Έντυπη Έκδοση

Οι δυναστείες την εποχή της κρίσης

* «Πέρσες» Εθνικό Θέατρο - Φεστιβάλ Επιδαύρου

Αδυνατώ προσωπικά να κατανοήσω τα γιουχαΐσματα που προκάλεσε η παράσταση των «Περσών» από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο.

Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου Η Αμαλία Μουτούση στον ρόλο της Ατοσσας μπροστά από τους επτά Αγγελιοφόρους, που στην παράσταση συμβολίζουν τον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου Η ανάγνωση του Γκότσεφ αφορούσε μια δραστική, εξαιρετικά δομημένη και ευφυή πρόταση, σε ανοικτό διάλογο με το αρχαίο κείμενο. Ενταγμένη στον χώρο του πολιτικού θεάτρου, η βραβευμένη παράστασή του υπογράφεται όχι μόνο με την πέννα του Χάινερ Μίλερ, αλλά κυρίως με εκείνη του Μπρεχτ.

Μια ανοικτή ανάγνωση των «Περσών» είναι λοιπόν η πρόταση της παράστασης. Εργο που παίζεται σε κρίσιμη για το σύστημα στιγμή ή, μάλλον, σε εποχή κρίσης. Ενα σύστημα έχει στηρίξει τη βιωσιμότητά του στον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό και γνωρίζει τώρα την πρώτη ήττα. Στη διασκευή, εκείνο που ενδιαφέρει είναι το πώς φέρεται το σύστημα στην κρίση, καλύτερα, το πώς αντιδρούν οι φορείς της εξουσίας. Στους «Πέρσες» μια ολόκληρη δυναστεία έχει γαντζωθεί από την εξουσία και αγωνίζεται να διαχειριστεί την αποτυχία. Είναι άραγε σπάνιο να στέλνει ένας βασιλιάς στο θάνατο χιλιάδες και να παραμένει βασιλιάς;

Για τον Γκότσεφ, το έργο του Αισχύλου μπορεί κυρίως να αποκαλύψει την υπέρ-ιστορική θέσπιση της εξουσίας. Γι' αυτό στη διασκευή του ένας τρελός κομπέρ της ιστορίας επιχειρεί την παράβαση, θέτει την καταγγελία του εκτός συστήματος, σχολιάζει με τη φωνή του Μίλερ ή με τον αντίλαλό του τα δρώμενα. Σε μια άλλη επίδειξη ανοικτής προσαρμογής, ο Βούλγαρος σκηνοθέτης αντικαθιστά τον Χορό των Περσών με επτά νέες κοπέλες. Θέλει να μεταδώσει την παράξενη -και για την αντίληψη των Ελλήνων ακόμα- φετιχιστική προσήλωση των Περσών στο εντυπωσιακό, την κλιμάκωση της έκφρασής τους στα όρια της υστερίας.

Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας Ο Ξέρξης (Νίκος Καραθάνος) πάνω στη θυμέλη εκνεύρισε θεατές, που του ζητούσαν φωναχτά να φύγει από τον βωμό στο κέντρο της ορχήστρας Οι επτά κοπέλες συνθέτουν όμως στην πραγματικότητα το ένα ημιχόριο. Το άλλο αποτελείται από επτά άνδρες, που επιστρέφουν από τον πόλεμο με τη μορφή του Αγγελιοφόρου. Κακώς λέμε ότι ο σκηνοθέτης έσπασε τον ρόλο σε επτά. Στην πραγματικότητα έδωσε τη θέση του σε μια επταμελή ύπαρξη, στον «λαό» ενός κοινού πεπρωμένου.

Σε αυτόν ακριβώς τον «λαό» απευθύνεται η Ατοσσα. Η μορφή της έρχεται από μια ολόκληρη πινακοθήκη γυναικείων μορφών, που, άλλοτε από τα παρασκήνια και άλλοτε από τη σκηνή της εξουσίας, κατόρθωσαν να θρέψουν δυναστείες. Καθώς μάλιστα η Ατοσσα ανήκει σε ένα ανδροκρατούμενο σύστημα, έχει αναπτύξει το ένστικτο της επιβίωσης, την τεχνική του πλάγιου ελέγχου, της εξόδου προς το φασματικό.

Είναι βέβαια φανερό πως έχει αναπτύξει όλα αυτά σε βάρος της αληθινής της φύσης. Κάποια στιγμή όμως το προσωπείο ραγίζει: Μαθαίνοντας πως ο γιος της, ο Ξέρξης, ζει, η μητέρα-Ατοσσα γίνεται ένα ανθρώπινο κουβάρι. Η βασίλισσα γρυλίζει από χαρά στην ορχήστρα. Σπουδαία στιγμή, ακόμα και αν πρόκειται για ένα διάλειμμα στον ρόλο: Η εμφάνιση αδυναμίας απαγορεύεται ρητά, και η βασίλισσα οφείλει να επιστρέψει στο κοίλο, απ' όπου μπορεί να ελέγξει καλύτερα το πλήθος.

Γιατί από κάποια στιγμή και μετά η φρίκη έχει αρχίσει να αναγνωρίζει τον υπαίτιο της. Με την παρέμβαση του τρελού-σοφού, το όνομα του Ξέρξη έρχεται στο στόμα τού μέχρι τώρα δουλοπρεπή λαού και σπέρματα εξέγερσης κάνουν την εμφάνισή τους. Πώς αντιδρά η Ατοσσα; Με αλάθητο αισθητήριο καλεί την πιο κρίσιμη στιγμή τον Δαρείο, τον μυθικό και μυθοποιημένο βασιλιά ενός περασμένου μεγαλείου. Είναι περιττό να εξάρουμε την αξία του σχολίου, να βρούμε αναλογίες με την πρόσφατη πολιτική ιστορία. Το φάντασμα του Δαρείου αντιπροσωπεύει τη φασματική θέσπιση της εξουσίας: Πρόκειται για ζωντανό βαμπίρ, χαϊδεμένο και αυτάρεσκο. Η δυναστεία του, που με τόσο καμάρι επικαλείται, είναι βουτηγμένη στο ίδιο αίμα, μόνο που αυτός μιλάει για νίκες.

Ο Δαρείος όμως μιλάει επίσης και για «θράσος». Θράσος που καταφθάνει από το βάθος, προσωποποιημένο στη μορφή του Ξέρξη. Γόνος ευγενής και κοσμικός, στην πραγματικότητα κύμβαλο αλαλάζον, το οποίο αντηχεί τη βουλή της μητέρας του. Πολλοί αντέδρασαν στην ειρωνική απόδοση του Ξέρξη και του Δαρείου. Παραμένει, ωστόσο, πιστή στις προθέσεις του σκηνοθέτη. Ο Ξέρξης είναι ένας κηφήνας που εκτρέφεται στη σκιά του Δαρείου.

Πού χάνει λοιπόν η παράσταση την επαφή της με το κοινό; Κατά τη γνώμη μου στην πρόθεσή της να παρουσιάσει ένα κατάφωτο εθνικό δράμα (τέτοιο είναι στη συνείδηση πολλών οι «Πέρσες») στο σαιξπηρικό ημίφως του δράματος εξουσίας. Κρίμα. Γιατί οι αντιδράσεις αδικούν και την παρουσία των Ελλήνων ηθοποιών. Παίζοντας με ένα παντελόνι που κινδύνευε συνεχώς να εκθέσει τη βασιλική πυγή, ο Ξέρξης του Νίκου Καραθάνου εμφανίζεται μεταξύ φαυλότητας και γελοιότητας. Ο Δαρείος τού Μηνά Χατζησάββα καλείται ως είδωλο και εμφανίζεται σαν τσαλαπατημένος μύθος. Στην Ατοσσα, η Αμαλία Μουτούση δημιουργεί πράγματι την αίσθηση της τερατώδους διαστρέβλωσης, της απόστασης από το κοινό κριτήριο. Αποκαλυπτικός ο «τρελός» της Λένας Κιτσοπούλου.

Ο εξάμετρος μπλε τοίχος του σκηνικού συμπυκνώνει στην ίδια όψη μνημείο πεσόντων, τον βυθό και τη δύναμη της θάλασσας, τη μέγκενη της εξουσίας. Τα κοστούμια μπολιάζουν τους ρόλους με επικό χιούμορ.

Απολογιστικά: Μια ενδιαφέρουσα παράσταση γιουχαΐστηκε επειδή θεωρήθηκε ασεβής προς τον Αισχύλο και το έργο του. Ας της δώσουμε ψύχραιμα τα εύσημα που της αναλογούν. *

Τα γιούχα ξαναγύρισαν στην Επίδαυρο

Τείνει να γίνει καθεστώς στην Επίδαυρο η παράσταση που δεν ακολουθεί ή φαίνεται πως δεν ακολουθεί την «πεπατημένη» να αντιμετωπίζει την έντονη δυσαρέσκεια των κερκίδων και τα γιούχα του κοινού.

Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ ανάμεσα στους ηθοποιούς του υποκλίνεται το βράδυ του Σαββάτου, αποσπώντας εκτός από «αίσχος» και πολλά «μπράβο» Ο Ντίμιτερ Γκότσεφ ανάμεσα στους ηθοποιούς του υποκλίνεται το βράδυ του Σαββάτου, αποσπώντας εκτός από «αίσχος» και πολλά «μπράβο» Πέρσι ήταν η «Μήδεια» του Ανατόλ Βασίλιεφ, παλαιότερα οι «Βάκχες» του Ματίας Λάνγκχοφ, φέτος οι «Πέρσες» του Ντίμιτερ Γκότσεφ (παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου). Δεν ξέρουμε αν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι σχεδόν πάντα η σκηνοθετική υπογραφή δεν είναι ελληνική.

Μισή ώρα μετά την έναρξη της παράστασης της αισχύλειας τραγωδίας, την Παρασκευή των 6.000 θεατών, ένα ήσυχο «ρεύμα» άρχισε να αποχωρεί διακριτικά από τα ανώτερα κυρίως διαζώματα. Δεν φαινόταν να έχει κάποιος -ακόμα- δυσαρεστηθεί για κάτι συγκεκριμένο.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσες να προβλέψεις την υπόγεια ένταση που θα άρχισε να συσσωρεύεται και κάποια στιγμή έπρεπε να ξεσπάσει, έως την επίκληση του φαντάσματος του Δαρείου και τη «γειωμένη» εμφάνισή του -για πρώτη φορά τον είδαμε να σέρνεται στα τέσσερα και να γίνεται ένα ανθρώπινο «κουβάρι» πάνω στη θυμέλη. Τότε εντάθηκαν οι αποχωρήσεις, χωρίς λεκτικές αντιδράσεις.

Ακόμη και οι αποχωρούντες όμως κοντοστάθηκαν στην εμφάνιση του Ξέρξη στην αλάνα πίσω απ' το λογείο, όπου ο ήρωας στριφογύριζε και πιανόταν απ' τα πεύκα σαν αλλοπαρμένος. Και ξέσπασαν σε γέλια. Γέλασαν και οι κερκίδες στον παράξενο κοπετό του.

Την ώρα που στο μέσο της κεντρικής κλίμακας συναντιόταν η Περσίδα βασίλισσα με τον συντετριμμένο γιο της, πίσω τους έβλεπες μια δεύτερη «παράσταση» να εκτυλίσσεται: μια ουρά θεατών να αποχωρεί αδιαφορώντας για ό,τι εκτυλισσόταν ακριβώς μπροστά της.

Οι, κατά Γκότσεφ, «Πέρσες» συνεχίζονταν κι ο κόσμος έφευγε πια σαν να είχαν τελειώσει. Οταν έκλεισαν οι προβολείς, κάποιοι που βρίσκονταν ήδη... καθ' οδόν εκτόξευαν τα πρώτα «ου», «αίσχος» και «έξω», που εξαπλώθηκαν σαν «κύμα» στις κερκίδες. Στη σύντομη υπόκλιση αντήχησαν δυο-τρία «μπράβο». Οι ηθοποιοί χειροκροτήθηκαν, ο σκηνοθέτης όμως αποδοκιμάστηκε.

Με σύμμαχο το κοινό

Το Σάββατο το θέατρο υποδέχτηκε την παράσταση γεμάτο κόσμο (περίπου 8.500) -μόνον ο υπουργός Πολιτισμού είχε ακυρώσει δύο ώρες πριν την παρουσία του, γιατί άραγε; Η απόλυτη προσήλωση, που αμέσως επικράτησε στο κοίλον, πήρε άλλη σημασία -τα γιουχαΐσματα της Παρασκευής είχαν ήδη γίνει γνωστά. Λες το πιο «λαϊκό» κοινό του Σαββάτου να αποδειχτεί φιλικό και ανοιχτό στους «Πέρσες» του Γκότσεφ;

Η παράσταση πλησίαζε στο τέλος της και τίποτα δεν είχε ταράξει τη γαλήνη του αργολικού θεάτρου. Εκτός από μια κυρία στα ορεινά. Αυτή δεν είχε θεατρικές ανησυχίες. Νοιαζόταν για την προστασία του θεάτρου. «Βγες έξω από τη θυμέλη», ούρλιαξε. Οντως εκείνη τη στιγμή κάποιος «βέβηλος» ηθοποιός την πατούσε.

Η διαμαρτυρία της, όμως, έπεσε στο κενό, ίσως γιατί οι έτοιμοι να «ανάψουν» δεν πολυκατάλαβαν τι εννοούσε ή σκασίλα τους για τον βωμό στο κέντρο της Ορχήστρας. Η παράσταση κυλούσε προς το τέλος της χωρίς ούτε ένα τραύμα. Κι εκεί που ο Ξέρξης ανέβαινε τα σκαλιά του κοίλου για να συναντήσει την Ατοσσα άρχισαν τα ουουου... Αρχισαν και οι διαπληκτισμοί μεταξύ των θεατών - τα «σκάσε», «ήσυχα» κ.λπ. Κι ενώ τα ουουου πύκνωναν, η κυρία από τα ορεινά ξαναθυμήθηκε την αγαπημένη της θυμέλη και την ξανάβαλε στο κέντρο της βαβούρας. Οι ηθοποιοί πάγωσαν στη θέση τους. Η παράσταση κινδύνευε. Και ξαφνικά ένα ηχηρό «ντροπή» ακούστηκε. Βγήκε από τα χείλη της δημοφιλούς ηθοποιού Κατερίνας Γιουλάκη.

Αυτό ήταν. Ενα θυελλώδες, θυμωμένο χειροκρότημα σάρωσε το θέατρο από άκρο σε άκρο. Το κοινό πήρε την υπόθεση «παράσταση» στα χέρια του. Υπερασπίστηκε, άσχετα αν του άρεσε ή δεν του άρεσε, την ακεραιότητα και αξιοπρέπειά της. Της έδωσε πάσα να ολοκληρωθεί.

Κι όταν αυτή, πολύ σύντομα, τελείωσε, ένα ακόμα πιο θερμό χειροκρότημα και πολλά «μπράβο» έβαλαν την τελική πινελιά στη βραδιά. Οι ηθοποιοί αποθεώθηκαν -τι χαμόγελο ευτυχίας και θριάμβου είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του Μηνά Χατζησάββα, που δεν έχει τραβήξει και λίγα σ' αυτή την Ορχήστρα, αφού συμμετείχε και στις περιβόητες «Βάκχες» του Λάνγκχοφ. Χειροκροτήθηκε και ο Γκότσεφ. Ο Γιάννης Χουβαρδάς και η Εφη Θεοδώρου όρθιοι συμμετείχαν κι αυτοί από τις θέσεις τους στην τελική αποδοχή της παράστασης. «Ελπίζω εκτός από τα "αίσχος" να ακούστηκαν και τα πολλά "μπράβο"», ήταν η λακωνική δήλωση του ανακουφισμένου καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Θέατρο
Κριτική θεάτρου