Έντυπη Έκδοση

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός»

Καθηγητής της Φυσικής και λάτρης της Τέχνης. Ερευνητής και συγγραφέας ευπώλητων. Ιδιοσυγκρασιακός Κρητικός και πολίτης του κόσμου. Ο αεικίνητος ασπρομάλλης δάσκαλος, με τη χαρακτηριστική φωνή και το επικοινωνιακό χάρισμα, που του επιτρέπει να μιλάει με τον πιο φυσικό τρόπο για τα μυστήρια του Σύμπαντος, με αφορμή το νέο του βιβλίο «Συνομιλίες με το φως» (εκδόσεις Ιανός), μας εξηγεί ότι το φως είναι ο δημιουργός της Τέχνης, όπως είναι και της ζωής, και ότι ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι υπάρχει κάποιο φως. Εξάλλου, όπως λέει ο ίδιος επικαλούμενος τον στίχο του Σεφέρη: «Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός»».

Σχεδόν σε όλη σας τη ζωή ασχολείστε με το φως. Αυτό συμβαίνει μόνο λόγω της ιδιότητάς σας ή είναι αποτέλεσμα και μιας βαθύτερης ανάγκης;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗΣ: Από μικρό παιδί άρχισα να αισθάνομαι τη σημασία του φωτός για τη ζωή. Θυμούμαι μάλιστα ότι φοβόμουν τη νύχτα. Το ξημέρωμα ήταν -και είναι ακόμη!- λυτρωτικό. Καθώς αργότερα ανακάλυψα ότι την ίδια μεγάλη σημασία είχε το φως στην Επιστήμη αλλά και στην Τέχνη, η ανάγκη να το καταλάβω, να εμβαθύνω στη φύση του, μου έγινε περίπου έμμονη ιδέα. Το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο μου βιβλίο, η «Αυτοβιογραφία του φωτός». Και τώρα το δεύτερο, που αποτελεί συμπλήρωμα και προέκτασή του, οι «Συνομιλίες με το φως». Το φως στη ζωή και το φως στην Επιστήμη μοιάζουν με δύο παράλληλες ευθείες, που ωστόσο σε πολλά σημεία συγκλίνουν.

Τι είναι το αρχέγονο φως;

Γ.Γ.: Οπως πιστεύει σήμερα η Επιστήμη, το Σύμπαν δημιουργήθηκε από μία αδιανόητη Μεγάλη Εκρηξη, η οποία υπολογίζεται ότι έγινε πριν από περίπου 14 δισεκατομμύρια χρόνια. Στις πρώτες στιγμές του νεαρού Σύμπαντος το φως αλληλεπιδρούσε, και μάλιστα με τρόπο οργιαστικό, με τα στοιχειώδη σωματίδια της ύλης. Απελευθερώνεται όμως από την ύλη με τον σχηματισμό των ατόμων, 300.000 χρόνια μετά τη Μεγάλη Εκρηξη. Από τότε ταξιδεύει ελεύθερο στο Σύμπαν, και φτάνει σήμερα στη Γη από όλες τις κατευθύνσεις του ουρανού. Η ανακάλυψή του έγινε μάλιστα τυχαία από μια κεραία ραδιοκυμάτων, που για άλλα έψαχνε, και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της Επιστήμης. Το αρχέγονο αυτό φως, που επιστημονικά είναι γνωστό ως «ακτινοβολία υποβάθρου», αναλύθηκε από ειδικούς δορυφόρους, και μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για το πρώιμο Σύμπαν και τον σχηματισμό των γαλαξιών. Είναι ένας αψευδής μάρτυρας της Δημιουργίας, που δεν τον βλέπουμε, ωστόσο βρίσκεται γύρω μας και παντού.

Στα βιβλία σας το φως έχει τη δική του φωνή, απευθύνεται στους ανθρώπους με διάθεση αυτοβιογραφική, σπάει τη σιωπή του, μιλάει για τη μοναξιά του και για τα συναισθήματά του. Πώς γίνεται το αρχέγονο φως, η μοναδική οντότητα στη Φύση για την οποία χρόνος και χώρος δεν υπάρχει, να έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά;

Γ.Γ.: Γιατί ήταν ο μόνος τρόπος, ποιητική ή συγγραφική αδεία, να διηγηθεί τη συναρπαστική ιστορία του. Ενα δέντρο ή τα κύματα της θάλασσας έχουν επίσης ιστορίες να διηγηθούν. Αρκεί να υπάρχουν αυτιά πρόθυμα να τις ακούσουν. Στην περίπτωση του φωτός, τα ευαίσθητα αυτιά, δηλαδή οι αναγνώστες, ήσαν πολύ περισσότερα από όσα μπορούσε κανείς να υποθέσει ή να ελπίσει.

Το φως λέει την ιστορία του, η οποία συμπίπτει με την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου. Ομως, παρότι κατέχει την απόλυτη γνώση, αρνείται να μας αποκαλύψει τα βαθιά μυστικά του, να απαντήσει στα μεταφυσικά μας ερωτήματα, να μας πει αν υπάρχει Θεός. Μας λέει ότι δεν επιτρέπεται να μιλήσει. Τι είναι αυτό που του επιβάλλει τον αυτοπεριορισμό του;

Γ.Γ.: Ειλικρινά, δεν ξέρω. Εγώ -ο συγγραφέας- κατέγραψα απλώς τα όσα το φως είχε να διηγηθεί. Υποθέτω, όμως, ότι η πρόθεσή του ήταν να προβληματιστεί ο ίδιος ο αναγνώστης, να δώσει τις δικές του απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα. Είπατε άλλωστε πριν ότι το φως έχει στο βιβλίο μου ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Μήπως λοιπόν και ο άνθρωπος δεν προσπαθεί πάντα να κρύψει τα μεγάλα μυστικά του, δεν αποφεύγει να μιλήσει για τις βαθύτερες αλήθειες του;

Κατά τη γνώμη σας, η διαίσθηση είναι σημαντική στους ανθρώπους; Παίζει κάποιο ρόλο στην αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας;

Γ.Γ.: Υπάρχει κάποιου είδους διαίσθηση -αυτή είναι η εμπειρία μου- σε μερικές προικισμένες ψυχές, κυρίως γυναικών. Μήτε εγώ όμως, ούτε νομίζω κανείς άλλος, μπορεί να ορίσει τι είναι. Θα έλεγα ότι αποτελεί μια παράπλευρη δύναμη της συνειδήσεως, που κάνει ορισμένους ανθρώπους να βλέπουν καθαρότερα την πραγματικότητα, και να αισθάνονται την εξέλιξη ή το βάθος της. Οσο για την επιστημονική αλήθεια, κι εκεί ασφαλώς ο ρόλος της διαισθήσεως είναι σημαντικός. Μόνον που εδώ περιορίζεται από τους ίδιους τους φυσικούς νόμους και την αναμφισβήτητη ισχύ τους. Είναι μια διαίσθηση υπό αίρεση.

Είστε από τους επιστήμονες που διαβάζουν ποίηση, ακούν μουσική, παρακολουθούν τον κινηματογράφο ή τις εκθέσεις ζωγραφικής. Αυτό γίνεται μόνο από μια δική σας ανάγκη ή επειδή οι απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτήματα βρίσκονται στην Τέχνη;

Γ.Γ.: Δεν νομίζω ότι θα υπάρξουν ποτέ οριστικές απαντήσεις στα βασανιστικά μας ερωτήματα, π.χ. για το νόημα της ζωής ή το αναπότρεπτο του θανάτου. Η Επιστήμη λίγο ασχολείται με αυτά, η Τέχνη απλώς μας τα θυμίζει. Συχνά μάλιστα με τρόπο μοναδικό, όπως στο θέατρο του Μπέκετ ή στη ζωγραφική του Μαγκρίτ. Αν υπάρχει κάτι κοινό στην Τέχνη και στην Επιστήμη είναι η αποκάλυψη ότι ο κόσμος δεν είναι όπως φαίνεται.

Η μεγάλη ποίηση συνδέει πάντα την αλήθεια με το φως. Γι' αυτό ο Ρεμπώ ονόμασε τα ποιήματά του «Εκλάμψεις», ο Γκαίτε πριν πεθάνει αναφώνησε «Φως, περισσότερο φως!» και ο Ευριπίδης διά στόματος Απόλλωνα μας κάλεσε να ακούσουμε το φως;

Γ.Γ.: Και ο Σεφέρης έγραψε τον στίχο: «Είπες εδώ και χρόνια: "Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός"». Δεν ξέρω ακριβώς το νόημά του. Θεωρώ άλλωστε ότι η ποίηση δεν πρέπει να ερμηνεύεται. Αρκεί να μας αγγίζει. Το σημαντικό είναι ότι το φως, με αυτό ή το άλλο νόημά του, με εκείνον ή τον άλλο συμβολισμό του, διαπερνά την ελληνική και την ξένη ποίηση, αλλά και τους χώρους της Τέχνης. Σε έναν βαθμό, είναι ο δημιουργός ή ο συνοδός της Τέχνης, όπως είναι και της ζωής. Μιλώντας όμως για το φως, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον ρόλο που έχει επίσης το σκοτάδι. Οπως μάλιστα λέει η Φυσική, και στο πιο βαθύ σκοτάδι υπάρχει κάποιο φως.

Λέτε στο βιβλίο σας ότι «Για το φως ο χρόνος δεν περνά. Το φως δεν έχει ηλικία». Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τα έργα τέχνης;

Γ.Γ.: Ασφαλώς. Υπάρχει ωστόσο μία μεγάλη διαφορά: Η «αιωνιότητα» του φωτός στηρίζεται σε μια σπουδαία θεωρία της Φυσικής, στη θεωρία της σχετικότητας. Κάθε λοιπόν μορφή φωτός, είτε είναι το αρχέγονο φως είτε το φως των αστεριών, υπακούει στον φυσικό αυτό νόμο. Από την άλλη, η «αιωνιότητα» ενός έργου τέχνης δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανόνες, ούτε στηρίζεται σε ασφαλή κριτήρια. Ετσι ο Παρθενώνας -που εμένα, πρέπει να ομολογήσω, δεν με συγκινεί!- έχει μείνει και θα μείνει στον χρόνο, χάρη στην αίσθηση της συμμετρίας και της πληρότητας που δημιουργεί. Το ίδιο όμως θα μείνουν στον χρόνο ένα κυκλαδικό εδώλιο αλλά και η ζωγραφική του Θεοτοκόπουλου, που παραβιάζουν αυτήν τη συμμετρία και υπακούουν στις μυστικές φωνές του δημιουργού. Κάτι πάντως ήξερε ο Φάουστ, που παζάρευε την αιωνιότητα! Είναι τόσο επιθυμητή- και τόσο ανέφικτη!

Η σκοτεινή ύλη στο Σύμπαν μπορεί να παραλληλιστεί με τις σκοτεινές πλευρές του ανθρώπου;

Γ.Γ.: Κάθε μεταφορά ενός επιστημονικού όρου στα «καθ' ημάς» είναι παρακινδυνευμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θεωρία της σχετικότητας, που έκανε πολλούς να ισχυρίζονται ότι τα πάντα είναι σχετικά, ακόμη και οι ηθικές αξίες. Το μόνο λοιπόν κοινό, που υπάρχει στις έννοιες που αναφέρατε -τη σκοτεινή ύλη και τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου- είναι ότι η προέλευση αλλά και η υφή τους είναι ακόμη αδιευκρίνιστες. Πιο βολική ίσως έννοια είναι οι μαύρες τρύπες. Εντοπίζονται παντού στη σύγχρονη Ελλάδα: στην οικονομία και στις υποσχέσεις των πολιτικών, στην Παιδεία και στα αισθήματά μας.

Η σκληρή πτέρυγα των βιολόγων υποστηρίζει ότι τα πάντα είναι χημεία και ηλεκτρομαγνητικές αντιδράσεις στον εγκέφαλο. Και ότι η φαντασία, η μνήμη, ο έρωτας, το όνειρο θα είναι σύντομα προσπελάσιμα στην επιστήμη. Αυτή η διαύγαση όμως, ακόμη κι αν γίνει δυνατή, είναι επιθυμητή; Ο άνθρωπος θέλει να χάσει τα σκοτάδια του;

Γ.Γ.: Παρόμοιες απόψεις μού φαίνονται υπερβολικές, για να μην πω αφελείς. Σήμερα ξέρουμε ότι ο εγκέφαλος, παρά τη μεγάλη πρόοδο που έχει συντελεστεί στην επιστημονική του έρευνα, είναι ένα μικρό Σύμπαν, πολύ πιο πολύπλοκο αλλά και απροσπέλαστο από το πραγματικό. Δεν πιστεύω λοιπόν ότι κάποτε θα βρούμε τους νόμους που ρυθμίζουν τη συνείδηση ή τη φαντασία. Θα ήταν άλλωστε αφόρητα πληκτικό. Φαντάζεστε να ξέρουμε από τη γέννησή μας ποιες γυναίκες -ή άνδρες- επιτρέπεται να ερωτευτούμε ή πού είναι αναγκασμένη να κινηθεί η φαντασία μας; Ευτυχώς, η ίδια η ζωή έχει διαψεύσει συχνά την επιστημονική αλαζονεία.

Στα δύο πρώτα σας βιβλία, στην «Κόμη της Βερενίκης» και στην «Αυτοβιογραφία του φωτός», δεν υπάρχουν καθόλου σχέδια η φωτογραφίες. Οι «Συνομιλίες με το φως», αντιθέτως, κοσμούνται από λίγες, αλλά χαρακτηριστικές φωτογραφίες. Γιατί αυτή η καινούρια άποψη;

Γ.Γ.: Σε ένα παλιό μου κείμενο με τον τίτλο «Φταίει το κάδρο» περιέγραφα πώς, παρά τις επίμονες προσπάθειες μου και τις ακριβές μηχανές που αγόραζα, απέτυχα τελείως να γίνω ένας υποφερτός ερασιτέχνης φωτογράφος. Η Τέχνη όμως της φωτογραφίας -και ιδιαίτερα της ασπρόμαυρης- με συγκινούσε πάντα. Είναι η σμίλη του φωτός. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από ένα βιβλίο που προσπαθεί να συνομιλήσει με το φως, να μάθει για τη συναρπαστική του ιστορία. Η καλή μου τύχη το έφερε να συναντήσω τη Λίλα Σωτηρίου, που έχει τον δικό της τρόπο να συνομιλεί με το φως και τις κρυφές διαδρομές του. Σε αυτήν οφείλονται οι φωτογραφίες του βιβλίου, και η υπενθύμιση ότι δεν φταίει πάντοτε το κάδρο.

Στο DVD, που υπάρχει ένθετο στο βιβλίο, εσείς αφηγείστε την ιστορία του Σύμπαντος, ενώ την αφήγηση συνοδεύουν με μουσικές συνθέσεις και αυτοσχεδιασμούς ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, ο David Lynch και ο Οδυσσέας Γραμματικάκης. Πώς φτάσατε σε αυτήν την παράδοξη σύμπραξη;

Γ.Γ.: Η προσπάθεια να συνδεθεί η μουσική με την επιστήμη δεν είναι βέβαια καινούρια. Οι ρίζες της ανιχνεύονται στους αρχαίους χρόνους, και ιδιαίτερα στον Πυθαγόρα, και θα πάρει ποικίλες μορφές στους αιώνες που ακολουθούν. Στην περίπτωση ωστόσο του βιβλίου μου υπάρχει μία ιδιαιτερότητα: Η σύνδεση του επιστημονικού λόγου με τη μουσική είναι άμεση, ζωντανή και δεν νομίζω ότι έχει δοκιμασθεί αλλού. Εχει μάλιστα κάποιες αναλογίες με την υπέροχη σύγκλιση της ελληνικής ποίησης και της μουσικής, που άρχισε με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Οταν πάντως μου ήρθε αυτή η παράδοξη, όπως είπατε, ιδέα δεν ήμουν καθόλου βέβαιος για το αποτέλεσμα. Με ενθάρρυνε όμως ο ενθουσιασμός του Γιώτη Κιουρτσόγλου και του David Lynch, που θαύμαζα από παλιά, αλλά και η φρέσκια ματιά του Οδυσσέα. Η απήχηση που είχε η επιστημονική και μουσική αυτή σύμπραξη, πρώτα στα «Υακίνθεια» στον Ψηλορείτη και αργότερα στον «Ιανό», έδειξε ότι ανοίξαμε πράγματι κάποιο δρόμο. Ισως να είναι ένα απλό μονοπάτι, με υπέροχη όμως θέα.

Εκτός από καθηγητής της Φυσικής είστε σήμερα και ένας από τους πιο «επιτυχημένους» συγγραφείς. Πώς αισθάνεστε;

Γ.Γ.: Αμήχανος. Η Ελλάδα πάσχει από μια αφόρητη «λογοτεχνίτιδα», που είναι δείγμα του γενικότερου εθνικού μας επαρχιωτισμού. Τα δικά μου βιβλία ανήκουν στον αφηγηματικό λόγο της Επιστήμης - όχι στην εκλαΐκευσή της, που είναι ένας λάθος όρος. Ως συγγραφέας λοιπόν αισθάνομαι κάπως «ξένος», σε έναν χώρο που κυριαρχεί η λογοτεχνική ομφαλοσκόπηση. Ισως και ο ίδιος ο χώρος να με αισθάνεται «ξένο». Δεν μπορεί εύκολα να με κατατάξει, σπάνια γράφονται κριτικές για «επιστημονικά» βιβλία, βραβεία και τελετές δεν υπάρχουν. Είναι όμως αλήθεια ότι η μεγάλη απήχηση που έχουν τα βιβλία μου με εξέπληξε και με συγκινεί πάντα. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν συγγραφείς, ή γενικότερα καλλιτέχνες, που αδιαφορούν γι' αυτό. Μόνον οι πολύ ξεχωριστοί μπορούν να αντέξουν τη μοναξιά του κοινού.

Ποιους συγγραφείς διαβάζετε αυτή την εποχή;

Γ.Γ.: Βρίσκομαι σε διανοητικό αδιέξοδο. Τα βιβλία που θέλω ή θα έπρεπε για κάποιο λόγο να διαβάσω -τα πιο επιστημονικά, ας πούμε- συσσωρεύονται σε στοίβες στις πολλές βιβλιοθήκες μου ή στο πάτωμα, και η πρόοδος αναγνώσεώς τους είναι ελάχιστη. Χώρια τα βιβλία, οι ποιητικές συλλογές ή τα μυθιστορήματα που με πολλή ευγένεια μου στέλνουν οι συγγραφείς τους. Λέω συνέχεια να πάρω μια άδεια από τον εαυτό μου, να διαβάσω αυτά που θέλω, να απαντήσω εκεί που πρέπει. Ο εαυτός μου όμως ανθίσταται και παραμένω με τις ενοχές μου.

Επειδή είστε πάνω απ' όλα δάσκαλος και γνωρίζετε από πρώτο χέρι τις στρεβλώσεις και τα προβλήματα της Παιδείας, πιστεύετε ότι υπάρχει μια εφικτή λύση τους τώρα ή στο εγγύς μέλλον; Τι πιστεύετε για τους σημερινούς νέους;

Γ.Γ.: Φοβούμαι ότι μια ριζική αλλαγή, που θα οδηγούσε την Παιδεία μας σε πιο ευοίωνες προοπτικές, δεν είναι ορατή. Μήτε οι πολιτικές δυνάμεις που θα την επιβάλουν υπάρχουν, μήτε η κοινωνία την απαιτεί. Τα προβλήματα άλλωστε της Παιδείας δεν είναι μόνον τα οικονομικά, όπως διατυμπανίζουν όλοι. Στον χώρο της ανακλάται άμεσα κάθε στοιχείο της εθνικής μας κακοδαιμονίας: η πολιτική δημαγωγία, ο εθισμός της κοινωνίας μας στην ευκολία, η υποκρισία που κυριαρχεί, η διαρκής συζήτηση για τα αυτονόητα. Ετσι, παρουσιάζεται το εξής παράδοξο: Στα χαρτιά, η χώρα μας είναι η πιο φιλονεϊκή χώρα στον κόσμο. Ολοι, και ιδιαίτερα η πολιτική εξουσία, κολακεύουν τους νέους, θαυμάζουν την επαναστατικότητα τους -που δεν είναι πάντοτε προφανής-, κλαίνε και οδύρονται για τα δεινά τους. Στην ουσία όμως, εκεί όπου πράγματι κρίνονται οι λαοί, η Ελλάδα είναι μια γερασμένη, αντινεϊκή χώρα. Μισεί τους νέους και τον καινούριο άνεμο που φέρνουν πάντοτε μαζί τους. Τους διδάσκει την αναξιοκρατία, επιβάλλει -προς ίδιον όφελος- έναν αφόρητο κομματισμό, τους κλείνει το μάτι, όχι για να ενισχύσει τις δημιουργικές τους ικανότητες, αλλά για μια θέση στο Δημόσιο. Οι πραγματικοί νέοι αρνούνται μια τέτοια πατρίδα, τους απωθεί. Αυτό ήθελε νομίζω να πει, με πολλά στραβοπατήματα, η «εξέγερση» του Δεκεμβρίου. Θέλω να ελπίζω ότι οι νέοι θα προχωρήσουν κάποτε και στο επόμενο βήμα, που είναι να αλλάξουν όσο μπορούν μια προκαθορισμένη μοίρα του τόπου. Αν αυτό δεν γίνει, η Ελλάδα δεν έχει ουσιαστικά μέλλον. Εχει ήδη λιγοστό παρόν.

Ξέρουμε ότι αγαπάτε πολύ την Κρήτη, την πατρίδα σας. Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν ο ουρανός της Κρήτης διαφέρει από τον ουρανό της Αθήνας.

Γ.Γ.: Αστρονομικά, είναι περίπου ο ίδιος. Σε όλα τα άλλα, όμως, διαφέρουν. Χάρης στο φως του -πάλι το φως!- ο ουρανός στην Κρήτη είναι πιο έντονος, πιο καθαρός και τη νύχτα τα αστέρια μοιάζουν να σχηματίζουν μια απέραντη, λαμπερή γέφυρα με τη θάλασσα και τα βουνά. Αν όμως η ερώτησή σας έχει, όπως υποπτεύομαι, και «συμβολικό» χαρακτήρα, η απάντηση είναι προφανής: Ο ουρανός και στην Αθήνα και στην Κρήτη σκιάζεται από τα ίδια σύννεφα. Το λυπηρό είναι ότι ο ήλιος, ή έστω η βροχή, φαίνεται να αργούν.

Θα σας ζητήσω να κάνετε μια πρόχειρη αυτοψυχανάλυση, που να εξηγεί κατά κάποιον τρόπο γιατί αποφασίσατε να υποδυθείτε το φως και να μιλήσετε για λογαριασμό του.

Γ.Γ.: Θα ήταν δύσκολο να υποδυθώ το σκοτάδι. Θα ήταν ίσως πιο αληθινό, αλλά δεν θα είχα ούτε έναν αναγνώστη...

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία