Έντυπη Έκδοση

Διάλογοι. Καλοκαίρι και λογοτεχνία

Ημέρες καλοκαιριού γεμάτες φως και θάλασσα. Ημέρες διακοπών και χαλάρωσης, ημέρες ταξιδιού και σχόλης. Τρεις συγγραφείς δίνουν τη δική τους εκδοχή για το καλοκαίρι.

*Ο Χάρης Βλαβιανός, ποιητής, εξετάζει τις εικόνες του καλοκαιριού στην ελληνική ποίηση και τον τρόπο με τον οποίο έχει λειτουργήσει ο μύθος του Αιγαίου στην ελληνική παράδοση, σημειώνοντας πως το Αιγαίο δεν είναι μόνο μια Κιβωτός με πολύτιμους θησαυρούς, αλλά κι ένα πέρασμα, ένα σύνορο κι ένα γλωσσικό όριο το οποίο κάθε ποιητής καλείται, έτσι ή αλλιώς, να διασχίσει.

*Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πεζογράφος, αφήνει τη θάλασσα για να δοκιμάσει μιαν επικίνδυνη διαδρομή από την Αθήνα προς τη Βόρεια Ελλάδα, καταλήγοντας σε μια κατασκότεινη καλοκαιρινή νύχτα στη Θεσσαλονίκη, όπου αποδεικνύεται ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του, ακόμη κι αν πρόκειται να την αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της πιο αισιόδοξης και υποσχετικής εποχής του χρόνου.

*Ο Νίκος Κουνενής, πεζογράφος, επιστρέφει στη θάλασσα για να κάνει βουτιά στην ταλαιπωρία μιας πολυσύχναστης παραλίας, όπου τα πάντα είναι πιθανόν να συμβούν και όπου όλοι δείχνουν να βρίσκονται σε τέλεια πολεμική ετοιμότητα: ρακέτες του τένις, φραπέ και ταχύπλοα έχουν αναλάβει δράση και ο... σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θάλασσα. Ποια θάλασσα;

Οταν σκεφτόμαστε τη «θάλασσα» στην ελληνική ποίηση, το μυαλό των περισσοτέρων αυτομάτως ανακαλεί τον Ελύτη και το περίφημο Αιγαίο του, που τόσο αγάπησε και ύμνησε με τους φωτεινούς αλλά ταυτόχρονα αινιγματικούς του στίχους.

«Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ» (ΚΟΛΑΖ ΤΟΥ ΟΔ. ΕΛΥΤΗ, 1987). «Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ» (ΚΟΛΑΖ ΤΟΥ ΟΔ. ΕΛΥΤΗ, 1987). Δυστυχώς, όμως, τις περισσότερες φορές στρέφεται στην πλέον επίπεδη, προβλέψιμη και φολκλορική εκδοχή του, που θυμίζει εκείνες τις κακόγουστες αφίσες του ΕΟΤ της δεκαετίας του 70', οι οποίες κοσμούσαν τους τοίχους και τις βιτρίνες ταξιδιωτικών γραφείων και δημοσίων υπηρεσιών. Οπως, βέβαια, σωστά έχει παρατηρήσει ο Αρανίτσης, δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς από την επιδερμική πρόσληψη του έργου του Ελύτη ως φυσιολατρικού ή τουριστικού χρονικού.

Στην πραγματικότητα ο Ελύτης «ήταν ένας "μυστικός" ποιητής, δημιουργός ενός περίπλοκου κοσμοειδώλου, του οποίου οι ρίζες ανιχνεύονται κυρίως στον νεοπλατωνισμό αλλά και σε διάφορα μεταφυσικά δόγματα της Ανατολής. Με στοιχεία των συστημάτων αυτών συνέθεσε ένα σύμπαν μαγικών αντιστοιχιών, αναλογιών, μεταφορών, συσχετίσεων κάθε λογής, στο κέντρο του οποίου σκηνοθέτησε μια νέου τύπου συνάντηση του υποκειμένου με τον ελληνικό φυσικό κόσμο.

Η πρωτοφανούς ομορφιάς αυτή συνάντηση ήταν, ωστόσο, και παραμένει, ένα παράδοξο τόλμημα». Πρόκειται, καταλήγει ο Αρανίτσης, «για έναν τύπο λυρικής κρυπτογραφίας -όχι άμεσα προσιτό βεβαίως στον αμύητο αναγνώστη, που επιμένει μέχρι σήμερα να ταυτίζει τη σημαίνουσα εικονοποιία του Ελύτη με τρεχαντήρια, όστρακα και γοργόνες» (Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηρίξει κανείς ως αντίλογο ότι σ' αυτή την πρόσληψη του έργου του συνέβαλε και ο ίδιος ο Ελύτης, αφού τα σχετικά κολάζ, για παράδειγμα, τα οποία φιλοτέχνησε και κατ' επανάληψη εξέθεσε, επιμένουν σε μία μάλλον μονοδιάστατη, κοινότοπη και προβλέψιμη ανάγνωση του Αιγαίου).

Η κουλτούρα, όπως καλά γνωρίζουμε, είναι το θέατρο αντιμαχόμενων πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων -ένα πεδίο μάχης όπου συχνά συντελούνται οι πιο ακραίες, αλλά και οι πιο κοινές αντιπαραθέσεις. Δεν είναι τόπος Απολλώνιας ευγένειας ή διονυσιακής έκστασης -κάθε άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τους τόπους που διαλέγουν οι ποιητές για να εγκαταστήσουν το ποιητικό τους σύμπαν: ακόμη κι όταν είναι κοινοί, μπορεί να διαφέρουν απόλυτα ως προς το περιεχόμενο, μπορεί να φορτίζονται με ολότελα διαφορετικές, συχνά αντικρουόμενες σημασίες.

Επιστρέφοντας στο προσφιλές μας Αιγαίο βλέπουμε ότι για τον Ελύτη δεν είναι μόνο ένα σταθερό σημείο αναφοράς στην ποίησή του αλλά και ένας αγνός τόπος, μια Κιβωτός όπου η Ρωμιοσύνη εναπόθεσε τους θησαυρούς της ώστε να επιζήσουν αιώνια.

Για μένα, ωστόσο, (φαντάζομαι και για άλλους) που δεν ψάχνω να εντοπίσω το χαμένο κέντρο των πραγμάτων, ούτε τη σταθερή, αναλλοίωτη ουσία τους, γιατί απλούστατα μια τέτοια ουσία δεν υφίσταται, η θάλασσα αυτή είναι ένα «πέρασμα», ένα «σύνορο», ένα «γλωσσικό όριο», που ο κάθε ποιητής καλείται να διασχίσει· όχι μόνο το σύνορο ανάμεσα στην εμπειρία και τη γλώσσα που ο ίδιος μιλάει, αλλά κυρίως αυτό που τον χωρίζει από άλλες γλώσσες, παραδόσεις και ποιητικές συμβάσεις· σύνορο, που, κατά μία έννοια, πρέπει να διασχίσει αν θέλει να κατανοήσει και ν' ανταποκριθεί στη νέα συνθήκη που μας καθορίζει-πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική, αλλά και ηθική.

Οσο για την Ιστορία, γι' αυτήν το Αιγαίο μπορεί να αποτελεί ένα σύμπλεγμα νησιών που επί αιώνες βίωσε την ειρηνική συνύπαρξη καθολικών και ορθόδοξων, εβραίων και μουσουλμάνων ακόμη, αλλά ταυτόχρονα, και ένα πεδίο πολέμου. Μια θάλασσα όπου καράβια με διάφορες σημαίες μάχονται λυσσαλέα για επικράτηση. Εν ολίγοις, ένα πέλαγος σπαραγμού και όχι μόνο άσπιλης ομορφιάς.

Είναι ζήτημα θέασης, λοιπόν, που σχετίζεται με τους στοχαστικούς προσανατολισμούς και αναζητήσεις (αλλά και ιδεοληψίες) του συγγραφέα αλλά και με τις συναισθηματικές και ψυχικές του ανάγκες ή τραύματα.

Ο Θεοτοκάς είχε κάποτε γράψει ότι προτιμά να παρατηρεί ένα τρεχαντήρι που αρμενίζει ανάμεσα στην Πάρο και τη Νάξο, παρά τις ζυμώσεις και τις εξελίξεις στα νέα κινήματα που είχαν μόλις ξεσπάσει στο Παρίσι -εννοούσε, προφανώς, τον ντανταϊσμό και τον υπερρεαλισμό.

Είναι γνωστό ότι σε μας η αναζήτηση της ταυτότητας πήρε κατά καιρούς, στρεβλές μορφές. Σήμαινε, με δυο λόγια, τη δοξολόγηση κάθε πράγματος που ήταν «αμιγώς ελληνικό» και ταυτόχρονα την απόρριψη και κατακεραύνωση κάθε «δυτικού», τουτέστιν «ξένου» (Αυτό που ο Ελύτης αποκαλούσε απαξιωτικά «πίσσα της Ευρώπης... δηλαδή τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Καντ και τους Μαρξ»). Σήμαινε την περιχαράκωση σε έναν κόσμο κλειστό, τον βαυκαλισμό ότι έτσι περιφρουρείται η όποια ελληνική «ιδιαιτερότητα».

Ενώ η ιδιαιτερότητα δοκιμάζεται, κρίνεται και ελέγχεται ως προς την αντοχή και την ουσία της μόνο όταν συνδιαλέγεται γόνιμα με την ετερότητα.

Η θάλασσα του Αιγαίου (και, επομένως, τα ποιήματα που πλατσουρίζουν σ' αυτό) αποκτά το όποιο νόημά της μόνο σε σχέση με άλλες θάλασσες, γαλήνιες ή φουρτουνιασμένες, απόμακρες ή κοντινές. Ενας πολιτισμός, και κατ' επέκταση μια λογοτεχνία, δικαιώνει την ουσία της όταν δεν ταυτίζεται με τον εαυτό της. Το πνεύμα είναι όντως «ελεύθερο» (για να επιστρέψω στον Θεοτοκά) όταν έχει το σθένος να αντιπαρατεθεί με το ανοίκειο, όχι να πιπιλάει την καραμέλα της «γνησιότητας» και της «υπεροχής».

Κλείνοντας, παραθέτω ως παράδειγμα ποιήματος που ανοίγεται σ' αυτήν την ετερότητα, διεκδικώντας για την ποίηση έναν τόπο οικουμενικό (έχοντας απεμπολήσει, δηλαδή, κάθε αίτημα «ιδιοκτησίας» και «κυριότητάς» του), ένα απόσπασμα ποιήματος του Γουάλας Στίβενς, από τα πλέον γνωστά, που τιτλοφορείται «Η ιδέα της τάξης στο Κη Γουέστ», μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά:

«Τραγουδούσε πέρα απ' την ευφυΐα της θάλασσας./ Το νερό ποτέ δεν έπαιρνε σχήμα στο μυαλό ή τη φωνή./ Σαν ένα ολότελα σωμάτινο σώμα, που ανεμίζει/ τα άδεια του μανίκια· κι ωστόσο η μιμική του κίνηση/ αποτελούσε επίμονη κραυγή, προκαλούσε επίμονα μια κραυγή/ που δεν ήταν δική μας, αν και την εννοούσαμε./ Κραυγή εξωανθρώπινη, του αληθινού ωκεανού.// Η θάλασσα δεν ήταν μάσκα./ Ούτε κι εκείνη./ Το νερό και το τραγούδι δεν ήταν σύμφυρμα ήχων/ ακόμη κι αν ό, τι τραγουδούσε ήταν ό, τι άκουγε/ μια και ό, τι τραγουδούσε αρθρωνόταν λέξη τη λέξη./ Ισως γιατί σε όλες της τις φράσεις αναδευόταν/ το λίκνισμα του νερού και το αγκομαχητό του ανέμου./ Ομως ακούγαμε εκείνην, όχι τη θάλασσα.// Γιατί εκείνη ήταν η δημιουργός του τραγουδιού που τραγουδούσε./ Η θάλασσα, πάντα μαντιλοδεμένη, στο φέρσιμό της τραγική/ ήταν μονάχα ένας τόπος που πλάι του βάδισε για να τραγουδήσει».

Για να παραφράσω τίτλο βιβλίου του Αρανίτση και να τον συνδέσω με σχετική ποιητική του σύνθεση, «σε ποιον ανήκει, λοιπόν, η θάλασσα»;

*Ο ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ είναι ποιητής.

Θέρος, έρως και πόλεμος

Ωρα ενδεκάτη πρωινή. Αρτι αφιχθείς στον προορισμό μου προσεγγίζω αναγνωριστικά το στράτευμα των λουομένων που βρίσκεται παρατεταγμένο ενώπιόν μου, καταλαμβάνοντας περί τα οχτακόσια, εννιακόσια μέτρα αμμώδους εδάφους.

Οι δυνάμεις των ημίγυμνων μαχητών είναι πυκνά διατεταγμένες κατά τα υποδείγματα των ρωμαϊκών χιλιαρχιών της εποχής του Κάτωνος του Πρεσβυτέρου («Delenda est Karthago»), και των αμερικανικοβρετανικών μυριαρχιών της περιόδου Ντόναλντ Ράμσφελντ («Delenda est everything»). Μέγα πλήθος ανηλίκων διαχέεται ατάκτως σε διάφορα σημεία του κατειλημμένου χώρου, εκπαιδευόμενο έγκαιρα στον παραθαλάσσιο αγώνα, στο πλαίσιο της διαχρονικής σπαρτιατικής διδαχής.

Οι πρώτες μου εντυπώσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για εκστρατευτική διαδικασία ρουτίνας, με ελεγχόμενες αψιμαχίες, εντασσόμενες κατά κύριο λόγο στην κατηγορία του ψυχολογικού πολέμου. Παρά ταύτα οι ατομικές εξαρτύσεις και ο εν γένει εξοπλισμός εντυπωσιάζουν και εγγυώνται το αξιόμαχο του στρατεύματος.

Ομοιόμορφα στατικά άρματα τύπου ομπρελοξαπλώστρας καλύπτουν κάθε σπιθαμή του κατειλημμένου εδάφους. Κάμποσοι μαχητές προετοιμάζονται πυρετωδώς για τη μάχη αλειφόμενοι, στο πλαίσιο της αρμόζουσας διαδικασίας παραλλαγής, με έλαια διαφόρων βαθμών προστασίας. Αλλοι έχουν εγκαταλείψει τα στεγασμένα άρματά τους και επιτίθενται ήδη προειδοποιητικά κατά του εχθρικού υδάτινου στοιχείου, συνεπικουρούμενοι από τις ενθουσιώδεις ιαχές των ανηλίκων και τις λυγμώδεις λαϊκοποπίζουσες εμβατηριακές κραυγές, εκπεμπόμενες από το μοναδικό ΚΨΜ του υπαίθριου στρατοπέδου, υπό την επωνυμία Dogville.

Ετοιμοι για κάθε ενδεχόμενο οι πελταστές εκτοξεύουν βιαίως με τις ρακέτες τους μέγα πλήθος χνουδωτών σφαιριδίων, ενώ μπάλες παραλιακής πετοσφαίρισης και υδατοσφαίρισης ολοκληρώνουν το έργο του πυροβολικού, σκάζοντας θορυβωδώς επί σωμάτων, ομπρελών και εδάφους, δίκην αστυνομικών χειροβομβίδων κρότου-λάμψης.

Στην πρώτη γραμμή του μετώπου αποτριχωμένοι νεαροί χειριστές οδηγούν με μαεστρία τα θρυλικά τεθωρακισμένα τύπου τζετ σκι, ελισσόμενοι ριψοκίνδυνα ανάμεσα στα επιπλέοντα σαρκία των συμπολεμιστών τους. Από αέρος κατέρχονται εν δόξη οι ιπτάμενοι μαχητές με τα πορτοκαλί φουσκωτά αλεξίπτωτα, που προσγειώνονται θριαμβευτικά επί της υδάτινης επιφανείας και ενίοτε επί των κεφαλών όσων επέλεξαν αστόχαστα να επιπλεύσουν εντός των ορίων του χώρου προσθαλάσσωσης.

Καταβεβλημένοι από την υψηλή θερμοκρασία αρκετοί μαχητές αντιμετωπίζουν τη δίψα τους ρουφώντας μέλανα ζωμό τύπου φραπέ, κόκα κόλα ή άις τι... Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των παρόντων βρίσκεται σε πολεμική ετοιμότητα, δεν λείπουν οι περιπτώσεις λουομένων των δύο φύλων που διαμορφώνουν σταδιακά τις προϋποθέσεις διαφορετικών αλλά εξίσου ελκυστικών μαχών διαπροσωπικού χαρακτήρα, αλληλοθωπευόμενοι μετά πάθους.

Στην ανατολική πτέρυγα του στρατεύματος μισή ανδρική διμοιρία πολιορκεί επιμόνως επτά σκανδιναυές συμπολεμίστριες.

Την ίδια στιγμή, ανήλικοι αρχιτέκτονες δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στην κατασκευή αμμωδών πολεμικών κάστρων ή γυμνάζονται στα ρηχά με επιφανειακές βουτιές και ενθουσιώδεις εκτινάξεις των ενισχυμένων με αμυντικά μπρατσάκια χεριών τους. Οι μητέρες- εκπαιδεύτριες ασκούν ευσυνείδητα το καθήκον τους στο πλαίσιο του μηχανισμού ελέγχου- ανατροφοδότησης, μέσω θορυβωδών προσταγών του τύπου «Τασούλη, όχι στα βαθιά, παιδί μου!».

Ενημερωμένος, πλέον, για τις αντικειμενικές γεωπολιτικές συνθήκες που επικρατούν στον χώρο και αισιόδοξος για την εν γένει ικανοποιητική κατάσταση του υποκειμενικού παράγοντα, παίρνω την απόφαση να συμμετάσχω στα δρώμενα ως ανεξάρτητος εθελοντής. Εισέρχομαι σταδιακά στη θάλασσα, υπομένοντας ηρωικά την πρώτη ψυχρολουσία. Προχωρώ προσεκτικά και ελίσσομαι με επιτυχία ανάμεσα σε έναν τριχωτό πενηντάρη και τον στιβαρό εικοσάχρονο γιο του, που ανταλλάσσουν μπαλιές πάνω από το κεφάλι μου. Υπομένω καρτερικά την αγκωνιά ενός ενθουσιώδους συμπολεμιστή που κολυμπά σε στυλ κρόουλ με το κεφάλι μέσα και τα μάτια κλειστά, και ξανοίγομαι στα βαθιά.

Κολυμπώντας σε ύπτιο στυλ, μόλις που προλαβαίνω να ακούσω τις μηχανές δύο τουριστακάτων που κατευθύνονται με ταχύτητα προς το μέρος μου. Με δυνατές απλωτές απομακρύνομαι λαχανιασμένος και ήρεμος πλέον παρατηρώ τους γαλάτες, τεύτονες και αγγλοσάξονες συμμάχους που σπεύδουν σε βοήθεια των ημετέρων στρατευμάτων. Στο πλάι και των δύο πλεουμένων διαβάζω την ταυτότητα των υπευθύνων της επικουρικής συμμαχικής εκστρατείας. Πρόκειται για τον εμπειροπόλεμο στολίσκο «Trifonas and sons daily cruises etc».

Τρία τέταρτα αργότερα, έμπειρος πλέον, αντιμετωπίζω τους κινδύνους της επιστροφής με ανυπέρβλητο θάρρος και αποφασιστικότητα. Πλησιάζω χωρίς απώλειες στην ακτή, τρία βήματα ωστόσο πριν από την έξοδό μου ενθυμούμαι με οδύνη το σολώνειο «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Η αυξημένη μου αυτοπεποίθηση οδήγησε αστόχαστα τη δεξιά μου φτέρνα πάνω σε μια κοφτερή πέτρα. Αιμόφυρτος και με αχίλλειο βηματισμό κατευθύνομαι βιαστικά προς τα πράγματά μου, τα συσκευάζω και ακολουθώ τον οδυνηρό δρόμο της επιστροφής.

Μετά από ένα ντους και την πρόχειρη επίδεση του τραύματος, κατευθύνομαι προς το πλησιέστερο ταβερνείο, όπου και ικανοποιώ την πείνα μου με μπαγιάτικες τσιπούρες, προτηγανισμένες πατάτες και χωριάτικη σαλάτα με σταγονίδια ελαιόλαδου. Θα κατακλιθώ για ένα δίωρο και εν συνεχεία θα συναντήσω τη ριψάσπιδη παρέα μου, που επέλεξε να αράξει σε μια μακρινή παραλία, άδεια από στρατεύματα. Θα παρασημοφορηθώ συμβολικά για την ηρωική συμμετοχή μου στην πρωινή εκστρατεία και θα επιδοθώ εν συνεχεία σε έναν άλλο, σαφώς πιο ακίνδυνο πόλεμο. Αυτόν του επιτραπέζιου εκταβλισμού της σκέψης και της συνείδησης.

*Ο ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΕΝΗΣ είναι πεζογράφος.

Η τέχνη της Ανατολής και η ζωή

Ο Ανατολίτης είχε χάσει τον μικρό του αδελφό σ' ένα τροχαίο στη Θεσσαλονίκη. Ηταν βράδυ, μέσα Ιουλίου, στην καρδιά του καλοκαιριού, όταν τράκαρε με το ταξί ο Βασίλης, και το πιο παράξενο είναι ότι το ίδιο πρωί βρισκόταν ακόμη στην Αθήνα.

Είχε ξεκινήσει ως συνήθως, για τη δουλειά του (ήταν υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία), αλλά μετά από λίγο επέστρεψε. Τον είχε πιάσει τρομερή υπερδιέγερση και ήταν κατατρομαγμένος.

Είχαν συναντηθεί τυχαία στη σκάλα κι ο Ανατολίτης τον ρώτησε τι συμβαίνει, γιατί η αγωνία και η ταραχή του αδελφού του ήταν ζωγραφισμένες στο πρόσωπό του. Ο Βασίλης είχε σταθεί για λίγο αναποφάσιστος, σαν να ζύγιζε μέσα του πόσα και ποια έπρεπε να του αποκαλύψει.

«Το ξέρω», του είπε τελικά, «ότι δεν θα το πιστέψεις, αλλά φεύγω. Οσο πιο μακριά από δω γίνεται! Πάω Θεσσαλονίκη. Τώρα, επιτόπου. Θα πάω στο αεροδρόμιο και θα βγάλω εισιτήριο με την πρώτη πτήση. Είδα τον θάνατό μου!»

Ο Ανατολίτης του ζήτησε εξηγήσεις κι ο μικρός του αδελφός τού διηγήθηκε πώς πηγαίνοντας να πάρει τον Ηλεκτρικό από την πλατεία, είχε δει ανάμεσα στο πλήθος έναν ξερακιανό γύρω στα πενήντα, με μαύρα ρούχα κι ένα κόκκινο καπέλο τζόκεϊ, λέει. Και ήταν σίγουρος, χίλια τα εκατό σίγουρος, ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ίδιος ο Θάνατος.

«Με αγριοκοίταζε και σχεδόν με πήρε από πίσω. Ειλικρινά σου μιλάω, μου έριχνε κάτι απειλητικές ματιές, μου κόπηκαν τα ήπατα! Και ταυτόχρονα ένιωθα με μια παρανοϊκή βεβαιότητα ότι ξέρω ποιος είναι και τι θέλει. Ηρθε για να με πάρει!»

Φυσικά, ο Ανατολίτης είχε κάνει μεταβολή και τον είχε ακολουθήσει στο διαμέρισμά του, όπου ο Βασίλης άρχισε να χώνει κάτι ρούχα σ' ένα σακ βουαγιάζ. Μάταια ο μεγάλος του αδελφός προσπαθούσε να τον πείσει να μη φύγει, να λογικευτεί.

«Το ήξερα ότι δεν θα με πίστευες», του είχε πει με πίκρα ο Βασίλης. «Και μετά μας λες ότι είσαι Ανατολίτης!»

Κι εκείνος είχε σκεφτεί ότι υπήρχε όντως ένα είδος ειρωνείας σε όλη αυτή την υπόθεση. Οχι μόνον επειδή η ιστορία άρχιζε να θυμίζει κάποιον μύθο της Ανατολής (έναν περσικό μύθο μάλλον), από εκείνους που τόσο του άρεσαν, από εκείνους στους οποίους όφειλε το παρατσούκλι του. Στο βάθος είχε και ο ίδιος τρομάξει φρικτά, γι' αυτό προσπαθούσε να μεταπείσει τον μικρό του αδελφό.

Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, ήταν ότι τον πίστευε, όχι το αντίθετο. Ισως μπορούσες να δεις τον Θάνατο αυτοπροσώπως, όταν έφτανε η ώρα σου. Αλλά πώς ήταν δυνατόν να έχει φτάσει η ώρα του μικρού; Από τώρα; Τόσο νωρίς;

Εν τέλει, ο Βασίλης τον είχε αποχαιρετήσει κι είχε φύγει. Κι ο Ανατολίτης πήρε τους δρόμους, νιώθοντας στο στόμα του μια αόριστη γεύση στάχτης, και μαζί κάμποση από την υπερδιέγερση του μικρού του αδελφού, λες και ο τελευταίος τού την είχε μεταγγίσει.

Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά του τον είχαν φέρει - πού αλλού; - στην πλατεία, στον σταθμό του Ηλεκτρικού, εκεί που ο Βασίλης είχε πει ότι του συνέβη το Κακό Συναπάντημα.

Δεν είδε κανέναν, βεβαίως, ο οποίος να μοιάζει με την περιγραφή που του είχε κάνει ο αδελφός του. Πήρε τον πεζόδρομο που ξεκινούσε από τον σταθμό του τρένου. Και ξαφνικά, μπροστά στη βιτρίνα ενός μαγαζιού που πουλούσε αθλητικά, τον είδε.

Ηταν έτσι ακριβώς όπως τον είχε φωτογραφίσει με τα λόγια του ο Βασίλης: γύρω στα πενήντα, χλομός πολύ και αρρωστημένα αδύνατος, με κάτι κιτρινισμένα μακριά δόντια κι ένα κόκκινο τζόκεϊ απ' το οποίο ξεπηδούσαν μαύρες τούφες.

Ο Ανατολίτης πάγωσε. Ηταν έτοιμος να το βάλει στα πόδια ή ίσως να τρέξει καταπάνω του και να τον αρπάξει, αλλά δεν πρόλαβε να υπακούσει σε καμία από τις δύο αντίθετες παρορμήσεις του.

Ο τύπος τον πλησίασε, με δυο δρασκελιές λες: τη μια στιγμή ήταν εκεί μπροστά στη βιτρίνα, και την επόμενη ανάσαινε ήσυχα μες στη μούρη του Ανατολίτη. Και μάλιστα, του έκανε και μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, καθώς ο τελευταίος άρχιζε να μιλάει.

«Πριν από λίγο, ούτε μισή ώρα, ο μικρός μου αδελφός ήταν εδώ, στην πλατεία, στον σταθμό του τρένου. Μου είπε ότι σε είδε και τον αγριοκοίταζες. Τι συμβαίνει;»

Ο ξερακιανός έκανε πάλι την ίδια ανεπαίσθητη υπόκλιση και βιάστηκε να απολογηθεί: «Λάθος! Τον είδα όντως πριν από λίγο και ξαφνιάστηκα. Μου έκανε εντύπωση που τον είδα, για την ακρίβεια. Και φαίνεται ότι εκείνος πήρε την έκπληξή μου για απειλή!»

«Εκπληξη;» ρώτησε πάλι ο Ανατολίτης. «Γιατί; Δεν καταλαβαίνω!»

Ο άντρας ανέβασε ελαφρά το τζόκεϊ και έξυσε το κεφάλι του με μια κίνηση τόσο μηχανική, σαν να μην είχε την παραμικρή συνείδηση των πράξεών του.

Μετά, με ένα ανάλογα αφηρημένο ύφος, πρόσθεσε τρεις φράσεις, κι αμέσως μόλις τις ξεστόμισε, έγινε καπνός: χάθηκε απ' τα μάτια του Ανατολίτη, λες και ήταν πλάσμα της φαντασίας του.

Η απάντηση του Θανάτου ήταν: «Δεν περίμενα ότι θα τον έβλεπα εδώ. Γι' αυτό ξαφνιάστηκα. Εχουμε ραντεβού απόψε, σ' ένα τροχαίο, στη Θεσσαλονίκη!»

*Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι πεζογράφος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Διάλογος