Έντυπη Έκδοση

Ερως και πολιτικές ίντριγκες

Αθηνά Κακούρη

Ξιφίρ Φαλέρ

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 492, 23 ευρώ

Στις 16 Ιουνίου 1916 παρουσιάστηκε στο Θέατρο του Φαλήρου η θεαματικότατη, όσο και πολυδάπανη, φιλοβασιλική επιθεώρηση «Ξιφίρ Φαλέρ», την οποία είχε γράψει η τριάδα Γεώργιος Πωπ-Νικόλαος Λάσκαρης-Μιλτιάδης Λιδωρίκης. Τα εντυπωσιακά σκηνικά και τα κοστούμια είχε σχεδιάσει ο προστατευόμενος του πρίγκιπα Νικόλαου, διάσημος μετά στη Γερμανία σκηνογράφος, Πάνος Αραβαντινός. Χρηματοδότης της παράστασης είχε αναλάβει ο βαρόνος Σενκ, επικεφαλής της φιλογερμανικής προπαγάνδας στην Αθήνα.

Από την πρεμιέρα αυτής της θρυλικής επιθεώρησης, την οποία είχε παρακολουθήσει και ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι πρωταγωνιστές του καινούριου μυθιστορήματος της Αθηνάς Κακούρη, αφού, όχι μόνο ανήκουν στη νεόκοπη τότε αστική τάξη των Αθηνών, αλλά και κατοικούν σε έπαυλη της περιοχής, κοντά στο ξενοδοχείο «Ακταίον». Δυστυχώς, όμως, η συγγραφέας περιορίζει τη μυθοπλασία στον μήνα Μάιο εκείνου του έτους. Χάνει έτσι την ευκαιρία να διανθίσει το μυθιστόρημα με περιγραφές από την εν λόγω υπερεπιθεώρηση, που θα λέγαμε πως ταυτίστηκε με την κορύφωση του εθνικού διχασμού, μια και παιζόταν σε όλη σχεδόν τη διάρκειά του. Οι παραστάσεις δεν τελείωσαν στις 21 Αυγούστου, όπως αναφέρεται στα επιλογικά σχόλια του βιβλίου. Νοέμβριο του ιδίου έτους ακολούθησε δεύτερο ανέβασμα στο Βασιλικό Θέατρο για έναν μήνα, ενώ ένας τρίτος κύκλος παραστάσεων δόθηκε την περίοδο των εορτών στο Δημοτικό Θέατρο της σημερινής πλατείας Κοτζιά.

Ο τίτλος «Ξιφίρ Φαλέρ», που επέλεξαν οι επιθεωρησιογράφοι, είναι παραφθορά του στίχου «Λερμπαλέρ... Ξιφίρ μαλέρ», από ποίημα του ιδιόρρυθμου ποιητή Γεωργίου Εξαρχόπουλου. Στα μέσα του 19ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1842, είχε εκδώσει ο Εξαρχόπουλος τη μοναδική ποιητική συλλογή του, αλλά η φήμη του έφτασε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα και οι στίχοι του έγιναν παροιμιώδεις, όπως εκείνοι του Εγγονόπουλου προς το τέλος του Μεσοπολέμου. Η παραφθορά τού εν λόγω στίχου ακολούθησε εντελώς ανεξάρτητη πορεία από τον αρχικό αινιγματικό του χαρακτήρα και κατέληξε να σατιρίζει τις μεγαλόστομες αοριστολογίες των πολιτικών. Ωστόσο, η Κακούρη δεν υιοθετεί μόνο έναν γνωστό, ακόμη μέχρι σήμερα, τίτλο, αλλά, ώς έναν βαθμό, και το πνεύμα εκείνης της επιθεώρησης. Στο μυθιστόρημα, όπως και στην επιθεώρηση, «αντιπρόσωποι και πληρεξούσιοι των Μεγάλων Δυνάμεων» διακωμωδούνται, ενώ ο έρως «και εις τον πόλεμον ακόμη κάνει τη δουλειά του».

Το καινούριο μυθιστόρημα της Κακούρη εμφανίζεται ως συνέχεια του προηγούμενου «Θέκλη» (εκδ. Εστία, 2005). Εκείνο ξεκινά με τη μάχη του Σαρανταπόρου και τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, Οκτώβριο 1912, και τελειώνει τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου του 1913, μόλις έχει υπογραφεί η Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Το πρόσφατο τοποθετείται τρία χρόνια αργότερα, κάνοντας συχνές αναδρομές στην ενδιάμεση περίοδο. Εκτός, όμως, από τη χρονική συνέχεια, επανέρχονται και ορισμένοι από τους ήρωες, όπως οι τρεις εθελόντριες αδελφές, που παραστάθηκαν στη νεαρή και άπραγη Θέκλη, όταν βρέθηκε στη γραμμή του μετώπου. Μάλιστα, η μία από αυτές, η Κερκυραία Κάτε, επιλέγεται ως κεντρικό πρόσωπο στο καινούριο μυθιστόρημα. «Χτυπητά όμορφη, θηλυκιά», πάντοτε εύθυμη -θεότρελη την αποκαλούν οι φίλες της- προβάλλει ως ο αντίποδας της Θέκλης και αποτελεί την ιδανική ηρωίδα για το «Ξιφίρ Φαλέρ», που δεν είναι, όπως το προηγούμενο, ένα ρομάντζο εποχής, αλλά «μια ευτράπελη ιστορία», με πολλά νήματα, που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, κρατώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Η Κακούρη επιστρατεύει τη μακριά εμπειρία της στο αστυνομικό αφήγημα, για να στήσει, όχι μία, αλλά τουλάχιστον δύο αλληλοσυμπληρούμενες ίντριγκες. Στο προηγούμενο μυθιστόρημα είχε στηριχτεί κυρίως στα γραπτά του Ιωνα Δραγούμη, για να θυμίσει κάποια γεγονότα των Βαλκανικών Πολέμων. Στο πρόσφατο, εντρύφησε σε απομνημονεύματα Αγγλων και Γάλλων κατασκόπων -των Γερμανών, για καλή τους τύχη λανθάνουν, αν υποθέσουμε πως γράφτηκαν-, κυρίως, όμως, στα βιβλία του βρετανού μυθιστοριογράφου Κόμπτον Μακένζι, ο οποίος, το 1916, βρισκόταν τοποθετημένος στη βρετανική στρατιωτική υπηρεσία της Αθήνας. Μέσα από το ετερόκλιτο αυτού του «υλικού» επιδιώκει να ειρωνευτεί το ενδιαφέρον των τότε Προστάτιδων Δυνάμεων για τη χώρα μας. Τόσο σε αυτό το μυθιστόρημα, όσο και στο προηγούμενο, υποφώσκει θλίψη μαζί με αγανάκτηση για την εσαεί, άλλοτε και τώρα, κηδεμονευόμενη Ελλάδα. Μόνο που η σάτιρα του «Ξιφίρ Φαλέρ» αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματική ως προς τους στόχους της από την αισθηματική ιστορία τού «Θέκλη».

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε 27 κεφάλαια, πολλά από τα οποία εξελίσσονται σε φαρσοκωμωδία, καθώς οι σκευωρίες Αγγλων, Γάλλων και λοιπών δολοπλόκων ανατρέπονται από την ελληνική πονηριά. Ενδιαμέσως, ορισμένες σκηνές μοιάζουν με ιλαρά ιντερμέδια χάρη στους μικρούς ήρωες του βιβλίου. Είναι τρία κοριτσάκια κι «ένα σατανικό λουστράκι», με το βαρύγδουπο όνομα Ομηρος, που φέρνει στο πολυμήχανο «χαμίνι» του παλαιότερου μυθιστορήματος της Κακούρη «Πριμαρόλια». Ο Ομηρος μιμείται νούμερα από επιθεωρήσεις, συνοδεύοντάς τα με τα ρεφρένν γνωστών τότε τραγουδιών. Οσο για το ερωτικό μέρος του βιβλίου, αυτό στήνεται σαν κωμωδία παρεξηγήσεων ανάμεσα στην Κερκυραία Κάτε, που ασπάζεται, κάπως πρώιμα, τις αρχές του φεμινισμού, και τους άνδρες, οι οποίοι, λιγότερο ή περισσότερο σθεναρά, τη διεκδικούν. Εδώ, τους κύριους ρόλους τούς μοιράζονται ένας υστερόβουλος «Αγγλοέλληνας» και ένας σκανταλιάρης, όσο και παραδοσιακός σε θέματα ηθικής, διευθυντής εφημερίδας.

Στο προηγούμενο μυθιστόρημα, τα ιστορικά πρόσωπα κατονομάζονται, ενώ στο πρόσφατο τα ονόματα των ξένων αξιωματούχων παραφθείρονται και μόνο στα σχόλια αναφέρονται υπαρκτά πρόσωπα της εποχής, που χρησίμευσαν ως πρότυπο. Επίσης, παραλλάσσονται οι τίτλοι των ελληνικών εφημερίδων, που Αγγλοι και Γάλλοι επιδίωκαν να εξαγοράσουν υπέρ της Αντάντ, χωρίς, όμως, να γίνεται ιδιαίτερος σχολιασμός. Αυτό το λεκτικό καμουφλάρισμα πιστεύουμε πως μεγαλώνει το ενδιαφέρον της αφήγησης, λειτουργώντας μάλλον ως γρίφος για ορισμένης κατηγορίας αναγνώστες. Για παράδειγμα, η εφημερίδα του Δον Ζουάν, που η Κάτε ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, καλείται «Προχωρείτε!» και ο ίδιος, Κανιστράκης, παραπέμποντας στο «Εμπρός» του Καλαποθάκη. Βεβαίως, οι μυθιστορηματικές διαφορές είναι πολύ μεγαλύτερες από τη διαφορά μεταξύ κανίστρου και καλάθου. Αλλωστε, πολλές από τις παρεξηγήσεις που συμβαίνουν, οφείλονται σε λεκτικές αμφισημίες, όπως οι παρανοήσεις με αφορμή τη λέξη «πατσαβούρα», που μπορεί να αναφέρεται τόσο σε ελευθεριάζον θηλυκό όσο και σε «κιτρινίζον» έντυπο.

Η Κακούρη δείχνει πόσα μπορεί να επιτύχει ένας συγγραφέας, χωρίς να παραβιάζει τη μορφή του κλασικού μυθιστορήματος. Ισως να μην καινοτομεί μορφικά και να μοιράζει στερεότυπα ρόλους «καλών» και «κακών», αφήνει, ωστόσο, μετέωρη την έκβαση των επιμέρους αψιμαχιών, ερωτικών και πολιτικών, ενώ πλάθει μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, που διαφοροποιείται γλωσσικά και υφολογικά, ανάλογα με το πρόσωπο του οποίου την οπτική γωνία παρακολουθεί. Με αυτόν τον τρόπο αποδίδεται η γλωσσική ανομοιομορφία των αρχών του 20ού αιώνα, στην οποία προστίθενται και τα παραφθαρμένα αρχαιοπρεπή ελληνικά των ξένων. Πριν από περίπου δέκα χρόνια, παρατηρούσαμε πως ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία τού «Πριμαρόλια» είναι η ανασύσταση της καθημερινής ζωής των Πατρών στο γύρισμα του 19ου αιώνα. Το ίδιο θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε και για το «Ξιφίρ Φαλέρ», όπου σκιαγραφείται η Αθήνα της εποχής.

Τέλος, να παρατηρήσουμε πως τα δύο τελευταία βιβλία της Κακούρη δεν ακολουθούν την πεπατημένη όσο αφορά τα ιστορικά συμβάντα. Αν οι μετανεωτερικοί αποδομούν, για παράδειγμα, τον Μακεδονικό Αγώνα ή τον Εμφύλιο, η Κακούρη επιχειρεί να απομυθοποιήσει τη βενιζελόφιλη θεώρηση της Ιστορίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Ωστόσο, όταν επιζητεί να δείξει «τις τρομακτικές αναλογίες» που υπάρχουν ανάμεσα στο 1916 και στο σήμερα, όπως ισχυρίζεται, παρασύρει τον αναγνώστη στην παγίδα της παραμυθίας. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το μυθιστόρημα, τότε υπήρχαν Ελληνες που πρότασσαν το καλό της πατρίδας έναντι του προσωπικού τους οφέλους. Ούτε για δύο εκατομμύρια δραχμές δεν ξεπούλησε την εφημερίδα του στους ανθρώπους της Αντάντ ο ήρωας της Κακούρη. Και ο αναγνώστης νανουρίζεται γλυκά με τον μύθο του Ελληνα πατριώτη που ποτέ δεν πεθαίνει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου