Έντυπη Έκδοση

Τα αίτια της οικονομικής κρί σης

Η ιδεολογική κυριαρχία του δόγματος της ανεξέλεγκτης αγοράς

ΚΩΣΤΑΣ ΣΗΜΙΤΗΣ

Η κρίση

«ΠΟΛΙΣ», ΣΕΛ. 120, ευρώ 10

Στο τελευταίο του βιβλίο ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης κάνει αυτό που απουσιάζει από τη σύγχρονη πολιτική σκέψη, προσεγγίζει το φαινόμενο της σημερινής οικονομικής κρίσης μέσα από έναν ολικό τρόπο προσέγγισης. Στο βιβλίο του Κώστα Σημίτη η διεθνής οικονομική κρίση αποτυπώνεται ως απότοκο πολύπλευρων παραγόντων που ξεκινούν από καθαρά οικονομικά αίτια, όπως είναι η συστηματική απορύθμιση που εκφράστηκε μέσα από πολιτικές άρσης των περιορισμών και των ελέγχων στις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, μέσα από την επέκταση του δανεισμού, και εκτείνεται μέχρι το φάσμα της αύξησης των κοινωνικών ανισοτήτων και το επίπεδο της ιδεολογικής κυριαρχίας του δόγματος της ανεξέλεγκτης αγοράς.

Βεβαίως, για να είμαστε καθ' όλα ειλικρινείς, το δόγμα της ανεξέλεγκτης αγοράς το επέβαλαν μεν, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, «οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, επειδή εξυπηρετούσε τα οικονομικά συμφέροντα που τις στήριξαν», αλλά θύματα αυτού του δόγματος έπεσαν και οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Είναι γνωστή η διαμάχη σε θεωρητικό-πολιτικό επίπεδο μεταξύ Χάμπερμας και Γκίντενς για τα όρια της αγοράς και του κράτους. Η κυβερνώσα σοσιαλδημοκρατία, είτε για λόγους πολιτικού κόστους είτε λόγω αδυναμίας να συγκρουστεί με το ρεύμα, αλλά κυρίως για λόγους υποτίμησης της ιδεολογικής αντιπαράθεσης (παρ' όλες τις επικλήσεις στη γνώση), δέχτηκε πολλές φορές αβασάνιστα αυτό το δόγμα. Βεβαίως υπήρχαν δυνάμεις μέσα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που σε πολύ δυσμενείς συνθήκες συγκρούστηκαν με αυτό το δόγμα. Αν κανείς δει τις απόψεις που η κυβέρνηση Σημίτη προσπάθησε να περάσει στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα καταλάβει τι εννοούμε.

Είναι μακριά από τη σκέψη του πρώην πρωθυπουργού η αντίληψη που βλέπει την πολιτική ως άθροισμα λαθεμένων ενεργειών ή ως αποτέλεσμα μιας αστυνομικής ερμηνείας των πολιτικών εξελίξεων. Η κρίση, οικονομική και κοινωνική, είναι για τον συγγραφέα απόρροια κοινωνικών και ταξικών συσχετισμών στη «διαπλοκή» τους με το ιδεολογικό περιβάλλον. Αν λοιπόν η κρίση είναι ένα πολύπτυχο φαινόμενο, τότε και η υπέρβασή της δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με όπλο τον πολιτικό μεσσιανισμό και λαϊκισμό. Η προσεκτική ανάγνωση του τρόπου που ο συγγραφέας προσεγγίζει την πολιτική συνθήκη δείχνει πως με τον λαϊκισμό (δες φαινόμενο Καραμανλή) μπορείς να κατακτήσεις την εξουσία, αλλά πολύ δύσκολα μπορείς να την ασκήσεις.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως στον χώρο της πολιτικής οικονομίας κάθε απόφαση έχει διπλό πρόσωπο. Για παράδειγμα, μια πολιτική υψηλών επιτοκίων μπορεί μεν να περιορίσει την άνοδο των τιμών, αλλά από την άλλη τα υψηλά επιτόκια συνεπάγονται ένα ακριβό ευρώ, που με τη σειρά του οδηγεί σε μείωση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών, με αρνητικές επιδράσεις στην απασχόληση. Ο Σημίτης υποστηρίζει πως δεν μπορούμε με δογματικό τρόπο να υποστηρίζουμε τη μία ή την άλλη άποψη για την αναγκαία οικονομική πολιτική, αλλά να παρακολουθούμε το διεθνές περιβάλλον, τη συγκυρία, τις δυνατότητες και τις ανάγκες της κάθε χώρας. Σε χώρες όπου «υπάρχει πληθωρισμός και τα πραγματικά επιτόκια είναι πολύ χαμηλά, επιπλέον μείωση των επιτοκίων θα διευκόλυνε μη παραγωγικές ή και κερδοσκοπικές χρήσεις των κεφαλαίων». Εξάλλου τα χαμηλά επιτόκια δεν είναι ο μόνος δρόμος για την ενίσχυση των αναπτυξιακών στόχων.

Αφού αναλύσει την πορεία και τις αιτίες της διεθνούς οικονομικής κρίσης προχωρεί στην επίδρασή της στην ελληνική οικονομία. Κατηγορεί την κυβέρνηση πως αποπολιτικοποιεί τις επιδράσεις της κρίσης στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση για να αθωώσει τον εαυτό της υποστηρίζει πως για όλα είναι υπεύθυνη η διεθνής κατάσταση. Σύμφωνα όμως με τον πολιτικό και συγγραφέα Σημίτη η διεθνής οικονομική κρίση επικάθησε σ' ένα εγχώριο περιβάλλον ραγδαίας επιδείνωσης του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών, αύξησης των δαπανών και του δημόσιου χρέους. Περιβάλλον που οδήγησε σε σημαντική πτώση την ανταγωνιστικότητα. Τα αίτια της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι διαχρονικά. Μεταξύ των άλλων οφείλονται στη χαμηλή ποιότητα των ελληνικών προϊόντων και στο μικρό ποσοστό προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Στην Ελλάδα η όποια ανταγωνιστικότητα στηρίζεται στο χαμηλό κόστος εργασίας. Η κυβέρνηση αντί να επιχειρήσει να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα, το υποδαύλισε κυρίως μέσα από ένα σύστημα μείωσης των άμεσων φόρων και μετάθεσης των βαρών στην έμμεση φορολογία. Υποστηρίζει ακόμη πως το γενικότερο κλίμα οδήγησε κάποια στρώματα να στραφούν σε μεθόδους αθέμιτου πλουτισμού. Πολύ φοβόμαστε πως εδώ ο συγγραφέας αποτυπώνει, έστω και χωρίς ρητή αναφορά, τις δυσκολίες και την ατμόσφαιρα πάνω στην οποία σκόνταψαν και οι δικές του κυβερνήσεις.

Ο συγγραφέας δεν φοβάται να ταχθεί υπέρ των μεταρρυθμίσεων, διευκρινίζοντας όμως πως «οι μεταρρυθμίσεις, παρά τυχόν ομοιότητες στην ορολογία, διαφέρουν ιδεολογικά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες στοχεύσεις, τις επιλογές των μέσων, την ιεράρχηση των μέτρων, τους τρόπους αποκατάστασης των αδικιών». Για τον Σημίτη δεν είναι κάθε διαρθρωτική αλλαγή νεοφιλελεύθερο μέτρο, όπως βεβαίως και κάθε επίκληση προστασίας των ασθενέστερων στρωμάτων, που αφήνει τα πράγματα όπως είναι, δεν είναι φιλολαϊκό μέτρο.

Η προϋπόθεση για να καταστεί η Ελλάδα ανταγωνιστική είναι η στροφή προς την καινοτομία, την κοινωνία της γνώσης, την αύξηση των επενδύσεων, την αποτελεσματικότερη διαχείριση των δημοσίων πόρων, την ανάδειξη νέων ενεργειακών πόρων, την προστασία του περιβάλλοντος και τη μείωση των ανισοτήτων. Για να γίνει όμως αυτό δεν αρκεί η εξαγγελία του στόχου, «απαιτούνται σχέδια, επιμέρους στόχοι, κονδύλια, κινητοποίηση, συντονισμός και, προπαντός, συστηματική δουλειά για χρόνια». Κατά τη γνώμη μας, αυτά ακριβώς είναι τα στοιχεία που εκ μέρους τμήματος της καλλιτεχνικής διανόησης και αυτών που αποκαλούμε «τσαμπατζήδες του πνεύματος» προκάλεσαν το μεγαλύτερο μένος κατά του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος.

Φτάνουν όμως οι εσωτερικές διαρθρωτικές αλλαγές για να μπορέσουν η ελληνική οικονομία και κοινωνία να ξεπεράσουν τις δομικές της αδυναμίες; Οπως είναι φυσικό, ο συγγραφέας απαντά αρνητικά. Η μεγάλη αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ΟΝΕ είναι ακριβώς πως η Ενωση αυτή τη στιγμή είναι μόνο νομισματική και όχι οικονομική και κατ' επέκταση πολιτική. Οι αποτυχίες του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, η ανολοκλήρωτη Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά και οι σπασμωδικές και ετερόκλιτες αντιδράσεις στις συνέπειες της σημερινής οικονομικής κρίσης δείχνουν ακριβώς την απουσία συντονισμού των οικονομικών πολιτικών της Ενωσης. Οι μεγάλες χώρες ακολουθούν η καθεμιά τη δική της ξεχωριστή πολιτική, οι δε μικρότερες τρέχουν από πίσω ασθμαίνουσες. Ο κίνδυνος είναι σ' αυτό το πλαίσιο και η ΟΝΕ να μην αποδίδει στο μέλλον όσα θα μπορούσε να αποδώσει. Η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να προχωρήσει αν το μόνο κοινό της πλαίσιο παραμείνει η νομισματική Ενωση, αν δεν εφαρμοστούν τελικά κοινές πολιτικές υπέρ της σύγκλισης.

Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει πως στο σύνολό της η κρίση απέδειξε πως ο ρόλος του κράτους παραμένει αναγκαίος. Απόρροια της σημερινής κρίσης είναι όχι η κατάρρευση του καπιταλισμού, αλλά η κατάρρευση του δόγματος πως χωρίς κρατικό έλεγχο η λειτουργία της αγοράς αποδίδει το βέλτιστο αποτέλεσμα για το κοινωνικό σύνολο. Αυτό που μπορεί να προκύψει από την κρίση δεν είναι μια ιδεολογική τομή και ανατροπή, αλλά η ανάγκη ανάδειξης μιας νέας σχέσης κράτους και αγοράς. Σήμερα τα κράτη έχουν τη νομιμοποίηση «χωρίς ισχυρές αντιρρήσεις, να επιβάλλουν κανόνες παιγνιδιού στις επιχειρήσεις».

ΥΓ.: Κάτι τελευταίο και προσωπικό. Θα ήθελα να μου επιτραπεί αυτή η προσωπική αναφορά, αν και ποτέ στη μέχρι σήμερα αρθρογραφία μου δεν θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ σε προσωπικά ζητήματα. Η υποστήριξή μου όμως στο έργο του Σημίτη έχει παρεξηγηθεί. Ποτέ η υποστήριξη αυτή δεν πήρε και δεν ζήτησε κάποια ανταπόδοση, αντιθέτως, θα έλεγα πως είχε σημαντικό κόστος για τον γράφοντα. Την οφείλω όμως στις αρχές μου και στην πεποίθηση πως ο εκσυγχρονισμός προσέφερε και έχει ακόμα να προσφέρει πολλά στον τόπο.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική