Έντυπη Έκδοση

Η γραφειοκρατία και το καμαρίνι της Πέγκυ Ζήνα

Βαθιά πολιτική, η έκθεση «Exit» κριτική απέναντι στις κοινωνικές συμπεριφορές, η έκθεση «Culture Industry» με υπότιτλο το folklore και τα cliches μιας τεράστιας διεθνούς παρέας όπου, όλα οργανώνονται από τους ίδιους τους καλλιτέχνες και εκφράζονται ως ένα πάρτι διαρκείας με απρόσμενες συνέπειες.

Η «Εξοδος» αφορά τον δημόσιο χώρο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που εργάζονται στο Δημόσιο. Μια μεγάλη εγκατάσταση -με γραφεία ετοιμόρροπα, κάποιες λάμπες και έναν ήχο ανατριχιαστικό- καταλαμβάνει ολόκληρο τον χώρο της γκαλερί Η «Εξοδος» αφορά τον δημόσιο χώρο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που εργάζονται στο Δημόσιο. Μια μεγάλη εγκατάσταση -με γραφεία ετοιμόρροπα, κάποιες λάμπες και έναν ήχο ανατριχιαστικό- καταλαμβάνει ολόκληρο τον χώρο της γκαλερί Οπως την επιπλέον συμμετοχή μουσικών και dj.

Το project «Εξοδος» αφορά τον δημόσιο χώρο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που εργάζονται στο Δημόσιο και όχι μόνο. Μια μεγάλη εγκατάσταση -με γραφεία ετοιμόρροπα (τα περισσότερα στέκουν στα δύο ή τα τρία πόδια), κάποιες λάμπες και έναν ήχο ανατριχιαστικό- καταλαμβάνει ολόκληρο τον χώρο της γκαλερί.

Πρόκειται για τη χαρτογράφηση ενός πεδίου κοινωνικού και παράλληλα την αμφισβήτηση της «αυθεντίας» του ως συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας.

Φωτογραφία της Μαργαρίτας Μυρογιάννη από την έκθεση στο VOX Φωτογραφία της Μαργαρίτας Μυρογιάννη από την έκθεση στο VOX Το έργο, μινιμαλιστικό, με αναφορές στην arte povera, σχολιάζει μερικώς την πρόσφατη ιστορία της τέχνης, επιλέγει υλικά οικεία στον άνθρωπο για να μιλήσει για τον βανδαλισμό που υφίσταται ο πολίτης μέσω των επιβαλλόμενων κοινωνικών δομών. Βρίσκεται στην παράδοση της γλυπτικής με προοπτική την προσβασιμότητα του κοινού στο ζήτημα μιας αόρατης γραφειοκρατίας την οποία καταγγέλλει έμμεσα.

Η ομάδα «άντερ κονστράξιον» δουλεύει τα τελευταία δύο χρόνια σε ζητήματα δημόσιου χώρου και συλλογικής εικαστικής πρακτικής, ενσωματώνοντας την καταγγελία ως μια ανοιχτή προϋπόθεση κατανόησης.

Αν και η εγκατάσταση γίνεται στον ιδιωτικό κλειστό χώρο μιας γκαλερί, ενσωματώνει τις συνθήκες ενός δημόσιου μνημειακού έργου με ισχυρή φωνή.

Η ομάδα των μπουζουκιών, αντίθετα, κάνει βουτιά στη γοητεία του συγκεκριμένου συστήματος διασκέδασης και συμπεριφορών, διεκδικώντας την ενσωμάτωση του χώρου σε μια νέα κατάσταση-διασκέδαση. Παίρνοντας ό,τι υπάρχει μέσα σε ένα κέντρο διασκέδασης, από καλά ηχητικά έως κομπιούτορες που κινούν τα νήματα, εγκαθίσταται, προσωρινά, και παράγει σε σχέση με τον χώρο, ο οποίος αλλάζει ύφος αλλά όχι και φυσιογνωμία.

Η εισβολή, ας πούμε, του Αντωνάκη Χριστοδούλου (παράδειγμα) στο καμαρίνι της Πέγκυ Ζήνα, γίνεται με όρους απόλυτου σεβασμού, αφού παραμένουν τα πάντα στη θέση τους και απλά το δωμάτιο στολίζεται με κάποια πορτρέτα της ταραχής, όπου αναπαράγονται μορφές οικείες που θυμίζουν διαφημιστικές γιγαντοαφίσες, παρά το μικρό τους μέγεθος.

Στο Βοξ, είδαμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα έργα, όπως του Θοδωρή Προδρομίδη, του Γιώργου Τούρλα, της Ντόρας Οικονόμου, του Gulsun Karamustafa, της ομάδας Campana, τις φωτογραφίες της Μαργαρίτας Μυρογιάννη και την εξαιρετική εγκατάσταση της Λυδίας Ανδριώτη στο πάλκο του μαγαζιού, με τις ηλεκτρικές σκούπες που κινούνται και την προβολή του καθαρισμού του χώρου. Εκείνο που πρέπει να πει κανείς είναι ότι δεν έχει και τόση σημασία το καθένα από τα έργα και η δική του υπόσταση όσο το σύνολο της έκθεσης που δημιουργεί τις συνθήκες ενός πανηγυριού σε διαρκή εξέλιξη. Οπου και αν στρέψεις το βλέμμα, κινούνται εικόνες και προβάλλουν έργα που δημιουργούν εκπλήξεις, ενώ η συνέπεια αφορά την καλή παρουσία του συνόλου της έκθεσης και μόνο και όχι έννοιες ή ιδεολογικές αναφορές. Ετσι, αν παρακολουθήσεις τι συμβαίνει στον καθρέφτη του Σταμάτη Ζέρβα και στη συνέχεια βρεθείς στην παρασκευή της μαρμελάδας του έργου των Damijan και Katarina Kracina, θα σου φανεί ότι όλα είναι συνεπή προς μια αισθητική κατεύθυνση.

Ποια; Ας πούμε ότι δημιουργείται μια νέα κατάσταση που διαθέτει την ευφορία και την αγωνία ενός πανηγυριού που οι μετέχοντες γνωρίζουν ότι είναι αδιέξοδο, όμως επιθυμούν να το χαρούν. Ως παρέα, αν και παραείναι μεγάλη, συνδέεται από τις εμπειρίες του κοινού χρόνου σε Σχολές Καλών Τεχνών της Αθήνας, του Λονδίνου και του υπόλοιπου κόσμου, σε εκθέσεις σε διαφορετικά σημεία της Ευρώπης, σε residency, σε κοινούς τόπους κατανάλωσης τέχνης και διασκέδασης.

Εκείνο που μου άρεσε πιο πολύ σ' αυτή την έκθεση είναι ότι δεν παρουσιάστηκε με τη σοβαροφάνεια της έκθεσης αλλά του πάρτι, ότι οι μουσικές δράσεις είχαν τον ρόλο τους το βράδυ των εγκαινίων και ότι τα ποτά ήταν ελεύθερα.

Η μετανάστευση, οι πλαστικές σφαίρες και τα δακρυγόνα έμειναν έξω, παρά τις κάποιες αναφορές στα έργα, ενώ η έκθεση ως έκθεση διαθέτει φαινομενικά το σλόγκαν «θέλουμε και άλλη κατανάλωση», «θέλουμε και άλλη σύμβαση» επιχειρώντας να διαδραματίσει έναν ρόλο στη φαντασίωση που αφήνει έξω το πρόβλημα για να το αντιμετωπίσει την επόμενη ημέρα. Οι ένοικοι του νυχτερινού μαγαζιού της Ιεράς Οδού πέρασαν καλά και οι επισκέπτες επίσης. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά