Έντυπη Έκδοση

ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ: Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΙΚΙΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ ΜΕ ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ραψωδία για έναν χαμένο ποιητή

* «Το Τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου

Ουδέν κακόν... Μπορεί να έχασε η μεγάλη Επίδαυρος ένα πολύτιμο Σαββατοκύριακο του καλοκαιριού, επικέντρωσε όμως σε μια παράσταση που κινδύνευε αλλιώς να περάσει ανεπαισθήτως δίπλα από το όνομα της Ζαν Μορό.

Σουρεαλιστική η φιγούρα της Ράνιας Οικονομίδου στην Ορχήστρα, που είχε μετατραπεί σε κινηματογραφικό πλατό Σουρεαλιστική η φιγούρα της Ράνιας Οικονομίδου στην Ορχήστρα, που είχε μετατραπεί σε κινηματογραφικό πλατό Σαν κορωνίδα των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ για τον Ρίτσο, το «Τερατώδες αριστούργημα» που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στη Μικρή Επίδαυρο δεν ήταν μόνο μια σπουδαία παράσταση: έχει τη δύναμη να επιβάλει μια νέα συζήτηση γύρω από τον ποιητή και το έργο του. Κανονικά, ύστερα από αυτή, θα έπρεπε να ομιλούμε για έναν άλλο, διαφορετικό Ρίτσο.

Το «Τερατώδες αριστούργημα», γραμμένο στα χρόνια της πρώιμης, ζέουσας μεταπολίτευσης, προσφέρει τη βάση του απολογισμού και επανεξέτασης: είναι τότε που ο ποιητής νιώθει για μια στιγμή άχρηστα τα προσωπεία που του ανέθεσαν το χρέος και η ανάγκη, και ζητεί να μιλήσει χωρίς περιστροφές και κόμματα, χωρίς στίγματα και σημεία στίξης.

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) κρατά στα χέρια του το «κορμί» της ποίησής του, όπως το ενσάρκωνε ο Γιάννης Κότσιφας Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) κρατά στα χέρια του το «κορμί» της ποίησής του, όπως το ενσάρκωνε ο Γιάννης Κότσιφας «Εκόμισα εις την Τέχνην...», λοιπόν. Ανάμεσα σε μισοϊδωμένα πρόσωπα και γραμμές διακρίνουμε φως να περνά, άλλοτε μέσα από τη χαραμάδα μιας ανοικτής πόρτας, άλλοτε μέσα από το γκρεμισμένο σοβά του σπιτιού, άλλοτε μέσα από τις τρύπες του χειρόγραφου. Ερχεται η ανάγκη του απολογισμού προς άλλους ποιητές ή στην ιδέα που μοιάζει να περιμένει ακόμα στο βάθος. Νομίζω ότι είναι μαζί και η σπανία εκείνη στιγμή που ένας ποιητής νιώθει ότι πλησιάζει την ενότητα των πραγμάτων, το άρρητο νόημα της ζωής. Διαγράφει έτσι το δικό του «Αξιον Εστίν» και βλέπει την παλιά και ύστερη ζωή σαν αριστούργημα. Αμορφο και ανολοκλήρωτο, ανοίκειο και φοβερό και θαυμάσιο έργο: αληθινό τέρας.

Χρησιμοποιώντας το σπασμωδικό και αυτοαναφορικό κείμενο του Ρίτσου -στις χωρίς γραμμώσεις χαρτί του συνειρμού- ο Μαυρίκιος δημιουργεί μια ραψωδία για έναν χαμένο ποιητή. Σε ένα κινηματογραφικό πλατό το «Αριστούργημα» παίζεται στο περιθώριο προηγούμενων ή μετέπειτα έργων. Ο ίδιος ο ποιητής, διάστικτος σε οθόνες, επιστρέφει σε τοπία και ακούσματα της παιδικής ηλικίας, σε πλάσματα και εικόνες του έργου του, σε τετράδια (κόκκινα) της μνήμης. Είναι μόνος και σε κοινωνία, αναγνωρίσιμος μαζί, και άγνωστος.

Σε αυτό το πλατό ο Μαυρίκιος δημιουργεί για τον ποιητή έναν χώρο ελευθερίας, όπου ο λόγος του πνέει απελευθερωμένος. Λόγος που ερωτοτροπεί και σκανδαλίζει, αποθεώνει και βρίζει, προσεύχεται και αποκαθηλώνει. Λόγος που ανήκει στον καθένα: στην εθνική ιστορία και τον κομμουνισμό, στους ρεαλιστές και υπερρεαλιστές, στα σχολικά εγχειρίδια και την gay κοινότητα, στους θαυμαστές και αρνητές του Ρίτσου. Διόλου άδικα ο Μαυρίκιος θεωρεί το «Τερατώδες αριστούργημα» ανάλογο του φελινικού «8 1/2». Η αναλογία ισχύει όσο ισχύει η πρώτη συνθήκη: αν πίσω από τη δημιουργία βρίσκεται η ίδια δημιουργική κρίση, η αφωνία και ο φόβος μπροστά στη θέα ενός χαρτιού, άδειου ή ασφυκτικά γραμμένου.

Δεν κρύβω ότι τρέφω και εγώ σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον μπορούμε να δούμε τον Ρίτσο ανεξάρτητα της πολιτικής του ταυτότητας (η πρώτη λέξη στο «Αριστούργημα» είναι «μόνος», η εικοστή όμως κιόλας είναι «σοσιαλιστές»). Πιστεύω ότι αντί να μετατοπίζουμε το πορτρέτο του ποιητή από το πολιτικό στο ερωτικό και δώθε, θα είχε σημασία να δούμε πρώτα πώς αντιλαμβανόταν ο ίδιος την κομμουνιστική ουτοπία. Τότε ίσως πολλές από τις «ρωγμές» του πορτρέτου να έκλειναν πίσω από ευρύτερα νοήματα. Ωστόσο μπροστά σε μια τόσο συνεκτική, πλήρη και ομοιογενή σκηνική πρόταση, πρόταση που υπηρετεί με αφοσίωση, σαφήνεια και πειθώ την άποψή της, δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ ότι για τον θεατρικό Ρίτσο, και ίσως όχι μόνο για τον θεατρικό, η παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου αποτελεί σημαντικότατη στιγμή.

Νομίζω ότι οι έπαινοι οφείλουν να απευθυνθούν πρώτα στη δραματουργική ομάδα, που αποτέλεσαν εκτός από τον σκηνοθέτη η Μαρία Βαρδάκα και ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης. Για όσους γνωρίζουν το έργο του Ρίτσου αυτό που έγινε ήταν τερατωδώς σύνθετο.

Στο θαύμα δεν συμβάλλουν μόνο τα γενικά αλλά και τα επιμέρους. Για παράδειγμα: τα αποσπάσματα της «Σονάτας του Σεληνόφωτος» με την Ολια Λαζαρίδου ή της «Ελένης» με τη Ράνια Οικονομίδου δίνουν μερικές από τις ευτυχέστερες στιγμές που γνώρισε ο Ρίτσος στη σκηνή μας. Με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο ωστόσο θέλω να είμαι αυστηρός. Γνωρίζω ότι σε αυτόν η παράσταση οφείλει τη βαρύτητά της, όπως και την ερμηνεία σημείων του κειμένου (το επιφώνημα ειδικά του ποιητή κάτω από τα άστρα λάμπει σαν κατάκτηση υπόκρισης). Ωστόσο διακρίνω ότι σαν ηθοποιός εγκλωβίζεται σε μια ρομαντική τεχνική, πολύ επικίνδυνη για τη διαύγεια της ερμηνείας του.*

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική θεάτρου
Θέατρο
Τελευταίες ειδήσεις στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός
4ο Διεθνές Εργαστήριο του Θεάτρου Άττις
«Το φιλί της γυναίκας αράχνης»
Εκδήλωση για τον Παύλο Φύσσα
Εργασίες στην Αμφίπολη με το φόβο της βροχής
Πέθανε ο Αντώνης Βαρδής