Έντυπη Έκδοση

Ο ιάπωνας ζωγράφος Κλοντ Μονέ

Ο Σεζάν είχε χαρακτηρίσει τον Κλοντ Μονέ «το μάτι». Οντως, ο γάλλος ζωγράφος δεν έκανε άλλο στη ζωή του εκτός από το να παρατηρεί και να αποτυπώνει στους καμβάδες την αλληλουχία των χρωμάτων και των φωτοσκιάσεων στον φυτικό κόσμο που ο ίδιος είχε ζωντανέψει γύρω του.

Το 1890 ο πατέρας του ιμπρεσιονισμού αγόρασε το σπίτι στο Ζιβερνί στις όχθες του Σηκουάνα, βόρεια του Παρισιού, εγκαταλείποντας τη ζωή του ως νομάδα που αναζητούσε τις αλλαγές του φωτός στην Αγγλία, στην Ιταλία, στη Νορβηγία ή στη Νορμανδία. Κι εκεί, δίπλα στον γαλλικό κήπο που δημιούργησε, πρόσθεσε κι έναν γιαπωνέζικο. Σ' αυτόν, σε μια λιμνούλα τριγυρισμένη από ιτιές, άνθιζαν και εξακολουθούν να ανθίζουν πολλές διαφορετικές ποικιλίες από νούφαρα.

Είκοσι πίνακες με νούφαρα μεγάλων και πολύ μεγάλων διαστάσεων βγήκαν πρώτη φορά από το Μουσείο Μαρμποτάν Μονέ και, εγκαταλείποντας τη Γαλλία, βρήκαν στέγη (ως το τέλος Σεπτεμβρίου) στο Βασιλικό Παλάτι του Μιλάνου.

Εδώ, ο Μονέ συνδιαλέγεται με 53 χαρακτικά των ιαπώνων δάσκαλων του είδους Χοκουσάι και Χιροσίγκε αλλά και με μια συλλογή επιχρωματισμένων φωτογραφιών τραβηγμένων στην Ιαπωνία το δεύτερο μισό του 1800. Σε μια δεύτερη συλλογή παρουσιάζεται μέσα από φωτογραφίες εποχής και ο ίδιος ο κήπος με τις κλαίουσες, τα νούφαρα, τις ίριδες, τις τριανταφυλλιές και τις χαριτωμένες γιαπωνέζικες γέφυρες.

Κατά κάποιον τρόπο, για τον Μονέ η Ιαπωνία αντιπροσώπευε ό,τι η Αφρική για τον Πικάσο και η Ανατολή για τον Ματίς. Ηταν ο τρόπος του για να αποδείξει ότι μπορούσε να ξεπεράσει την ανθρωποκεντρική κουλτούρα της Αναγέννησης και να μπορέσει έτσι να δει με διαφορετικό βλέμμα τη φύση. Πρόθεση της έκθεσης είναι να αναδείξει τη σχέση του ζωγράφου με την Ιαπωνία, ξεκινώντας από το πάθος της συλλογής γιαπωνέζικων χαρακτικών που είχε ήδη αρχίσει από τα δεκαέξι του χρόνια αλλά και της επιμονής του για τη δημιουργία του γιαπωνέζικου κήπου παρά τα προβλήματα που του δημιουργούσαν οι γείτονες και η γραφειοκρατία.

Από την άλλη, το 1875, μετά τις κακές κριτικές που πήρε για το έργο του «Η Καμίλ με το πράσινο φόρεμα», ζωγράφισε, με τίτλο «Η Γιαπωνέζα», τη γυναίκα του. Την παρουσίασε να φοράει μια παράξενη κίτρινη περούκα κι ένα έξοχα αποτυπωμένο κιμονό. Οταν, 40 χρόνια αργότερα, ο έμπορος τέχνης Μπέρνχαϊμ του είπε πως το έργο είχε μεταπωληθεί προς το ποσό ρεκόρ των 150.000 φράγκων, σχολίασε πως ήταν αηδές και πως το είχε ζωγραφίσει μόνο για να αποδείξει στους ομότεχνούς του ότι μπορούσε να αποτυπώσει σωστά τα κεντήματα στο κιμονό.

Από το 1890 ώς το 1925 που πέθανε, ο Μονέ παρέμεινε στο Ζιβερνί, ζωγραφίζοντας τα λουλούδια του κήπου του, ενώ γύρω του μαίνονταν οι πολιτικές ανατροπές και οι πόλεμοι. Προκαλούσε έτσι τα πικρά σχόλια ανάμεσα στους στρατευμένους συναδέλφους του, όμως εκείνος απαντούσε ότι συμμετείχε στα κοινά με τον τρόπο του, αφού έστελνε φρούτα από τον δεντρόκηπό του στους τραυματίες του Α' Παγκόσμιου Πολέμου που νοσηλεύονταν σε κοντινά νοσοκομεία.

Πάνω απ' όλα παρέμεινε ζωγράφος. Και όταν προς το τέλος της ζωής του υποβλήθηκε δυο φορές σε επιτυχείς χειρουργικές επεμβάσεις στα μάτια του για να μπορέσει να συνεχίσει να ζωγραφίζει, ο Ζορζ Κλεμανσό τον παρηγορούσε λέγοντάς του πως η όραση πια γι' αυτόν δεν ήταν σημαντική, από τη στιγμή που το φως και το χρώμα της φύσης που είχε δημιουργήσει και αναπαραστήσει ο ίδιος ξανά και ξανά ζούσαν πια μέσα του... *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά