Έντυπη Έκδοση

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΣΤΟΝ «ΠΑΡΝΑΣΣΟ»

Σοσιαλιστικός ρεαλισμός και θρησκευτικός σουρεαλισμός

Ηχοι ζωντανοί

Εφέτος το Φεστιβάλ Αθηνών αφιέρωσε τέσσερις συναυλίες στη μουσική δωματίου του 20ού αιώνα.

Παρνασσός», 24/6/2009. Το σύνολο μουσικής δωματίου «Artis piano trio» και ο κλαρινετίστας Φάμπιο ντι Κάζολα παίζουν το «Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου» του Μεσιάν (Photo: Μπίλιος) Παρνασσός», 24/6/2009. Το σύνολο μουσικής δωματίου «Artis piano trio» και ο κλαρινετίστας Φάμπιο ντι Κάζολα παίζουν το «Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου» του Μεσιάν (Photo: Μπίλιος) Ολες φιλοξενήθηκαν στην ιστορική, νεοκλασικής αισθητικής αίθουσα του «Παρνασσού». Στις 24/6/2009 το γνωστό σύνολο μουσικής δωματίου «Artis Piano Trio» πρότεινε δύο μείζονα έργα, που απηχούν εμπειρίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, προερχόμενα από μουσικοαισθητικά και ιδεολογικά απέχοντες χώρους. Αμφότερα περιλαμβάνουν εκτεταμένες παραγράφους, όπου οι εκτελεστές των εγχόρδων παίζουν πολύ αργά, μόνοι και εκτεθειμένοι, στις ακραίες περιοχές του οργάνου· εδώ, οτιδήποτε λιγότερο από άψογη ορθοτονία εγγυάται καταστροφή! Η βραδιά ξεκίνησε με το «Τρίο αρ. 2» (1944) του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Καλός συνολικός συντονισμός, ορθοτονικά ασφαλές, σφριγηλό μελωδικό παίξιμο από τον βιολιστή Γιάννο Μαργαζιώτη και τον τσελίστα Νικόλα Καβάκο, ταιριαστά στιβαρή ρυθμική στήριξη και βαρύνουσα συμμετοχή στις κορυφώσεις από την πιανίστρια Αννη Τότσιου όρισαν μια τεχνικά άρτια, συγκινησιακά μεστή ανάγνωση. Στο ελεγειακό Largo συγκίνησε το γεμάτο ψυχή παίξιμο του Μαργαζιώτη. Αν κάτι έλειψε από το ακρόαμα, αυτό ήταν το ειδικό στίγμα που θα υπαγόρευε με σαφήνεια και συνέπεια ενιαίο ύφος -τι ήταν η ανάγνωση: ρομαντική ή «μοντέρνα»;- διάπλασης των επιμέρους μερών. Στο δεύτερο μισό της συναυλίας δόθηκε το «Κουαρτέτο για το τέλος του χρόνου» (1941) του Μεσιάν. Εργο ειδικών ερμηνευτικών προδιαγραφών που κάποτε αποτελούσε ακριβοθώρητη σπανιότητα για τις αθηναϊκές αίθουσες, χάρη στο ενδιαφέρον ακμαίων εγχώριων μουσικών νεότερων γενεών το ακούσαμε για δεύτερη φορά εντός μηνός. Στο εσχατολογικό κουαρτέτο του θρησκευόμενου, καθολικού Μεσιάν κυριαρχούν μακρές, εκστατικές παράγραφοι, όπου οι μετέωρες αρμονίες της μουσικής υπαγορεύουν εντύπωση «σταματημένου» χρόνου, καθώς ηχούν παραλυτικά αναποφάσιστες ως προς την κατεύθυνση επίλυσής τους. Την κρίσιμη πάρτα του κλαρινέτου ανέλαβε ο κλαρινετίστας Φάμπιο ντι Κάζολα, μουσικός σαφώς υψηλότατης κλάσεως, με αιθέριο ήχο, άψογη τεχνική και δεσπόζουσα παρουσία. Τα στοχαστικά, αργόσυρτα σόλι των εγχόρδων, οι ζοφεροί, εκτενείς μονόλογοι του κλαρινέτου -απειλητικά, μοναχικά τιτιβίσματα πουλιών!-, και η λιτή στήριξη της αρμονίας από τους μολυβένιους βηματισμούς του πιάνου αποδόθηκαν πειστικά· κι ας ήταν συχνά αισθητό το χάσμα μεταξύ των Ελλήνων μουσικών και του Ιταλοελβετού κλαρινετίστα όσον αφορά την τελειοθηρική απόδοση στην έκφραση.

Δυο πιανίστες, δυο κρουστοί και το διακύβευμα του μουσικού μοντερνισμού

Στις 8/7/2009, στον ίδιο χώρο, το πιανιστικό ντούο «Antithesis» -Δημήτρης Καρύδης και Πέτρος Μόσχος- συνέπραξε με τους σολίστες κρουστών Αθηνά Καψετάκη και Σπύρο Λάμπουρα. Η βραδιά ξεκίνησε με την περίφημη «Σονάτα για δύο πιάνα και κρουστά» (1937) του Μπάρτοκ, έργο με ανεξίτηλη, ισχυρή υπογραφή. Καθορισμένη από συγκλίνουσες προσεγγίσεις, η ανάγνωση των τεσσάρων μουσικών υπηρέτησε υποδειγματικά την εξπρεσιονιστικής τραχύτητας τριμερή σονάτα. Ηχος σκληρός, λαμπερός σαν ατσάλι, άρθρωση με αδρές, τεθλασμένες γραμμές και κοφτ(ερ)ές στίξεις, εκρηκτικές εξάρσεις δυναμικής και ιλιγγιώδη μηχανιστικά ρυθμικά συνεχή ζωντάνεψαν συναρπαστικά τα βαρβαρικής τραχύτητας μουσικά μαθηματικά του Ούγγρου συνθέτη. Ακολούθησε «Το βαλς» (1919-20) του Ραβέλ στην αρχική εκδοχή για δύο πιάνα. Εδώ, οι «Duo Antithesis» αγνόησαν συνειδητά την πρωθύστερη άμβλυνση των αντιθέσεων της γραφής που εισήγαγε η κατ' εξοχήν εμπρεσιονιστική ορχηστρική εκδοχή. Δυναμική και βίαιη, με αιχμηρό ανάγλυφο δυναμικής, η ανάγνωσή τους ξάφνιασε αλλά και ξένισε. Οι δύο πιανίστες, που παίζουν ως πιανιστικό ντούο από το 1997, συνέχισαν με το μουσικό τους επισκεπτήριο: τις «Παραλλαγές Παγκανίνι» (1978) του Λουτοσλάφσκι. Λαμπεροί αθλητικοί πιανισμοί, κοφτό, δυναμικό παίξιμο και ακαριαία ανακλαστικά απέδωσαν τέλεια τον επίτηδες σκληρό, μαθηματικό, ένθεν συναισθηματικά αμέτοχο χειρισμό του πασίγνωστου θέματος από τον Πολωνό συνθέτη. Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με τον «Χωροχρόνο Ι» (1997) του 35χρονου Μηνά Μπορμπουδάκη, τριμερή σύνθεση εμπνευσμένη από τις θεωρίες του Στίβεν Χόκινγκ για την καταγωγή και το μέλλον του Σύμπαντος. Αυτό που ακούσαμε ήταν ένα εκτενές, τριμερές έργο με ρομαντικά περιγραφικούς τίτλους και βάρος μουσικής αντίστοιχο επένδυσης για ντοκιμαντέρ ή για τον κινηματογράφο. Η μεταμοντέρνα πολυσυλλεκτική γραφή αποδείχτηκε έκδηλα ετεροβαρής, έντονα φορτισμένη από ετερόκλητα μουσικά δάνεια/αναφορές που συνδυάζονταν μάλλον απλοϊκά και σίγουρα αβασάνιστα. Οταν δεν αντλούσε ευθέως από την εξπρεσιονιστικής τραχύτητας «Σονάτα για δύο πιάνα και κρουστά» του Μπάρτοκ, οργανωνόταν σε μινιμαλιστικού τύπου ρυθμικομελωδικά συνεχή/ισοκράτες επί των οποίων αναδύονταν αίφνης ευανάγνωστα μεσογειακά φολκλορικά ακούσματα -πηδηχτοί νησιώτικοι ρυθμοί και σκοποί- αλλά και περαστικές στιγμές ρομαντικού συναισθήματος. Οι τέσσερις μουσικοί υποστήριξαν το έργο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. *

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Τελευταίες ειδήσεις στην κατηγορία Τέχνες & Πολιτισμός
Μουσικές του κόσμου στο Φλοίσβο
Stereo MC's: Πιο Υπόγεια και πιο Βρώμικα
Απόψε η πρεμιέρα του «Βασιλιά Ληρ»
Η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Κυριακάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Νέοι δημιουργοί της Θεσσαλονίκης…στην Αθήνα!