Έντυπη Έκδοση

«Το '60 δεν ήταν μόνο το Γούντστοκ»

Ο διοργανωτής του περίφημου φεστιβάλ, Μάικλ Λανγκ, μιλάει για τον ήχο και τον απόηχό του

Το 1968 ο Μάικλ Λανγκ ήταν 23 ετών. Είχε μόλις αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, μετακόμισε στη Φλόριντα και χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του, τα χρήματα που είχε στην άκρη και, το επιχειρηματικό του μυαλό, διοργάνωσε ένα καλοκαιρινό μουσικό φεστιβάλ με έδρα το Μαϊάμι.

Το διήμερο κονσέρτο συγκέντρωσε ονόματα όπως ο Τζίμι Χέντριξ, ο Φρανκ Ζάπα, ο Αρθουρ Μπράουν και ο Τζον Λι Χούκερ. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι έπεισε ογδόντα χιλιάδες κόσμου να το παρακολουθήσουν, ένας αριθμός- ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής.

Φρέσκος από την επιτυχία του φεστιβάλ, ο νεαρός Λανγκ μετέφερε τα υπάρχοντά του σε ένα σπίτι στο Γούντστοκ -ένα φιλήσυχο κομμάτι επαρχίας λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη- και από τη βεράντα του, που αγνάντευε τις γύρω φυτείες και τα χωράφια, οραματίστηκε την πραγματοποίηση ενός πιο μεγαλεπήβολου μουσικού συμβάντος, που θα μπορούσε να λάβει χώρα στη συγκεκριμένη περιοχή και να χρησιμεύσει ως ένας ενθουσιώδης εορτασμός του πνεύματος των σίξτις.

Ενα περιπετειώδες τριήμερο

Με τη συνδρομή τριών ακόμη συνεργατών, εξασφάλισε για τις ανάγκες στέγασης της γιγάντιας εκδήλωσης την αχανή φάρμα που διατηρούσε ένας μεσήλικας γαλακτοπαραγωγός ονόματι Μαξ Γιάσγκουρ στο Μπέθελ και, σε διάστημα ενός περίπου χρόνου, άρχισε να συγκεντρώνει τις απαιτούμενες μουσικές συμμετοχές.

Το τριήμερο μεταξύ 15 και 17 Αυγούστου του 1969, κόντρα σε κάθε πρόβλεψη και προσδοκία, πάνω από 400 χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν ειρηνικά σε αυτό που έμελλε να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μουσικά συμβάντα του 20ού αιώνα. Σαράντα χρόνια αργότερα, το όνομα του Γούντστοκ στέκει ως μια πολύτιμη ανάμνηση για τους πολυάριθμους τυχερούς που παρακολούθησαν το φεστιβάλ κι ένα διαρκές απωθημένο για τα εκατομμύρια που ευχήθηκαν να ήταν εκεί.

Εξηντάρης, πλέον, ο Μάικλ Λανγκ εξακολουθεί να ζει στο Γούντστοκ μαζί με την οικογένειά του, συγκέντρωσε τις αναμνήσεις του σε ένα βιβλίο με τίτλο «The Road to Woodstock» το οποίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στο εξωτερικό, διατηρεί τα χαρακτηριστικά μακριά μαλλιά που περιέφερε στα πλάνα του περίφημου ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησε ο Μάικλ Γουόντλεϊ με αφορμή το φεστιβάλ και εξακολουθεί να διατηρεί την ψυχραιμία η οποία δεν τον πρόδωσε στιγμή κατά τη διάρκεια του περιπετειώδους τριημέρου, όπως και εκείνη τη σπιρτάδα στο βλέμμα που έχουν συνήθως οι άνθρωποι που γεννιούνται με ένα όραμα.

- Ποιες ήταν οι πρακτικές δυσκολίες πίσω από τη διοργάνωση ενός τέτοιου μαζικού συμβάντος;

«Προσπαθήσαμε ουσιαστικά να χτίσουμε μια πόλη από το τίποτα, στη μέση μιας τεράστιας τοποθεσίας, μιας ήσυχης φάρμας, κάτι με το οποίο κανείς δεν είχε ποτέ καταπιαστεί. Να κατασκευάσουμε την ογκώδη σκηνή και τα γύρω καταλύματα, να απλώσουμε χιλιόμετρα ολόκληρα από σωλήνες νερού, συστήματα αποχέτευσης και φράχτες, να μεριμνήσουμε για την τροφή, την υγιεινή και την ασφάλεια των εκατό χιλιάδων το πολύ ανθρώπων που υπολογίζαμε ότι θα συνέρρεαν για να παρακολουθήσουν το κονσέρτο, κρίνοντας ασφαλώς από την προπώληση των εισιτηρίων μέχρι κάποια δεδομένη στιγμή. Κανείς δεν μπορούσε, φυσικά, να προβλέψει ότι οι άνθρωποι αυτοί θα ξεπερνούσαν τις τετρακόσιες χιλιάδες».

- Ενας τέτοιος αριθμός κόσμου επιφυλάσσει συνήθως αμέτρητους κινδύνους. Πώς καταφέρατε να οργανώσετε για τρεις ολόκληρες μέρες ένα τόσο ειρηνικό φεστιβάλ;

«Υπήρξε εξαρχής προσεκτική οργάνωση και πολύ θετική διάθεση, τόσο από μέρους μας όσο και από μέρους των ανθρώπων που ήρθαν. Παρά τις αντιξοότητες και την ταλαιπωρία που υπέστησαν, καθένας απ' αυτούς βρέθηκε εκεί με σκοπό να περάσει καλά και να το μοιραστεί με τους γύρω του.

»Από τη στιγμή που το φεστιβάλ ξεκίνησε, βέβαια υπήρξαν απρόβλεπτοι παράγοντες. Η καταρρακτώδης βροχή ήταν ένας απ' αυτούς. Σε τέτοιες συγκεντρώσεις ο φόβος της απώλειας του ελέγχου και του χάους είναι διαρκής. Το αληθινό θαύμα του Γούντστοκ, ωστόσο, ήταν πως τα πάντα κύλησαν ομαλά».

- Πώς αισθανθήκατε τη στιγμή που ξεκινούσε το φεστιβάλ, εκείνη την Παρασκευή της 15ης Αυγούστου του 1969;

«Κατ' αρχάς ανακουφίστηκα που το ηχητικό σύστημα δούλευε στην εντέλεια! Ηταν ένα άγχος μου το οποίο διατηρούσα μέχρι την τελευταία στιγμή. Από εκεί και ύστερα παρακολουθούσα εντυπωσιασμένος τον τρόπο με τον οποίο τα συγκροτήματα που εμφανίστηκαν κατόρθωσαν να επικοινωνήσουν τόσο καλά με τον κόσμο, να γίνουν αντανάκλαση των συναισθημάτων και των επιθυμιών τόσων πολλών ανθρώπων μεμιάς. Ηταν διαφορετικές εποχές, όμως, εκείνες. Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες των τότε ημερών βρίσκονταν συγχρονισμένοι με το τι συνέβαινε γύρω τους».

«Λυπήθηκα για τον Ντίλαν»

- Ποιες είναι οι αγαπημένες σας μουσικές στιγμές απ' ολόκληρο το τριήμερο;

«Πολλές. Οσο κι αν μου άρεσαν ωστόσο ο Τζίμι Χέντριξ, ο Ρίτσι Χέιβενς, ο Τζο Κόκερ, ο Σαντάνα, η σπουδαιότερη στιγμή του φεστιβάλ για μένα ήταν όταν ο Σλάι Στόουν τραγούδησε το "Ι wanna take you higher". Η συμμετοχή και η ενέργεια του κόσμου εκείνη τη στιγμή ήταν κάτι που δεν έχω ξανασυναντήσει ποτέ άλλοτε στη ζωή μου».

- Είναι αλήθεια ότι προσεγγίσατε τον Μπομπ Ντίλαν με σκοπό να συμμετάσχει στο κοντσέρτο, αλλά εκείνος αρνήθηκε;

«Πέρασα ένα απόγευμα προσπαθώντας να τον μεταπείσω, αλλά δεν τα κατάφερα. Εκείνη την εποχή ο Ντίλαν ζούσε στην περιοχή, όχι πολύ μακριά από τον χώρο όπου έγινε το φεστιβάλ. Δεν ήταν ο μόνος καλλιτέχνης για τον οποίο λυπήθηκα που δεν ήρθε.

»Μια από τις αρχικές σκέψεις μου ήταν να προσεγγίσω τους Ρόλινγκ Στόουνς, αλλά επρόκειτο για ονόματα που μου φαίνονταν πολύ μεγάλα για το φεστιβάλ και αρχικά δεν ήμουν σίγουρος ότι μπορούσαμε να ανταποκριθούμε οικονομικά απέναντί τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και πολλά από τα ονόματα που συμμετείχαν τελικά στο φεστιβάλ δεν ήταν επίσης μεγάλα».

- Πώς νιώσατε όταν είδατε πρώτη φορά την ταινία του Μάικλ Γουόντλεϊ για το φεστιβάλ;

«Αισθάνθηκα ότι ξαναζούσα τα πάντα. Μου φάνηκε, όπως μου φαίνεται και τώρα, ως ένα εκπληκτικό ενθύμιο που κατόρθωσε να συλλάβει με τρόπο αξιοθαύμαστο, σε τρεισήμισι ώρες, όλα όσα συνέβησαν σε διάρκεια τριών ημερών στο φεστιβάλ. Και να μεταφέρει την εμπειρία σε ολόκληρο τον πλανήτη. Πολλοί άνθρωποι γνώρισαν, ουσιαστικά, και βίωσαν την εμπειρία του φεστιβάλ μέσα από την ταινία αυτή».

Μήνυμα ελπίδας

- Σαράντα χρόνια μετά τη διεξαγωγή του φεστιβάλ, ποια πιστεύετε ότι είναι η κληρονομιά που έχει αφήσει πίσω του;

«Ενα μήνυμα ελπίδας ότι, όταν οι άνθρωποι θέλουν, μπορούν να γεμίσουν έναν τεράστιο χώρο, δίχως να δημιουργηθεί το παραμικρό πρόβλημα, και να περάσουν ένα ειρηνικό τριήμερο παρέα με πολύ καλή μουσική και θετικό πνεύμα. Αυτό βασικά έχει απομείνει από το Γούντστοκ στο μυαλό μου. Μαζί, ασφαλώς, με τη σημειολογία που κουβαλά ακόμη από τις μέρες του '60 και τις προσδοκίες εκείνης της εποχής και εκείνης της γενιάς. Φυσικά καμιά από τις προσδοκίες αυτές δεν κατόρθωσε να πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα.

»Το Γούντστοκ παραμένει, ωστόσο, μια υπενθύμιση ότι, μερικές φορές, τα πιο απίθανα πράγματα μπορούν, έστω και για λίγο, να γίνουν εφικτά. Κι αυτό, νομίζω, ότι είναι ένα πολύ σημαντικό μήνυμα. Στα πολλά ταξίδια που έχει τύχει να κάνω στη ζωή μου, πάντως, δεν έχω γνωρίσει ποτέ άνθρωπο ο οποίος να μην γνωρίζει το Γούντστοκ ή να μην τρέφει κάποιο δέος ή σεβασμό για το όλο γεγονός. Κι αυτό για μένα είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή».

- Πιστεύετε ότι με το πέρασμα του χρόνου το Γούντστοκ μυθοποιείται όλο και περισσότερο, χάνοντας στην πορεία την αντικειμενική του μορφή και αξία;

«Πιστεύω ότι είναι υπερβολή να θυμόμαστε απ' όλα τα sixties μόνο το Γούνστοκ, όταν σε όλη τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας συνέβησαν γεγονότα συγκλονιστικής σημασίας. Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η περιβαλλοντική μέριμνα, οι φυλετικές διακρίσεις είναι ζητήματα πολύ πιο ουσιώδη από το δικό μας φεστιβάλ. Απλώς το Γούντστοκ κατάφερε με έναν βολικό τρόπο να συνοψίσει το πνεύμα και τη νοοτροπία ολόκληρης εκείνης της εποχής. Γι' αυτό και μας εξυπηρετεί να ανατρέχουμε σ' αυτό». *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Φεστιβάλ
Μουσική