Έντυπη Έκδοση

Ωριμη ελιά που έπεσε από το δέντρο

Ζήσιμος Λορεντζάτος

Collectanea

φιλολογική επιμέλεια: Σταύρος Ζουμπουλάκης

εκδόσεις Δόμος, σ. 795, 47,02 ευρώ

Τα «Collectanea» άρχισαν να γράφονται το 1941, όταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ήταν 26 χρόνων, και συνεχίστηκαν (αν και με παρατεταμένες διακοπές) μέχρι τον θάνατό του, που ήρθε το 2004, σε ηλικία 89 ετών. Πρόκειται για ένα είδος πολιτικού, λογοτεχνικού, κριτικού, φιλοσοφικού και θεολογικού ημερολογίου, το οποίο, μολονότι δεν αποφεύγει ορισμένες εντελώς προσωπικές καταχωρίσεις (όπως η αποτυχία του συγγραφέα στον γάμο του ή η καταβύθισή του για ένα διάστημα στην κατάθλιψη), παραμένει μετά μανίας προσηλωμένο στο αντικείμενό του, παρακάμπτοντας συστηματικά τις χρονολογικές ενδείξεις (ενδιαφέρει όχι η επικαιρότητα, αλλά η μονιμότητα των φαινομένων τα οποία σχολιάζονται) και αποκαλύπτοντας εις βάθος τον καλλιτεχνικό ψυχισμό και τη διανοητική συγκρότηση ενός από τους νεότερους και τους πλέον ιδιότυπους εκπροσώπους της γενιάς του 1930, που κατάφερε να μείνει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μακριά από τα κεντρικά αισθητικά και ιδεολογικά της στερεότυπα, παρά τις ουκ ολίγες επιφανειακές συγκλίσεις του μαζί τους.

Γιατί, όμως, «Collectanea» και τι ακριβώς σημαίνει η λέξη στα λατινικά; Ο Λορεντζάτος, που είχε αφήσει ρητώς εντολή να δημοσιευτεί το έργο μετά τον θάνατό του, σπεύδει να παραθέσει, σε μια προειδοποίηση την οποία αναρτά αμέσως μετά τον τίτλο, τον ορισμό του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού Ελευθερουδάκη (1927-1931): «Ελαία ώριμος πεσούσα από του δένδρου και τρωγομένη ανάλατος». Αυτός είναι ο καρπός που θέλησε να προσφέρει μεταθανατίως στον αναγνώστες του ένας ποιητής, ο οποίος πολύ σύντομα κατάλαβε, όπως το σημειώνει στις ακροτελεύτιες αράδες των εγγραφών του, πως όφειλε να αλλάξει τη νεανική του ρότα και να γίνει διά βίου κριτικός. Καρπός γινωμένος, αλλά χωρίς καρυκεύματα και ωραιοποιήσεις ή παραχωρήσεις: με λόγο λιτό, πυκνό και αιχμηρό, έτοιμο να ελέγξει με τους πλέον αυστηρούς τόνους τους πάντες και τα πάντα.

Μια τέτοια αυστηρότητα, που ως ύφος ενισχύεται και από τον ευθύς εξαρχής αποφθεγματικό χαρακτήρα των «Collectanea», είναι πιθανόν να μας μπερδέψει για λίγο ως προς το τι είναι και το τι επιζητεί ο Λορεντζάτος από τον κόσμο και τα πράγματα. Υπάρχουν, φέρ' ειπείν, κάποιες άκρως αφοριστικές και σχεδόν οργίλες αποστροφές του, όπου δοκιμάζοντας να αναδείξει τα θεωρητικά και ιδεολογικοπολιτικά αδιέξοδα των αντιπάλων του, μοιάζει να παρασύρεται σ' έναν δικό του δογματισμό, που δυσκολεύεται να διακρίνει, όπως κάθε δογματισμός, τις σχηματοποιήσεις και τις ιδεολογικοποιήσεις του. Το πνεύμα της συλλήβδην απαξίωσης προδίδει εδώ ένα αίσθημα γενικευμένης καταστροφής: η ελληνική γλώσσα και παράδοση χάνονται (τη ευγενή φροντίδι μιας εποχής που αδιαφορεί για οτιδήποτε πνευματικό), ο τόπος έχει προ πολλού οδηγηθεί (και απ' όλους τους δρόμους) στο χείλος του γκρεμού, η πολιτική είναι κακό πράγμα και οφείλει κανείς να μη φθείρεται με τις σκοπιμότητές της, ενώ η οικονομική μονομέρεια του Μαρξ, ο σεξουαλικός φανατισμός του Φρόυντ και ο φιλοσοφικός μηδενισμός του Νίτσε έριξαν την ανθρωπότητα στις πιο επικίνδυνες δοκιμασίες. Διδακτισμός, σύμφωνοι, όπως και ακτιβισμός, και στράτευση (εννοώ αυτοστράτευση), αλλά αυτή δεν είναι η πραγματική γραμμή των «Collectanea» - μόνο κάποιες πρόδρομες ή υστερόχρονες θαμπές αντανακλάσεις της, οι οποίες είναι αδύνατον, ακόμη και κακόπιστα, να χρεωθούν στη βασική της ταυτότητα.

Κατά του κρατικού σοσιαλισμού και υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων

Χρειάζεται να δούμε με λεπτομέρειες πώς φτιάχνεται ο πραγματικός λογαριασμός, όπως και ποιος είναι ο βαθύς πυρήνας των «Collectanea». Σε ό,τι αφορά την πολιτική του όραση, που ενεργοποιείται σχεδόν επί καθημερινής βάσεως, ο Λορεντζάτος τα βάζει κατά κόρον με την Αριστερά, υπενθυμίζοντας τον αυταρχισμό και τις απηνείς διώξεις του μεταπολεμικού κρατικού σοσιαλισμού, όπως και την παντελή έλλειψη δημοκρατίας στα ενδότερα των πολιτικών του καθεστώτων. Τονίζει, επιπλέον, ακατάπαυστα την αναντικατάστατη σημασία των αντιπροσωπευτικών θεσμών, χωρίς να διστάζει να καταγγείλει εκ παραλλήλου τις αρπακτικές διαθέσεις του καπιταλισμού και τις ακρότητες ή τις θηριωδίες της Δεξιάς στον Εμφύλιο (μαζί με τις κομμουνιστικές ακρότητες και θηριωδίες). Με πολιτικούς οδηγούς του τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο, όπως και με σοβαρές οικολογικές ευαισθησίες, ο Λορεντζάτος αποδεικνύεται ένας κλασικός φιλελεύθερος: πιστεύει στα ατομικά δικαιώματα και σε μια λελογισμένη οικονομία της ελεύθερης αγοράς, ενοχλείται από κάθε θεσμικό ατόπημα, διαφημίζει την εξ αποστάσεως (σωκρατική) συμμετοχή του πολίτη στα κοινά και μέμφεται τον Μαρξ, αλλά και τον Πλάτωνα ή τον Καστοριάδη, επειδή του είναι αδιανόητο να υιοθετήσει οιοδήποτε όραμα θετικής ελευθερίας (για να θυμηθούμε τον Isaiah Berlin), όντας πεπεισμένος πως πρώτα πρέπει να αλλάξει ο άνθρωπος και ύστερα ο κοινωνικός του περίγυρος.

Για να αλλάξει, ωστόσο, ο άνθρωπος χρειάζονται ο Χριστός και η ορθόδοξη πίστη στην αποστολή του. Με όλο το βαρυσήμαντο της παραδοχής, ο Λορεντζάτος δεν θα αναθέσει ποτέ στην Ορθοδοξία πατριαρχικά ή εργαλειακά καθήκοντα: διατηρώντας την απόσταση και την ανεξαρτησία του από την επιστήμη, η οποία μπορεί να απέκοψε τον κόσμο από τον Θεό, αλλά προχώρησε σε άκρως σημαντικές έρευνες και ανακαλύψεις (με προεξάρχον παράδειγμα τον Δαρβίνο), ο χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφική ιδέα ή φιλοσοφικό σύστημα, αλλά αλογόκριτη πηγή ή ενέργεια ζωής και καθολική γνώση του εαυτού. Αν η φιλοσοφία εξετάζει το πώς λειτουργεί ένας μηχανισμός και η φιλοσοφία ψάχνει το γιατί υπάρχει ο μηχανισμός, η θρησκεία οδεύει στη σιωπή και στο άρρητο - σε ό,τι, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να γνωρίσει ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία, όπως το έχουν δείξει με τον σκεπτικισμό τους ο Αϊνστάιν, ο Χάιζενμπεργκ, ο Ράσελ, ο Γκέντελ και ο Βιτγκενστάιν.

Η ζωντάνια της παράδοσης και της γλώσσας

Γράφοντας για την Ορθοδοξία, ο Λορεντζάτος δεν είναι δυνατόν να μην περάσει από το ζήτημα του ελληνικού πολιτισμού. Κι αν σπεύδει να συνδέσει άρρηκτα τον τελευταίο με το Βυζάντιο και την παράδοση, όπως και με μια γλώσσα που φέρνει κοντά τον Πλάτωνα και τους μυστικούς της χριστιανικής Εκκλησίας, δεν αισθάνεται την ίδια ώρα να τον ενώνει το παραμικρό ούτε με τον ελληνοκεντρισμό, τον οποίο εξισώνει με τον αμερικανικό απομονωτισμό και την πατριωτική μισαλλοδοξία, ούτε με την πατριδοκαπηλία του αρχαιοελληνικού κάλλους. Οσο για την παράδοση, αποτελεί στη σκέψη του Λορεντζάτου ένα ολοζώντανο σώμα, έναν ζωτικό χώρο ενάντια στον σαρκοβόρο χρόνο της Ιστορίας, που διατηρεί την ισχύ του μόνον εφόσον αναδιατυπώνεται και ανανεώνεται επί αδιαλείπτου βάσεως. Ο ελληνικός πολιτισμός δεν είναι, έτσι, ούτε η χρηστομάθεια της αρχαιότητας ούτε η μονοκρατορία του Βυζαντίου, αλλά μια διαρκής πολλαπλότητα σφραγισμένη από τις ασυνέχειες της ακμής και της παρακμής: από τον Ομηρο μέχρι τον Κολοκοτρώνη και τον Μακρυγιάννη, σε μια τροχιά όπου το τοπικό γίνεται κάθε τόσο οικουμενικό και τανάπαλιν.

Ανάλογη είναι η στάση του Λορεντζάτου και απέναντι στην ελληνική γλώσσα, που οφείλει να απαλλαγεί τόσο από τα βαρίδια του καθαρευουσιάνικου μεγαλοϊδεατισμού (άγνοια των μεταμορφώσεων του παρελθόντος, καθώς και των αναγκών του παρόντος) όσο και από τις αγκυλώσεις της επινοημένης, ψυχαρικής δημοτικής (ο Σεφέρης διαφέρει από τους αθηναίους ρομαντικούς όχι γιατί δεν χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα, αλλά γιατί εισάγει στον στίχο του τη νεωτερικότητα), ακολουθώντας τη γλωσσολογική επιταγή, η οποία επιτρέπει στη φωνή να προηγείται της γραφής και στη χρήση να υπερβαίνει τις νόρμες της γραμματικής και της σύνταξης.

Ενας λόγιος με απολύτως ελεύθερο πνεύμα

Με πλήρως σχηματισμένο το οπλοστάσιό του και με την πεποίθηση πως ο κριτικός χρειάζεται να συνταιριάζει απαρεγκλίτως τη διάνοια με τις αισθήσεις του, κρίνοντας μόνο την υψηλή λογοτεχνία και επιθεωρώντας όχι τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο καλλιτέχνης, αλλά τις λύσεις τις οποίες προκρίνει, ο Λορεντζάτος θα διακηρύξει και θα παινέψει με θέρμη όλες τις μεγάλες του αγάπες: τον Ελιοτ και τον Πάουντ, τον Ζιντ και τον Γέιτς, τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη, τον Καρυωτάκη και τον Σικελιανό, τον Σαραντάρη και τον Καβάφη (περιέργως, όχι τόσο τον Σεφέρη και απρόσμενα, αρκετά τον Δημήτρη Χατζή). Κάθε ποιητής ή πεζογράφος εκπροσωπεί εν προκειμένω κι ένα πρότυπο του κριτικού για την τέχνη, η οποία ξεκινάει από τη μοναξιά, την προσευχή, την εναντίωση στην εξουσία και τη συναναστροφή με τους απλούς ή τους αγράμματους και φτάνει μέχρι την απόσυρση από τον δήμο, την ακάματη εγρήγορση, την επιλεκτικότητα, τη διαφάνεια και τη συγκέντρωση της προσοχής στην απεικόνιση του ανθρώπινου δράματος.

Επιφυλακτικός με τον ευρωπαϊσμό και με τον κοσμοπολιτισμό ή με την ελληνολατρία της γενιάς του 1930, ο Λορεντζάτος επιζητεί να μεταστοιχειώσει το γράμμα της λογοτεχνίας και της ιδεολογίας σε εσωτερική περιπέτεια. Κι όπως στο δοκιμιακό του έργο (από το «Χαμένο κέντρο» και το «Τι αν θέλοι ο σπερμολόγος ούτος λέγειν» της δεκαετίας του 1960 μέχρι τις συγκεντρωτικές «Μελέτες» της δεκαετίας του 1990), έτσι και στα «Collectena» της ανά χείρας έκδοσης (ιδανική η φιλολογική επιμέλεια του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που παρά τους τεράστιους κόπους της δεν επιβαρύνει ούτε κατ' ελάχιστον τον αναγνώστη), ο στοχασμός του παραμένει ο στοχασμός ενός λογίου ο οποίος υπερασπίζεται με απολύτως ελεύθερο πνεύμα τις θέσεις του. Και τι είναι ένας τέτοιος λόγιος; Αντιιστορικός, αλλά όχι απολιτικός. Αντιμαρξιστής, αλλά όχι απολογητής του πολιτικού συντηρητισμού ή αντιδραστικός. Πιστός, αλλά όχι ρασοφόρος. Ελληνίζων, αλλά όχι ελληνοκεντρικός και υπερπατριώτης. Αρχαιογνώστης, αλλά όχι αρχαιολάτρης. Θαυμαστής της παράδοσης, αλλά όχι παραδοσιοκράτης. Αντικαθαρευουσιάνος, αλλά όχι προγραμματικός ή προγραμματισμένος δημοτικιστής. Κι ακόμη (το κυριότερο ίσως), μοντερνιστής, αλλά όχι δέσμιος του οποιουδήποτε φορμαλισμού. Ενας οργανικός (όσο κι αν δεν θα άρεσε στον Λορεντζάτο ο όρος) διανοούμενος.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου