Έντυπη Έκδοση

Η κλοπή του Μπιγκ Μπεν

Οσοι λένε πως τα μοιραία γεγονότα συμβαίνουν με αξιομνημόνευτο τρόπο έχουν συνήθως δίκιο. Τη μέρα εκείνη, στο Λονδίνο, συνέβησαν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που εντυπωσίασαν τους πάντες. Πρώτον, ένας υπέρλαμπρος ήλιος στάθηκε στη μέση του ουρανού και η μουντή, γκρίζα πρωτεύουσα άρχισε να θυμίζει Μεσόγειο.

Δεύτερον, ώρα δωδεκάτη μεσημβρινή, η καμπάνα του Μπιγκ Μπεν σίγησε. Ολοι ένιωσαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μιας και οι χτύποι του διάσημου ρολογιού συντόνιζαν τον παλμό της πόλης, υπήρξε μια άνευ προηγουμένου δυσφορία. Παρατηρήθηκαν αναίτιες καθυστερήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, αναβολές και ακυρώσεις επαγγελματικών ραντεβού, εριστικότητα στη συμπεριφορά των εργαζομένων, αναστάτωση στο πλήθος των τουριστών. Μια ανεξήγητη νευρικότητα κατέλαβε τους οδηγούς των αυτοκινήτων, που μετατράπηκε σε διαπληκτισμούς και φιλονικίες με έτερους οδηγούς αλλά και με διερχόμενους περαστικούς, κάνοντας για λίγο το Λονδίνο να μοιάζει με τριτοκοσμική πόλη.

Οι βουλευτές διέκοψαν τη συνεδρίαση για την άνοδο στις τιμές των υγρών καυσίμων και κοίταξαν απορημένοι το Μπιγκ Μπεν απ' τα παράθυρα του Κοινοβουλίου.

Μαρμάρωσαν.

Το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές του επιβλητικού πύργου είχαν κάνει φτερά.

Εξαλλος ο πρωθυπουργός, απεσύρθη απ' τη συνεδρίαση κι επικοινώνησε με τον υπεύθυνο ασφαλείας του Γουέστμινστερ, ζητώντας να μάθει τι είχε συμβεί. Πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία που ήταν επιφορτισμένη με τη συντήρηση και την άψογη λειτουργία των ρολογιών είχε διαπιστώσει σοβαρή βλάβη στους χάλκινους λεπτοδείκτες, με αποτέλεσμα να κατεβάσει τα ρολόγια απ' τον πύργο και να τα πάει εσπευσμένα στην τεχνική υπηρεσία προκειμένου να τα συντονίσει εκ νέου. Ο υπεύθυνος ασφαλείας είχε λάβει τη διαβεβαίωση ότι τα ρολόγια θα είχαν επιστραφεί στις δώδεκα ακριβώς, ούτως ώστε οι χτύποι της καμπάνας να μεταδοθούν απ' το ραδιόφωνο του BBC, όπως συνέβαινε ανελλιπώς απ' το 1923. Ψέλλισε ότι προσπαθούσε εδώ και κάμποση ώρα να επικοινωνήσει με την εταιρεία, όπως και με τους δύο άντρες που είχε στείλει για συνοδεία, αλλά δεν μπορούσε να βρει κανέναν.

Φίδια έζωσαν τον πρωθυπουργό.

«Πάρε τους άντρες σου κι όσους αστυνομικούς μπορείς και τρέξε να τους βρεις», ούρλιαξε στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.

Οταν, με τα πολλά, οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα της εταιρείας, βρήκαν τους υπαλλήλους της δεμένους πισθάγκωνα, όπως και τους δύο συνοδούς που είχε στείλει ο υπεύθυνος ασφαλείας. Τους έλυσαν και με κομμένη την ανάσα έμαθαν πως είχαν δεχτεί επίθεση από κουκουλοφόρους. Είπαν ότι τους είχαν αιφνιδιάσει, τους είχαν ακινητοποιήσει χρησιμοποιώντας όπλα, τους είχαν δέσει με επιδέξιες κινήσεις και είχαν εξαφανιστεί παίρνοντας λεία τις πλάκες με τα πολύτιμα ρολόγια.

«Πιθανότατα ήταν οι ίδιοι που με ηλεκτρονικό τρόπο δημιούργησαν τη "βλάβη" στους λεπτοδείκτες», συμπέρανε ο αρχι-ωρολογοποιός. «Αλλιώς πώς ήξεραν ότι θα το φέρναμε εδώ;»

Ολόκληρη η αστυνομική δύναμη του Λονδίνου τέθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Δόθηκε εντολή ν' αποκλειστούν οι έξοδοι απ' την πόλη και στήθηκαν μπλόκα στις κεντρικές αρτηρίες ερευνώντας εξονυχιστικά κάθε μικρού ή μεγάλου κυβισμού όχημα. Οι επικεφαλής της επιχείρησης υπέθεσαν ότι ήταν θέμα χρόνου να βρεθούν τα ρολόγια, τα οποία εκτός από υπερμεγέθη ήταν και υπέρβαρα. Δεν μπορούσε, για παράδειγμα, να τα χώσει κανείς σε μια τσάντα ή σε κάποια βαλίτσα και να περάσει απαρατήρητος. Εκτός κι αν τα έσπαγε σε μικρότερα κομμάτια, αλλά τη φρικαλεότητα αυτή δεν ήθελε να τη σκέφτεται κανείς. Ποιος βάρβαρος θα έσπαγε τέτοια έργα τέχνης;

Οι πρώτες κρίσιμες ώρες κύλησαν βασανιστικά. Αποτέλεσμα μηδέν, παρά την τεράστια κινητοποίηση. Πέρασε το πρώτο εικοσιτετράωρο, πέρασε και το δεύτερο, χωρίς ίχνος των ρολογιών. Οι επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών προέβησαν σε αλλεπάλληλες συσκέψεις και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κλοπή είχε σχεδιαστεί με προσοχή και είχε εκτελεστεί με ακρίβεια από έμπειρους επαγγελματίες. Τούτο απομάκρυνε την υποψία που είχε αρχικά διατυπωθεί, ότι δηλαδή η κλοπή ήταν έργο εξτρεμιστικής οργάνωσης, ίσως κάποιου πυρήνα από μουσουλμάνους τρομοκράτες που δρούσε εντός της βρετανικής επικράτειας.

Το νέο της κλοπής των ρολογιών διαδόθηκε αμέσως.

«Μας άφησαν τουλάχιστον την καμπάνα», είπαν οι πλέον φλεγματικοί.

Η φράση «είναι σαν το Λονδίνο χωρίς το Μπιγκ Μπεν» έγινε του συρμού στα φόρουμ του Ιντερνετ και στις παρέες των νέων, προκειμένου να καταδειχτεί το μέγεθος της απώλειας κάποιου.

Οι μέρες περνούσαν και το Μπιγκ Μπεν παρέμενε βουβό. Δημιουργήθηκε μείζον ηθικό και συναισθηματικό πρόβλημα, καθώς ο τεράστιος κώδωνας και τα ρολόγια του αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν της πόλης. Ρίχτηκε στο τραπέζι η πρόταση ν' αντικατασταθούν τα κλεμμένα ρολόγια από νέα, μέχρι τουλάχιστον να βρεθούν τα αυθεντικά. Κάποιοι ωστόσο θεώρησαν την πρόταση αυτή σαν ομολογία ήττας, καθώς ισχυρίζονταν ότι «ούτε οι Δίδυμοι Πύργοι στη Νέα Υόρκη αντικαταστάθηκαν όταν έπεσαν». Τελικά, ύστερα από μια πολυτάραχη ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο, η πρόταση ν' αντικατασταθούν τα απολεσθέντα ρολόγια απορρίφθηκε.

Στο μεταξύ, άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Ελεγαν ότι πίσω απ' τη ληστεία κρυβόταν ένας τετραπέρατος Ελληνας, ο Θωμάς Ελγινόπουλος, γνωστός ως «λόρδος» για την τρυφηλή ζωή του και τους εκλεπτυσμένους τρόπους του. Ο «λόρδος» είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για σωρεία αδικημάτων, αλλά είχε ξεφύγει απ' τη Δικαιοσύνη ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Το ενδιαφέρον ήταν ότι θεωρούσε τον εαυτό του λάτρη της τέχνης και προστάτη των πολιτιστικών μνημείων της ανθρωπότητας, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας κοινός απατεώνας. Οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν, με αποτέλεσμα να ξεθωριάσουν και να μισοξεχαστούν. Δεν πέρασε λίγος καιρός όταν οι φήμες ξαναφούντωσαν, επίμονες αυτή τη φορά. Ελεγαν πως ο Ελγινόπουλος διαπραγματευόταν το πολύτιμο υλικό του με Σαουδάραβες σεΐχηδες, αλλά και με επίσημες κυβερνήσεις. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ακούστηκε ότι είχε παραδώσει το «πακέτο» σε άγνωστο αποδέκτη εισπράττοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό και ότι είχε χαθεί απ' την πιάτσα. Ολ' αυτά, βέβαια, δεν ξέφευγαν απ' το επίπεδο της διασποράς φημών.

Τις μέρες εκείνες κάτι περίεργο συνέβη στην Αθήνα. Ενα θεόρατο ορθογώνιο κτίσμα άρχισε να κατασκευάζεται στον χώρο πλάι στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Ξεκίνησε από μια τρύπα μεγάλη σαν ηφαιστειακό κρατήρα και σύντομα μεταβλήθηκε σε πύργο ύψους 107 μέτρων. Το κτίσμα ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ με μια προέκταση στην κορυφή που θύμιζε πυραμίδα. Οι περαστικοί είδαν μια καμπάνα βάρους 14 τόνων να μεταφέρεται στο εσωτερικό του και τέσσερις πλάκες με διάμετρο 7,5 μέτρα να τοποθετούνται πλησίον της κορυφής.

Τη στιγμή που οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν τη δωδεκάτη μεσημβρινή, ο μεγαλειώδης κώδωνας ήχησε δώδεκα φορές και η δόνησή του μεταδόθηκε σαν χτυποκάρδι στην πόλη. Την επόμενη κιόλας στιγμή άρχισε να ψιλοβρέχει.

Η Αθήνα είχε αποκτήσει το δικό της Μπιγκ Μπεν.

Δε χρειαζόταν να είναι κάποιος ειδικός για να διακρίνει πως τα ρολόγια στον νεόδμητο πύργο των Αθηνών ήταν εκείνα που είχαν κλαπεί λίγο καιρό πριν απ' το Λονδίνο. Το νέο έκανε αμέσως τον γύρο της υφηλίου κι έγινε πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων. Δημοσιογράφοι απ' όλο τον κόσμο μετέδιδαν πυρετωδώς το σημαντικό γεγονός και προέβλεπαν ότι οι σχέσεις των δύο χωρών θα περνούσαν μακρά περίοδο δοκιμασίας.

Φυσικά, η αγγλική κυβέρνηση δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Ο υπουργός Εξωτερικών Μελ Μέρκιουρι -ευθυτενής και όμορφος σαν ηθοποιός- στηλίτευσε απερίφραστα το γεγονός.

«Η κλοπή των ρολογιών απ' το Μπιγκ Μπεν», είπε, «είναι η πλέον αναίσχυντη ιεροσυλία που διαπράχθηκε ποτέ. Καταγγέλλω τον Θωμά Ελγινόπουλο και τους συνεργούς του για τη λεηλασία των βρετανικών μνημείων, αλλά και την ελληνική κυβέρνηση η οποία λειτούργησε ως κλεπταποδόχος. Ενας τρόπος υπάρχει να επανορθωθεί το κακό. Να επιστραφούν τα ρολόγια στην κοιτίδα τους. Σ' αυτό αποσκοπούν οι δικές μας προσπάθειες και των φίλων μας στο εξωτερικό».

Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν λακωνική. «Τα ρολόγια αποκτήθηκαν με νόμιμα μέσα και ανήκουν στη δικαιοδοσία του κράτους».

Πλήθος διανοουμένων απ' την Ελλάδα και την Ευρώπη συντάχθηκε με την ιδέα της επιστροφής των ρολογιών στην πατρίδα τους και συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες υπογραφές. Η απάντηση των ελληνικών αρχών ήταν χαρακτηριστική της υπεροψίας και του κυνισμού που τους διέκρινε.

«Τα ρολόγια δεν αποτελούν εθνικό ζήτημα. Είναι μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».

Ο Μελ Μέρκιουρι θεώρησε το χρέος του ιερό κι έθεσε σκοπό της ζωής του να επιστραφούν τα κλεμμένα ρολόγια στη Βρετανία. Οι προσπάθειές του, ωστόσο, κατέληξαν σε αποτυχία. Η άλλη πλευρά ήταν ανυποχώρητη, αταλάντευτη, αδιαπραγμάτευτη. Στο τέλος ο οραματιστής πολιτικός έφυγε απ' τη ζωή με το παράπονο, χωρίς να δει το όνειρό του να πραγματοποιείται.

Πρόσφατα, ως ένδειξη καλής θέλησης, η διευθύντρια επικοινωνίας του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης Αννα Μπόλτογλου δήλωσε με περισσή ευκρίνεια: «Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι διατεθειμένα να δανείσουν τα ρολόγια για τρεις μήνες, αν η εγγλέζικη κυβέρνηση αναγνωρίσει ότι ανήκουν στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως και φροντίσει για την ασφαλή μεταφορά τους».

Η απάντηση που εισέπραξε ήταν ένα κατηγορηματικό «όχι».

* Συγγραφέας. Ζει στην Αθήνα κι εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Λογοτεχνία