Έντυπη Έκδοση

Μαντεία, προφητεία ή επιστήμη

Με αφορμή τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου, οι επιστημονικές τεχνικές που εφαρμόζουν ορισμένες εταιρείες δημοσκοπήσεων για την εκτίμηση (πρόβλεψη) της εκλογικής επιρροής των κομμάτων δέχθηκε εντονότατες αλλά εντελώς αβάσιμες επικρίσεις από μερίδα του τύπου και της πολιτικής.

Τα κίνητρα αυτής της επίθεσης είναι αμιγώς πολιτικά. Πραγματικός στόχος είναι, να αμφισβητηθούν τα ίδια τα αποτελέσματα των προβλέψεων, τα οποία δεν κρίνονται συμφέροντα. Και, δευτερευόντως, να «αποδομηθεί» η υποτιθέμενη επιρροή των δημοσκοπήσεων, διότι η «βεβαιότητα» με την οποία περιβάλλεται η πρόβλεψη, ασκεί επίδραση στους ψηφοφόρους και επηρεάζει, δήθεν, το εκλογικό αποτέλεσμα.

Με την ίδια λογική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι μια κεντρική τράπεζα, που προβλέπει άνοδο του πληθωρισμού, έχει και την ευθύνη, αν η πρόβλεψή της επαληθευτεί.

Αυτού του τύπου η «κριτική» δεν είναι καινούρια. Επαναλαμβάνεται η ίδια τακτική υπονόμευσης των «μη ευνοϊκών» δημοσκοπήσεων που είχε χρησιμοποιηθεί και παλιότερα: Για να αμφισβητήσω το αποτέλεσμα μιας δημοσκόπησης, αμφισβητώ τη μέθοδό της. Π.χ. στη δεκαετία του 1990, το δείγμα 1.000 ατόμων κατηγορείτο ως «μικρό», ή το 2004 η τηλεφωνική μέθοδος (που επικράτησε πλήρως) χαρακτηριζόταν «αναξιόπιστη»!

1 Η μελέτη της διαχρονικής εξέλιξης πολύ διαφορετικών φαινομένων (φυσικών, οικονομικών, κοινωνικών, κ.λπ.) αποτελεί βασικό αντικείμενο των αντίστοιχων επιστημών.

Αναπόσπαστο μέρος αυτής της μελέτης αποτελεί η πρόβλεψη (forecasting) της μελλοντικής εξέλιξης. Πολλά παραδείγματα προβλέψεων είναι ευρύτερα γνωστά. Π.χ. η πρόβλεψη του καιρού, οι προβλέψεις για τα σημαντικά οικονομικά μεγέθη, τον πληθυσμό, κ.ά. Στη σημερινή εποχή, σχεδιασμός είναι αδιανόητος χωρίς πρόβλεψη.

Εύλογα, η εκλογική συμπεριφορά και οι εκλογές, ένα τόσο σημαντικό φαινόμενο της σύγχρονης ζωής, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Σε αντίθεση με την ελληνική πραγματικότητα, η πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος αποτελεί, διεθνώς, ένα -διαρκώς αυξανόμενου ενδιαφέροντος- αντικείμενο μελέτης της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης.

Η πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος βασίζεται σε στατιστικά υποδείγματα (μοντέλα), τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν μεταβλητές (ερωτήσεις) δημοσκοπήσεων, όπως η πρόθεση ψήφου κ.ά., πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα, ακόμη και οικονομικούς δείκτες. Πρόβλεψη εκλογικών αποτελεσμάτων διενεργείται σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, από πανεπιστημιακούς, αλλά και από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων. Δίπλα και ανεξάρτητα από τους «pollsters» (δημοσκόπους), έχουν αναδειχθεί εδώ και μία δεκαετία ως αυτοτελής κατηγορία και οι «forecasters».

2 Στις ΗΠΑ, οι πρώτες απόπειρες επιστημονικής πρόβλεψης εκλογικού αποτελέσματος ξεκίνησαν πριν από 30 χρόνια. Μόνο για τις προεδρικές εκλογές του 2008, δημοσιεύθηκαν 16 διαφορετικές προβλέψεις, από γνωστούς ακαδημαϊκούς, όπως ο Alan Abramowitz, ο Michael Lewis-Beck, ο Jim Campbell κ.ά. Προβλέψεις εκλογικών αποτελεσμάτων, στις ΗΠΑ, πραγματοποιούν όμως και όλες σχεδόν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων.

Η προσπάθεια πρόβλεψης αποτελεσμάτων ξεκίνησε την τελευταία δεκαετία και στην Ευρώπη. Αξίζει να αναφερθεί ότι προβλέψεις για τα αποτελέσματα των πρόσφατων ευρωεκλογών διενεργήθηκαν, υπό την αιγίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και για τις 27 χώρες της Ενωσης1.

3 Ποια είναι, όμως, η σχέση δημοσκοπήσεων και «εκτίμησης της εκλογικής επιρροής»; Εξ ορισμού, κάθε δημοσκόπηση πραγματοποιείται με στόχο την καταγραφή της εκλογικής δύναμης των κομμάτων, κατά τη χρονική στιγμή διεξαγωγής της. Ομως, είναι γνωστό, πριν από όλα σε εκείνους που τις πραγματοποιούν, ότι οι δημοσκοπήσεις, ως μέθοδος, εμφανίζουν σημαντικές και εγγενείς αδυναμίες.

Τα πρωτογενή δεδομένα τους δεν αποτυπώνουν από «μόνα τους» την εκλογική πραγματικότητα. Αυτή η διαπίστωση επιβάλλει την «εκτίμηση της εκλογικής επιρροής», δηλαδή τη δευτερογενή επεξεργασία των δεδομένων. Με τον όρο «εκτίμηση της εκλογικής επιρροής» εννοείται ο επανυπολογισμός των ποσοστών των κομμάτων (repercentage), χωρίς τη «αδιευκρίνιστη» ψήφο, ώστε τα αποτελέσματα κάθε δημοσκόπησης να είναι συγκρίσιμα με τα αποτελέσματα.

Η «εκτίμηση» διαφέρει σημαντικά από μια απλή παράθεση αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων. Ενώ βασίζεται (όχι αποκλειστικά) σε αυτές, είναι αποτέλεσμα περισσότερο περίπλοκων τεχνικών. Οι στατιστικές τεχνικές, που χρησιμοποιούνται, επεμβαίνουν «διορθωτικά» στα πρωτογενή δεδομένα, προσπαθώντας να περιορίσουν τις εγγενείς αδυναμίες της μεθόδου και να βελτιώσουν την αποτύπωση της εκλογικής πραγματικότητας.

Παρόμοιες τεχνικές είναι οι απλές σταθμίσεις (π.χ. με την προηγούμενη ψήφο), ή και περισσότερο σύνθετες, όπως η ανάλυση χρονολογικών σειρών κ.λπ. Διεθνώς, αρκετές εταιρείες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την Gallup στις ΗΠΑ και την Ipsos/MORI στη Μ. Βρετανία, δεν χρησιμοποιούν, πλέον, την πολιτική στάθμιση, λόγω των πολλών προβλημάτων που αυτή παρουσιάζει.

Στις περισσότερες χώρες, σχεδόν το σύνολο των εταιρειών δημοσκοπήσεων παρουσιάζει τα αποτελέσματα των ερευνών πρόθεσης ψήφου, με τη μορφή «εκτίμησης εκλογικής επιρροής». Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται το ζητούμενο μιας δημοσκόπησης, δηλαδή η καταγραφή της επιρροής των κομμάτων, σε μια ενδεχόμενη εκλογική αναμέτρηση2. Παγκοσμίως, αυτός το τρόπος είναι απόδειξη εγκυρότητας των ερευνών. Στην Ελλάδα, απορρίπτεται ως «προφητεία» ή, ακόμα χειρότερα, αποχρώσα ένδειξη «συνωμοσίας»!

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεφύγει της προσοχής ότι κάθε υποκειμενική επέμβαση του ερευνητή στα δεδομένα μιας δημοσκόπησης αποτελεί -αυτονόητα- εκτίμηση. Επομένως, ακόμη και οι σταθμίσεις αποτελούν, αντικειμενικά, μια (απλούστερη) μορφή εκτίμησης, ενώ οι εταιρείες που δημοσιοποιούν σταθμισμένα στοιχεία, δηλαδή σχεδόν το σύνολο των ελληνικών εταιρειών, στην ουσία δίνουν εκτιμήσεις, ακόμη και αν δεν το ονομάζουν έτσι.

4 Εν κατακλείδι, η πρόβλεψη των εκλογικών αποτελεσμάτων είναι παράγωγο επιστημονικών μεθόδων. Απαιτεί μακροχρόνια, επίπονη και συστηματική προσπάθεια και δεν αφορά αποκλειστικά τις δημοσκοπήσεις. Δεν αποτελεί ούτε «προφητεία», όπως υποστήριξε γνωστός επικοινωνιολόγος, ούτε «μαντεψιά», όπως υποστήριξε ένας γνωστός δημοσιογράφος.

Οι προβλέψεις των εκλογικών αποτελεσμάτων, όπως και πολλών άλλων φαινομένων, μπορεί κάλλιστα να αποδειχτούν εσφαλμένες, όχι όμως, αναγκαστικά, λόγω σκοπιμότητας!

- Μπορεί, η αποτυχία συγκεκριμένων προβλέψεων να νομιμοποιεί τους νεοσκοταδιστές, που απαξιώνουν τη ίδια την έννοια της πρόβλεψης, ως μέρος της επιστημονικής πρακτικής;

- Λόγω της αποτυχίας των μετεωρολόγων να προβλέψουν, σε κάποιες περιπτώσεις τον καιρό, θα πρέπει να καταργηθεί και η πρόβλεψη του καιρού; (δεν υπονοούμε, βέβαια, ότι η πολιτική είναι φυσικό φαινόμενο).

Η αποτίμηση των προβλέψεων πρέπει να γίνεται «νηφάλια» και με στόχο τη βελτίωση των μεθόδων. Αυτό συνιστά τη μόνη αποδεκτή πρακτική, που επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από τη διαρκή αναθεώρηση των προβλέψεων, σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους και από όλους τους διεθνείς οργανισμούς.

1. http://www.predict09.eu/default/en-us.aspx

2. Βλέπε σχετικά με την παρουσίαση δημοσκοπήσεων στη Μ. Βρετανία: http://www.ipsosmori.

com/content/voting-intentions-westminster-all-companies-polls-.ashx#2009 και στη Γερμανία: http://www.wahlrecht.de/umfragen/index.htm

* Ο Γ. ΜΑΥΡΗΣ είναι πολιτικός επιστήμονας Ph.D. πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Public Issue (www.mavris.gr, www.publicissue.gr).

* Ο Γ. ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ είναι μαθηματικός Μ.sc, αναλυτής στατιστικών υποδειγμάτων της Public Issue.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Αρθρο