεδα, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά, ήταν παντού όπως ακριβώς είναι και σήμερα κι έχουν τώρα πλέον φτάσει στο αποκορύφωμά τους.

Πώς ήταν ο Χατζιδάκις στις ηχογραφήσεις;

Ηταν Δάσκαλος, επίμονος, ακριβής και ήξερε τι ακριβώς ζητούσε. Ηθελε από τον ερμηνευτή το μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Ελεγε: «Δώσε μου ό,τι καλύτερο έχεις». Είναι γνωστό βέβαια ότι ο Μάνος τις πιο πολλές φορές ηχογραφούσε αργά τη νύχτα. Αραγε πώς μπορούσε ο ερμηνευτής να δώσει εκείνες τις ώρες το μάξιμουμ των ικανοτήτων του; Κι όμως, η ατμόσφαιρα που σε περιέβαλλε ήταν τόσο ευχάριστη και μαγική που του παραδινόσουν. Ηταν επίμονος στην αναζήτηση του ιδανικού τόνου, της ιδανικής λεπτομέρειας. Τον έβλεπα να πλησιάζει ένα ένα τα μουσικά όργανα της ορχήστρας για ν' ανακαλύψει τις ιδιαίτερες ηχητικές τους δυνατότητες. Κι αυτές χρησιμοποιούσε στην ενορχήστρωση, φανερώνοντάς μας ωραίους και νέους ηχητικούς κόσμους. Μας δημιουργούσε λοιπόν συνθήκες χαλάρωσης, με αστεία και ωραίες διηγήσεις. Θυμάμαι απευθυνόταν στον στενό του συνεργάτη τότε, τον Τάσο Καρακατσάνη λέγοντας: «Βρε Τάσο, άσε πια τα δέκατα έκτα, υπάρχουν αριστουργήματα με τα όγδοα...». Ο Μάνος στις πρόβες επεδίωκε να του αποκαλύψεις όλη την εσωτερικότητά σου. Στην αρχή κι εγώ είχα το πρόβλημα του σφιξίματος και μόνον αργότερα ανακάλυψα την εσωτερικότητά μου, τα pianissimo έως την άκρα σιωπή.

Δεν θύμωνε καθόλου;

«Ασφαλώς και θύμωνε πολύ, αλλά όχι στις πρόβες. Είχε πολύ συχνά εκρήξεις οργής όταν ξένοι παρενέβαιναν στον τρόπο με τον οποίο ήθελε να παιχτεί και να ακουστεί η μουσική του. Επίσης αγχωνόταν με τον χρόνο, αν δηλαδή θα προλάβει ή όχι, ενώ έφτανε πάντα αργοπορημένος και ήταν αναβλητικός. Επίσης θυμάμαι τα συνδικαλιστικά προβλήματα που συχνά τον έφερναν σε αντιπαράθεση έντονη με τους μουσικούς της ΕΡΤ ή της Λυρικής.

Πώς ήταν στις συναυλίες ο Χατζιδάκις; Δεν ήταν φορές που διαμαρτυρόταν ή θύμωνε με το κοινό;

Ναι, όταν αισθανόταν να απειλείται από την άγνοια και την κακογουστιά, όταν υπήρχαν στο ακροατήριο των συναυλιών μη μετέχοντες. Προτιμούσε τους κλειστούς χώρους και το μυημένο κοινό. Θυμάμαι σε μια κοινή συναυλία με τον Μίκη, όπου εμφανιζόταν στο πρώτο μέρος ο Μάνος και στο δεύτερο ο Μίκης κι εμείς οι τραγουδιστές του. Ο Μάνος ενοχλήθηκε από το κοινό που χειροκροτούσε ενδιάμεσα κόβοντας τα τραγούδια και παραιτήθηκε από το υπόλοιπο μέρος του προγράμματός του. Στη συνέχεια, ανέβηκε ο Μίκης στη σκηνή, το κοινό συμμετείχε με χειροκροτήματα και ξαφνικά ο Μάνος εμφανίστηκε με τη φωτογραφική του μηχανή να απαθανατίζει ως τουρίστας το γεγονός. Ή σε μια άλλη συναυλία στη Λίμνη Βουλιαγμένης, γύρω στα '83 - '84, πάλι σε μια κοινή τους συναυλία, δεν είχαν προβλέψει τον θόρυβο των αεροπλάνων που ανέβαιναν και κατέβαιναν στο Ελληνικό. Κάθε φορά που ο θόρυβος ενός αεροπλάνου εμπόδιζε τη μουσική, ο Μάνος χαμήλωνε, χαμήλωνε τον ήχο, σχεδόν σιωπούσε η ορχήστρα του για να περάσει από πάνω το αεροπλάνο. Οταν ήρθε η σειρά του Μίκη προσπαθούσε με την ένταση της μουσικής του στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό να υπερκαλύψει τον θόρυβο.

Νομίζω πως είναι πολύ χαρακτηριστικά αυτά τα δύο παραδείγματα.

Ναι, γιατί όσον αφορά τον Μάνο, που αυτός είναι το θέμα μας εδώ, απαιτούσε κατάνυξη και προσοχή στο άκουσμα της μουσικής του.

Συζητούσατε ποτέ μαζί του πολιτικά θέματα και πώς είδε την εκλογή σας ως βουλευτού του ΠΑΣΟΚ;

Βεβαίως και συζητούσαμε. Δεν υπήρχε θέμα κοινωνικό και πολιτικό που να μην τον ενδιέφερε. Η δημιουργία του Τρίτου Προγράμματος επί Χατζιδάκι ήταν κατεξοχήν πολιτική πράξη και ήταν μια σημαντική παρέμβαση στην κοινωνία.

Οταν εκλέχτηκα βουλευτής, το σχόλιο που έκανε με το γνωστό του χιούμορ ήταν: «Μαρία μου, μη στενοχωριέσαι. Οι καλλιτέχνες για να επιβιώσουν άλλοι πάνε στα σκυλάδικα και άλλοι στη Βουλή».

Πολλοί στέκονται στο γεγονός ότι ο Χατζιδάκις είναι λένε αυτοδίδακτος συνθέτης, σε αντίθεση με τον Θεοδωράκη και άλλους συνθέτες με πλούσιες σπουδές στη μουσική. Αισθανθήκατε ποτέ κατά τη διάρκεια της συνεργασίας σας ή και της γνωριμίας σας μαζί του ότι ο Μάνος υστερούσε σε κάτι μουσικά;

Ουδέποτε. Και γι' αυτούς που τα λένε αυτά θα τους ρωτούσα: «Εχετε την εντύπωση ότι στον Γκόγια υπάρχει έλλειμμα παιδείας;».

Ξεχωρίζετε κάποιον από τους μεταγενέστερους συνθέτες ως συνεχιστή ή και διάδοχό του;

Είναι πολύ νωρίς για ν' απαντήσω. Ξέρω όμως ότι μιμητές και αντιγραφείς του υπάρχουν πολλοί. Ακου να δεις, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης είναι οι δύο πυλώνες όπου πάνω σ' αυτούς στηρίζεται το οικοδόμημα της σύγχρονης έντεχνης ελληνικής μουσικής. Ο ένας είναι το ένα μάτι και ο άλλος το άλλο μάτι. Εχει την εντύπωση κάποιος ότι και οι δύο δίνουν την αίσθηση μιας και μόνης ματιάς. Πάντως και οι δύο διακρίνονται από γενναιοδωρία ψυχής, ευαισθησία, τρυφερότητα, ευστροφία και αφύπνιση. Οφείλω να πω ότι ο Μίκης, που πολλοί πιστεύουν ότι είναι μόνο πολιτικός συνθέτης, είναι επίσης ερωτικός τόσο ως συνθέτης όσο και ως άνθρωπος. Εχει γράψει πολλά ερωτικά τραγούδια. Ο άλλος, ο Μεγάλος Ερωτικός διακρίνεται από μια συνεχή ανάγκη ανατροπής και αμφισβήτησης. Ο Χατζιδάκις υπήρξε απίστευτα γενναιόδωρος στους φίλους και στους ανθρώπους που εκτιμούσε. Συχνά τον θυμάμαι να καβγαδίζει για ψύλλου πήδημα εν ονόματι της υπεράσπισης των αρχών του και της όποιας γνώμης του. Ομως δεν κρατούσε ποτέ κακία, την άλλη στιγμή τα ξέχναγε όλα. Παρότι και οι δύο είναι διαφορετικοί χαρακτήρες, μεταξύ τους υπήρχε μια ουσιαστική και υπόγεια διασύνδεση. Οπως έχω ξαναπεί, ακούγοντας τα έργα του Μίκη αισθάνεσαι την ανάγκη ν' ανοίξεις διάπλατα ένα παράθυρο, ενώ ακούγοντας τα έργα του Μάνου αισθάνεσαι την ανάγκη να κλείσεις το παράθυρο, να κλείσεις τις γρίλιες. Ομως και στις δύο περιπτώσεις το δωμάτιο είναι πάντα το ίδιο.

Δεν ήταν και οι δύο, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, υπερβολικοί στις αντιδράσεις, στη στάση τους γενικά;

Ναι, ήταν. Οι δημιουργοί αυτοί με την υπερβολή τους όμως όρισαν το μέτρο. Και οι δυο τους ήταν υπερβολικοί και πληθωρικοί. Τάραξαν τα νερά, κι αυτό ήταν ιαματικό. Εμφανίστηκαν τη στιγμή ακριβώς που τους χρειαζόμασταν. Ενώ τώρα, σήμερα, όλοι μιλούν για την οικονομική κρίση, τις συγκρούσεις, τα αδιέξοδα, χωρίς να αισθανόμαστε ότι υπάρχουν μειοψηφίες, αυτές οι σωτήριες, ωραίες μειοψηφίες. Αν ξανακούσουμε τα τραγούδια τους, το έργο τους γενικά, του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, αν το πλησιάσουμε με γνήσια αγάπη, σεβασμό, γνώση και κατάρτιση, ακόμη και με ερωτική διάθεση -γιατί και οι δυο τους είναι ερωτικοί και πολιτικοί συνθέτες-, θα βρούμε τις απαντήσεις που ζητάμε τόσο οι παλαιότεροι όσο και οι νεότεροι που ίσως δεν τους έχουν προσέξει όσο θα 'πρεπε. Θα καταλάβουμε πόσο και γιατί μας είναι και οι δυο τους παρόντες και απαραίτητοι.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική