Έντυπη Έκδοση

Η Αθήνα της Μαρίας Παπαδημητρίου

«Εζησα την πόλη σαν κοινόβιο»

«Νομίζω πως έπρεπε κάποια στιγμή να φύγω από το κέντρο της πόλης, να πάρω τις αποστάσεις μου», λέει η Μαρία Παπαδημητρίου.

«Αλλά τη νοσταλγώ την Αθήνα». Τα τελευταία χρόνια η εικαστικός ζει ανάμεσα στη Δροσιά και τον Βόλο, όπου διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, παρεμβάλλοντας συχνά διαλείμματα εκτός Ελλάδος, για τη δουλειά της. Η αλήθεια είναι πως δεν έχει απομακρυνθεί υπερβολικά - μήπως η Αθήνα δεν φτάνει πια ουσιαστικά και μέχρι τη Δροσιά; Θεωρητικά, ναι.

Αλλά για μια γυναίκα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην καρδιά της πόλης, οποιαδήποτε γειτονιά που εκτείνεται πέρα από μια μικρή ακτίνα, είναι άλλος τόπος. Ρωτάω την Παπαδημητρίου γιατί λέει πως έπρεπε να φτιάξει το σπίτι της στα προάστια και να νοσταλγεί την πόλη, αντί να τη ζει. «Γιατί είμαι άνθρωπος άνευ ορίων. Και η Αθήνα ευνοούσε αυτό το χαρακτηριστικό μου», απαντάει. Ανευ ορίων, ως προς τι; «Κάθε μέρα αγόραζα ένα πακέτο σουρωτό καφέ». Πριν προλάβω να μπερδευτώ, συνεχίζει: Πόσα φλιτζάνια βγάζει ένα πακέτο; Τόσα καταναλώνονταν κάθε μέρα στο σπίτι τής Παπαδημητρίου, που της άρεσε να έχει ένα σπίτι ανοιχτό για όλους. «Μπορούσε να έρθει όποιος φίλος ήθελε, να φέρει όποιον ήθελε και να μείνουν όσο ήθελαν», χαμογελάει στην ανάμνηση.

Η κοινοβιακή αθηναϊκή περίοδος της Παπαδημητρίου περιλάμβανε πάντως ολοήμερη δουλειά στο πρώτο της ατελιέ, στου Ψυρρή. Οπου επίσης ήταν ευπρόσδεκτοι οι φίλοι και οι φίλοι των φίλων -και πάει λέγοντας- οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Και κυρίως τα Σάββατα: Πολύ πριν τα δρομάκια ανάμεσα στην Ερμού και την Αθηνάς γεμίσουν ουζερί με επιτηδευμένα ονόματα και ακόμη πιο επιτηδευμένη κουζίνα, η Παπαδημητρίου είχε την τύχη να συμμετέχει στα τρικούβερτα γλέντια που στήνονταν στο χασάπικο κάτω από το ατελιέ της, τα μεσημέρια του Σαββάτου. Και σε αυτήν την περίπτωση, όλοι οι καλοί χωρούσαν. «Οικοδεσπότης ήταν ο χασάπης, που έστρωνε λαδόκολλες σε μερικά τραπέζια και ήταν καλεσμένοι όλοι οι γείτονες και όλοι μας οι φίλοι», θυμάται η Παπαδημητρίου. Ηταν ωραίο όσο κράτησε, γιατί σύντομα η γειτονιά θα μετατρεπόταν στο μεγαλύτερο ανοιχτό κλαμπ της πόλης. Κι ενώ οι κλάμπερ έρχονταν, η Παπαδημητρίου έφευγε.

«Εδώ μένει ένας σπουδαίος ζωγράφος»

Τον τελευταίο καιρό δεν κατεβαίνει στο κέντρο πάνω από δυο - τρεις φορές τον μήνα, λέει, εξηγώντας μου πως διάλεξε να συναντηθούμε σε ένα καφενείο κοντά στην Ακρόπολη γιατί, όταν κατεβαίνει, της αρέσει πάντα να κάνει ένα πέρασμα από τον λόφο. Αλλωστε, εδώ μεγάλωσε. Την ώρα που ερχόταν, θυμήθηκε το σπίτι του Κωνσταντίνου Παρθένη και πόσο της είχαν εξάψει τη φαντασία όσα της έλεγε η μητέρα της για τον ζωγράφο. «Είναι από τις πιο έντονες παιδικές αναμνήσεις μου. Το σπίτι ήταν στη Ροβέρτου Γκάλι 40. Εχω την εικόνα ενός μεγάλου σπιτιού, με γκρίζους τοίχους και παράθυρα πάρα πολύ ψηλά, μάλλον για να φωτίζεται το ατελιέ του. "Εδώ μένει ένας σπουδαίος ζωγράφος", μου έλεγε κάθε φορά η μητέρα μου και στα πέντε μου τότε ο ζωγράφος φάνταζε σαν κάτι μυστηριώδες, περίεργο. Η φαντασία μου οργίαζε». Πολλά χρόνια μετά, ως φοιτήτρια, θα ανακαλούσε εκείνο το σπίτι και θα κοίταζε τον θρυλικό ιδιοκτήτη του κάτω από ένα νέο φως -«κάνοντας έρευνα στα αρχεία της Καλών Τεχνών, ανακάλυψα τον δραματικό τρόπο με τον οποίο αναγκάστηκε ο άνθρωπος να φύγει από την ΑΣΚΤ, πόσο τον είχαν πολεμήσει επειδή ήταν ένας πρωτοποριακός καλλιτέχνης, πώς του άλλαζαν συνέχεια το εργαστήριο για να τον τρελάνουν», περιγράφει με ειλικρινή θλίψη.

Αν δεν είχε τόσο τσουχτερό κρύο, θα μπορούσαμε να έχουμε δώσει ραντεβού στο άλλο αγαπημένο σημείο της Παπαδημητρίου - στην καντίνα του Λυκαβηττού. «Λέω πως είναι το γραφείο μου. Πολλές φορές, αντί να πάω σε ένα καφέ ανάμεσα σε δυο δουλειές, ανεβαίνω στον λόφο και κάθομαι σε ένα από τα τραπεζάκια στην καντίνα», λέει, εξηγώντας πως είναι και πολύ ευχάριστα λόγω της θέας, και ιδιαίτερα βολικά για να βγάλεις το λάπτοπ σου και να δουλέψεις λιγάκι, αν χρειάζεται.

«Μεγάλωσα ανάμεσα σε μικρά ξενοδοχεία»

«Πάντα μου άρεσε πολύ η καντίνα, γι' αυτό είχα κάνει κι εκείνο το πάρτι». Για «εκείνο το πάρτι», η Παπαδημητρίου είχε ζητήσει ειδική άδεια από τον δήμο, είχε νοικιάσει το πάρκινγκ του Λυκαβηττού και είχε φέρει djs που έπαιζαν μέχρι τις έξι το πρωί. Η χρονιά ήταν το 1991, το πάρτι διαδέχτηκε τα εγκαίνια της έκθεσης της Παπαδημητρίου στην γκαλερί Δεσμός και ήταν ανοιχτό για όλη την Αθήνα. Εχει καταγραφεί ως επιτυχημένο, αφού μαζεύτηκε πράγματι σχεδόν όλη η Αθήνα - που χόρευε μέχρι τις έξι το πρωί. «Φταίει αυτή η κατάσταση φιλοξενίας που μονίμως με διακατέχει», αστειεύεται ποιητικά.

Αυτή η «κατάσταση φιλοξενίας» ίσως οφείλεται στο ότι η Παπαδημητρίου μεγάλωσε ανάμεσα σε διάφορα μικρά ξενοδοχεία που είχε η οικογένειά της μέσα στην πόλη. Οταν η μικρή Μαρία έλεγε πως περνάει τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι της γιαγιάς, εννοούσε τον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου «Ερμείον», που βρισκόταν στο τέρμα της Μητροπόλεως. «Ηταν μαγικός χώρος, αυτό είναι αλήθεια», παραδέχεται, καθώς περιγράφει πώς ήταν διαμορφωμένο το διαμέρισμα ώστε να κοιτάζει το αστικό πανόραμα.

Λίγο παρακάτω, πάνω στην Αιόλου, ήταν το ξενοδοχείο «Εμπορικόν» -άλλο ένα πέρασμα για τα παιδιά της οικογένειας. «Και τα μεσημέρια, μετά το σχολείο, πήγαινα για φαγητό στο ξενοδοχείο "Πλάκα", στη Μητροπόλεως, όπου δούλευε ο πατέρας μου». Μεγαλώνοντας ανάμεσα σε ταξιδιώτες απ' όλες τις χώρες του κόσμου, μπαινοβγαίνοντας σε δωμάτια που προορίζονται να στεγάσουν περαστικούς ή μοναχικούς, η Παπαδημητρίου συνήθισε να θεωρεί αυτονόητο πως οι φίλοι είναι πάντα ευπρόσδεκτοι, πως υπάρχει πάντα χώρος για τον άλλο. «Και το σπίτι μου σαν ξενοδοχείο είναι», χαμογελάει.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Βίοι και Πολιτείες
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά