Έντυπη Έκδοση

Βέρα Ζαβιτσιάνου

Ενας χρόνος από το ταξίδι της στον Σείριο

Από την πρώτη της εμφάνιση στο «Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν» (Δεκέμβριος 1954), ως Σαβίνα στο Με τα δόντια, έως τον τελευταίο της ρόλο, τη Μαίρη Ταϋρόν στο Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα στο Εθνικό Θέατρο (Δεκέμβριος 2002), η Βέρα Ζαβιτσιάνου διήνυσε μια ξεχωριστή, μια ιδιαίτερη πορεία στο ελληνικό θέατρο.

Ως σταθμούς σ' αυτήν τη διαδρομή μπορούμε να αναφέρουμε τους ρόλους:

Πόποβα στην Αρκούδα, Μπέρτα στο Χαιρετισμούς από την Μπέρτα, Βιόλα στη Δωδέκατη Νύχτα, Σέρι στη Στάση Λεωφορείου, Ολγα στην Αυλή των Θαυμάτων, Αλμα στο Καλοκαίρι και καταχνιά, Σεν Τε- Σουί Τα στον Καλό άνθρωπο του Σε Τσουάν, Μπελίσα στο Περλιμπλίν και Μπελίσα, Ισμήνη στο Τραγούδι του νεκρού αδελφού, Ισαάκ στη Θυσία του Αβραάμ, Ιρμα στην Τρελή του Σαγιώ, Σάσα στον Ιβάνωφ, Αριελ στην Τρικυμία, Σελιμέν στον Μισάνθρωπο, Ιλζε στους Γίγαντες του Βουνού, Λίλη στο Χίμαιρα και φούμαρα, Κέιτ Κέλερ στο Ηταν όλοι τους παιδιά μου, Κυρία στους Γάμους, Κυρία Αλβινγκ στους Βρυκόλακες, Κλαιρ στις Δούλες, Ανιές στην Ευαίσθητη ισορροπία, Σοφία Αποστόλου στο Ουρανός κατακόκκινος, Λίμπι στις Φάλαινες του Αυγούστου.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2008, το βράδυ, άφησε την τελευταία της πνοή. Κηδεύτηκε στις 15 Σεπτεμβρίου, κοντά στους δικούς της, στο Νεκροταφείο Παλαιού Φαλήρου, δημοσία δαπάνη. Χωρίς επικηδείους και χειροκροτήματα, όπως είχε ζητήσει. Σήμερα, ακριβώς έναν χρόνο μετά, η Βιβλιοθήκη - Καταφύγιο θηραμάτων τη θυμάται, μέσα από τα λόγια ανθρώπων που τη θαύμασαν, τη γνώρισαν, συνεργάστηκαν μαζί της και την αγάπησαν.

Κουβέντες με τη Βέρα

Από τον Γιώργο Γιαννακάκο

Χτυπούσα το κουδούνι. «Γιώργο, εσύ;» «Ναι». «Ανέβα». Εως ότου ανεβεί το ασανσέρ στον έβδομο, η Βέρα είχε ανοίξει την πόρτα και είχε ξανακαθίσει στον καναπέ. Την έβρισκα προφίλ, να φωτίζεται από την τηλεόραση ή τη φωτιά στο τζάκι, και ευθεία στο βάθος, ο καταπληκτικός Μπουζιάνης να την κοιτάζει και να τον κοιτάζει. «Κοίταξέ την αυτήν τη γυναίκα με το ένα μάτι... Βγάλαμε έως και τα κέρματα από τα πορτοφόλια μας για να την πάρουμε. Σαν ηρωίδα τραγωδίας είναι... Με μια καρτερικότητα...». Απλωνε το χέρι να με χαιρετήσει και πολλές φορές αυτό έβαζε και το όριο του πλησιάσματος. Δεν ήθελε τα πολλά πολλά και τα φιλιά. «Πίνω τζιν. Βάλε τις σόδες στο ψυγείο και φτιάξε το ποτό σου. Ξέρεις». Οι σόδες ήταν η μόνιμη παραγγελία. Ενα ποτήρι-σωλήνα, δίπλα ένα σφηνάκι που μετρούσε το τζιν, ένα μπολ παγάκια και μια σόδα. Το μπουκάλι το Gordon's κάτω από το τραπεζάκι. Δίπλα, η τράπουλα. Εριχνε πασιέντσες. Μια φορά μου έδειξε μια «με τα δεκάρια» που τη διασκέδαζε πολύ. «Είναι απλή, μα μη νομίζεις πως βγαίνει πάντα. Είναι άτιμη. Βλέπεις; Σκάλωσε». Το «παιχνίδι» εκτός Καζίνου. «Δεν υπάρχει κανένα άλλο αίσθημα σαν εκείνο που έχεις όταν ποντάρεις και γυρίζει η μπίλια... Αυτή η ένταση! Κι αν δεν έπαιζα, θα 'χα ένα σπίτι ακόμα, ας πούμε. Και;». Με τον θάνατο του συζύγου της, του Πανάγου, οι επισκέψεις της στο «βουνό» αραίωσαν πολύ. Την τελευταία φορά γύρισε χωρίς παλτό. Της το έκλεψαν από ένα σκαμπό δίπλα της. Σκόρπια στο τραπέζι, χαρτιά, λογαριασμοί, προσκλήσεις, λυμένα σταυρόλεξα. Στους φακέλους, αριθμοί τηλεφώνων, ονόματα, λίστες αγορών, σκέψεις, στίχοι τραγουδιών, βραδινά όνειρα, σχόλια για πρόσωπα και καταστάσεις. Τα μετέφερα όλα σπίτι μου και ξεκαθάριζα τι θα κρατήσω. Βρίσκω σε ένα: «Η Λούλα με μάλωσε χθες βράδυ». Φαντάζομαι την αιτία. Εγώ δεν τη μάλωνα. «Το ποτό σαν γεύση δεν μου πάει, αλλά μ' αρέσει αυτό που μου κάνει. Οταν ξεπέρασα τα όρια θυμόμουν τα πάντα, είχα συνείδηση, αλλά έκανα πιο εύκολα πράγματα που αλλιώς δεν». Χτυπούσε το τηλέφωνό μου και άκουγα: «Γιώργο, είσαι εκεί; Θα μείνεις;» «Ναι». «Ωραία, θα σε ξαναπάρω σε λίγο. Ηθελα να ξέρω αν είσαι εκεί. Κάπως νιώθω απόψε». «Να 'ρθω;» «Οχι. Μου αρκεί να ξέρω πως μπορώ να σε βρω». «Βρέχει εκεί;» «Ναι, πολύ. Ξέρεις πόσο μου αρέσει η βροχή. Δεν θέλω να σταματήσει να βρέχει». Και ήταν όντως ωραία εκεί πάνω, με την ταράτσα ανοιχτή στον ουρανό και τη θάλασσα. Χαιρόταν να με ακούει να λέω πόσο μου άρεσε η ατμόσφαιρα του σπιτιού της. «Αλήθεια, βρε Γιώργο; Πρέπει να οργανωθούμε, να γίνουν δουλειές». Κάναμε ελάχιστες τελικά. Αναβλητική. «Παράτα τα τώρα. Κάτσε. Φτάνει». Στις προστακτικές της Βέρας δεν υπήρχε περιθώριο να ξεφύγεις. Καμιά φορά σκέφτομαι μήπως θα έπρεπε να είχα ξεθαρρέψει περισσότερο. Να 'μαι πιο δυναμικός, να την παρασύρω, να κόψω και αυτό το «κυρία Ζαβιτσιάνου». Της το 'πα. «Λέγε με όπως θες, είμαστε φίλοι καλοί πια, έτσι δεν είναι; Σ' έχω, ας πούμε, σαν παιδί μου. Οχι. Είμαστε φίλοι». Το «Βέρα» ήρθε τώρα. Εδώ κι έναν χρόνο. Τώρα που τα είκοσι τρία χρόνια κοντά της φωτίζονται αλλιώς. Από εκείνη την πρώτη επαφή του δεκαοκτάχρονου συνεσταλμένου, μαγκωμένου, μαγεμένου και καταγοητευμένου, έως την τιμή να με αναζητούν τα χέρια της τις μέρες του ψυχορραγήματος. Και όταν της τα κρατούσα ηρεμούσε. «Ησυχάστε, είμαι εδώ». Υπάκουγε στις δικές μου προστακτικές τώρα και κοιμόταν για λίγο. Αλλες φορές ήθελε να την ανασηκώνω, την κρατούσα αγκαλιά, κι εκείνη ζωηρά: «Να φύγουμε, πάμε. Πάμε». «Πού;» «Στον δρόμο...». Την τελευταία Δευτέρα τής μιλούσα ώρες. Είπα τα πάντα. Το 'κανα για μένα. Το πιο πιθανόν, δεν άκουγε. Τόλμησα ένα: «Σταματάω, σας κούρασα». Τα μάτια κλειστά, τα φρύδια σμίγουν και ανασηκώνονται σε ένα όχι. «Φοβάστε;» Το ίδιο όχι. Ακουγε. Με πείσμα, δύναμη, φοβερή οξυδέρκεια και διαύγεια, ατρόμητη και αναβλητική, καθυστερούσε την τελική αναχώρηση.

Κυριακή των Βαΐων 1985 κατέβηκα στο «Υπόγειο», στην τελευταία τού Χίμαιρα και φούμαρα, να δω τη γυναίκα-μύθο που επέστρεφε στη σκηνή έπειτα από εννέα χρόνια αποχής. Αντίκρισα τη μεγαλύτερη ηθοποιό που είδα στη ζωή μου. Αδυνατώ να πω πώς έπαιζε. Δανείζομαι τη φράση του Ματθαίου Μουντέ στο μάθημα: «Μόνο η Τζέραλντιν Πέιτζ και η Βέρα Ζαβιτσιάνου μπορούν να παίζουν έτσι... με τον αέρα μιας εισπνοής και μιας εκπνοής». Ζήτησα τη διεύθυνσή της και της έστελνα κάρτες. Την επόμενη χρονιά «έπαιξε στα δάχτυλα, και μόνη της, τον Μίλερ» (κριτική Γ. Βαρβέρη). Πάλι στο καμαρίνι της. «Σας έστειλα κάρτα...». «Εσύ είσαι; Ελα το άλλο Σάββατο στο κενό των δύο παραστάσεων να σε δω, να τα πούμε». Και έτσι σιγά σιγά βρεθήκαμε στον «Απότσο» για ούζα με τον Μαθιό, σε βόλτες με τον Πανάγο και την ωραία παλιά Μερσεντές, που την αφήναμε όπου να 'ναι ξεκλείδωτη («Ποιος να το πάρει;» Δεν κλείδωνε ούτε την εξώπορτα του σπιτιού τις νύχτες. «Κι αν θέλω να βγω; Αν πάθω πανικό; Αν κάτι συμβεί;»), σε παγκάκια της πλατείας Αγ. Γεωργίου με τζιν στο χέρι, μιλώντας για την παράσταση που είχαμε δει στο Κυκλάδων, ανάμεσα σε μετανάστες.

Προσπαθούσα να μάθω για το θέατρο. «Το έζησα σαν μαρτύριο. Μπορείς να το βάλεις και τίτλο "Η ζωή μου είναι μαρτύριο"», γελάει. «Με αγάπησε το θέατρο κι εγώ το μίσησα. Οχι "μίσησα"... Ηταν ο βασανιστής μου. Σαν ένας Ες-Ες που βασανίζει αλύπητα κάποιον με τον οποίον είναι ερωτευμένος και ο άλλος, ο βασανιζόμενος, δεν ενδίδει, αντιστέκεται. Η αγωνία να πιάνω το κείμενο κάθε βράδυ και να μην ξέρω πού θα με βγάλει. Νιώθω από κάτω το χάος. Σαν να αιωρούμαι στο κενό. Πώς θα τα πάω πάλι; Θα τα καταφέρω; Αυτό μια ζωή. Φοβόμουν, κι αν κάτι δεν μου άρεσε πολύ, το αρνιόμουν. Δεν είχα και φιλοδοξίες. Ηθελα να τελειώνει η παράσταση, να 'ρχεται ο Πανούλης να με παίρνει, να βγαίνουμε με φίλους...». Ενα βράδυ τη βρίσκω αναστατωμένη. «Τριάντα χρόνια μετά να διαβάζω για κείνο το "φιάσκο μου" στην Αντιγόνη; Με πληγώνει. Τι έφταιξα; Μήπως το ζήτησα; Με είχαν προειδοποιήσει πως με "περιμένουν με το τουφέκι". Δεν νομίζω πως ήμουν κακή. Ομως και τι έγινε, βρε αδελφέ; Εχω ακόμα δυο φύλλα δάφνης που μου 'δωσε ο Κατράκης όταν μ' αγκάλιασε στο καμαρίνι». Της σχολιάζω πως υπάρχουν αρκετά «αξιοπερίεργα» στην πορεία της. «Ξέρω τρόπους άσκησης της προσωπικής γοητείας παντού. Αυτό το παιχνίδι απόκτησης φήμης, εύνοιας, χρημάτων. Μπορώ να το κάνω. Αλλά βαριέμαι. Δεν καταδέχομαι να κάνω τέτοια πράγματα. Δεν καταδέχομαι μηχανισμούς που δεν μ' αρέσουν. Δεν με αφορούν. Κι αν κάτι μου κάνουν έξω από αυτά που ξέρω να κάνω, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Δεν το καταλαβαίνω». Κάτι καταλαβαίνω λίγο λίγο. Οταν επανήλθε ο θεσμός των επάθλων Κοτοπούλη, η Βέρα ήταν μέσα στις δέκα που τιμήθηκαν αναδρομικά. «Δεν μου το 'δωσαν τότε και τώρα είμαστε σαν σε γάμους απόρων κορασίδων. Πρέπει να κλείσω τη μύτη μου, να καταπιώ κι αυτήν την κουταλιά μουρουνόλαδο!» Τότε; «Οταν με προσπέρασαν και έφτασαν σε νεότερες, δεν σου κρύβω πως έκλαψα». Παύση. «Ακου, Γιώργο, άνθρωποι διαόλου κάλτσα, κωλοπετσωμένοι, διαβασμένοι, κι όμως, άκου που σου λέω, είναι αφελείς, κουτοί. Τους προσπερνάει η ιστορία. Τι κάνουν δηλαδή; Εχουν ένα πάθος, αλλά το πάνε αλλιώς. Θέλουν εξουσία... Αν εσύ ξέρεις ποιος είσαι και καταλάβεις πως το πάθος σου, το μεράκι σου είναι πιο πάνω από αυτούς, η εξουσία τους καταργείται. Μου υπόσχεσαι πως θα κάνεις σαν να μην υπάρχουν; Να τους σβήσεις, κι ας γίνεις λούστρος. Θα ονειρεύεσαι. Αυτό κανείς δεν μπορεί να σου το αφαιρέσει. Κανένας. Μου το υπόσχεσαι;»

Επιμένω πως στου «Κουν» έγραψε ολόκληρη ιστορία. «Αυτά μας τα είπαν μετά, εκ των υστέρων. Τότε ήμασταν πολύ νέοι κι ακολουθούσαμε τον δάσκαλό μας. Δεν ξέραμε τίποτα απ' αυτά. Ο Κουν ήθελε το απόλυτο δόσιμό μας και φοβόταν μήπως τα μυαλά μας πάρουν αέρα. Ισως μας έκανε λίγο σνομπ. Εγώ οφείλω την παρουσία μου στο θέατρο στον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Εκείνος με κράτησε στη σχολή κι εκείνος μου δίδαξε τι θα πει πειθαρχία. Ισως γι' αυτό φοβάμαι το θέατρο. Επειδή είμαι τελείως στρατιώτης και ξέρω τι πειθαρχία χρειάζεται. Μετά παίξαμε μαζί στην Αρκούδα. Φαντάσου αγωνία και χαρά να παίζω με τον δάσκαλό μου». Αλλη φορά: «Ξέρεις, κατέβαινα στις μύτες στο Υπόγειο. Δεν ήθελα να δώσω παρουσία. Καταλαβαίνεις; Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί μου έδωσε αυτός ο άνθρωπος αυτούς τους ρόλους. Είχα ένα δέος. Τον πίστευα. Καταλάβαινα τα πάντα. Νωρίς νωρίς καταλάβαινα τι έλεγαν, τι γινόταν εκεί μέσα, ακόμα και τι σκέφτονταν όλοι. Αλλά δεν μιλούσα. Δεν ήθελα να φαίνομαι. Σχεδόν λαθραία. Εμπαινα λαθραία. Να το γράψεις αυτό κάποτε».

Πολλές φορές βάζαμε κασετόφωνο γιατί θα φτιάχναμε τις «Κουβέντες με τη Βέρα» στην «οδό Πανός». Αναβολή στην αναβολή... Πατάω τώρα το πλήκτρο και ακούω: «Δεν ξέρω πώς παίζω. Διαβάζω το έργο και βλέπω αυτήν τη γυναίκα κανονικά. Τη βλέπω. Μπορώ να σου πω τι φοράει... Το μυαλό που λέμε πως βάζουμε νομίζω πως είναι να ξέρεις τις δόσεις. Ξέρω τις δόσεις». Τα κείμενά της χωρίς καμία σημείωση. Δεν ήθελε καμία ανάλυση ποτέ και σε τίποτα. Σκέφτομαι την παρατηρητικότητά της, το βλέμμα-ακτινογραφία. Εμπαινε αμέσως στη θέση του άλλου. «Πάντα ψάχνω τις αιτίες που υπάρχουν πίσω από το οτιδήποτε... Πρέπει να 'μαστε σεμνοί γιατί πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος». Πιο κάτω ακούω: «Μπροστά στην Παξινού και τη Μανωλίδου εμείς οι άλλες είμαστε απλώς...».

Τραβάω ένα χαρτί: «Είμαι ευγνώμων. Σπαράγματα της δουλειάς μου μ' αρέσουν». Τη ρωτάω γι' αυτό. «Σαν πλάκα ξεκίνησα το θέατρο και τελικά μου έδωσε και σύνταξη. Γελούσαμε με τον Πανάγο όταν το συζητούσαμε. Πλάκα κάναμε. Κάναμε ό,τι θέλαμε. Ζήσαμε σχεδόν μποέμικα. Αλλάζαμε σπίτια συνεχώς. Ζήσαμε όλη μας τη ζωή σε τέτοια μικρά ρετιρέ. Καμιά φορά σκέφτομαι πως τώρα ζουν άλλοι. Ποιοι να 'ναι αυτοί; Ο Πανάγος ήθελε να γίνεται ό,τι θέλω εγώ. Δεν θέλαμε οικογένεια. Εχασα ένα παιδί. Θα 'ταν τώρα εκείνος γύρω στα σαράντα. Λέω "εκείνος". Σαν να 'μαι σίγουρη πως θα 'ταν αγόρι. Ποτέ δεν σκέφτηκα πως θα 'ταν κορίτσι. Θα 'μουν καλή μάνα. Υπερπροστατευτική και έντρομη. Φοβόμουν την ευθύνη. Ούτε το θέατρο ούτε οι ωδίνες μ' εμπόδισαν. Αλλά έλεγα "μετά"; Οταν θα μου έφερναν ένα μικρό πλασματάκι τι θα το έκανα;»

Αργά μια νύχτα, λίγο μετά τον θάνατο του Γιώργου Χειμωνά, μου λέει: «Ο Πανάγος καθόταν εδώ δίπλα μου», χαϊδεύει τον καναπέ, «η αδελφή μου... ο Γιώργος... Μου λείπουν», χωρίς δάκρυα. Με γεμάτα μάτια πριν από τον λυγμό και το παράπονο ενός πεισματάρικου παιδιού. «Η εικόνα της απουσίας που έχω είναι όταν επέστρεψα απόγευμα στο νοσοκομείο και είδα το κρεβάτι του Πανάγου στρωμένο... κι εκείνο το φως των θαλάμων... και μετά μου 'δωσαν μια χαρτοπετσέτα με τη βέρα του, το ρολόι του... Ημουν χαϊδεμένη από την οικογένειά μου και μετά στη ζωή. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που λέμε χρόνος. Μια καθημερινότητα υπάρχει. Ξυπνάμε το πρωί και σκεφτόμαστε πώς θα κάνουμε τη ζωή μας όμορφη. Κάθε μέρα που η συμφορά δεν έρχεται, γιατί γι' αυτήν είμαστε υποψήφιοι και θα 'ρθει, να λέμε πίνω τον καφέ μου, καπνίζω το τσιγάρο μου...».

Ακούω: «Είμαι καλή καλή και υποχωρητική και ευγενική, μα ξέρω το απαγορευμένο χτύπημα του μποξέρ». Οντως. Σαν παιχνίδι ξήλωνε τις καταστάσεις και τις έβλεπε από την ανάποδη. Με πολύ ιδιαίτερο χιούμορ. Την εποχή που επιδεινώθηκε η υγεία της, την τίμησαν με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Χάρηκε πολύ. Δεν μπόρεσε να παραστεί στην τελετή. Το έλεγε «καλτσοδέτα», από το Τάγμα της Περικνημίδας. «Μου το έστειλαν σπίτι». «Να διοργανώσουμε πάρτι στη βεράντα, να το γιορτάσουμε;» «Ναι. Και να φοράω την καλτσοδέτα». Το έβρισκα σημαντικό εκείνη τη στιγμή. Σαν πράξη δικαιοσύνης. Ανέφερα άλλους ηθοποιούς που έχουν τιμηθεί μ' αυτό. Απρόσεχτα είπα μόνον απόντες. Κι εκείνη, με μεγαλόστομο μελοδραματισμό, με τρεμάμενο στόμφο, συλλαβιστά και κοροϊδευτικά: «Μη μου μπήγεις πιο βαθιά το μαχαίρι!». Η φωνή της ήταν πια ένας ψίθυρος, με δυσκολία την άκουγα. «Είχα ωραία φωνή, μου έλεγαν. Χαμπάρι δεν είχα. Φωνή λίγο υγρή... Ετσι τη λένε...». Πιο κάτω: «Στην προηγούμενη ζωή μου έχω μια αίσθηση-εικόνα ...χριστιανού στην αρένα». «Είναι ωραίο να μην εκπληρώνονται τα όνειρα όλα. Είναι πιο ωραίο ορισμένα πράγματα να μένουν όνειρα». «Ο ηθοποιός όταν ξεβάφεται στο καμαρίνι του και δέχεται συγχαρητήρια έχει κεραίες τεντωμένες και προσέχει - συλλαμβάνει ώς και τον τόνο της φωνής του άλλου. Δεν αξιολογεί τις κρίσεις. Εισπράττει όλο τον έπαινο για τον εαυτό του. Δεν φιλτράρει. Τον θέλει. Αυτό είναι η ματαιοδοξία και συγχρόνως το τραγικό, αν θέλεις, του επαγγέλματος». «Η φύση μου ήταν πιο ζωηρή απ' ό,τι είμαι ή έκανα ή έζησα στη ζωή. Να το ξέρεις».

Πρέπει να κλείσω αυτό το κείμενο. Δεν χωρούν όλα. Τραβάω ένα χαρτί απ' το τραπεζάκι της, διαβάζω: «Το αγόρι που έτρεχε». Τη ρωτάω. «Θα 'μουν γύρω στα οκτώ-δέκα, με μεγάλωνε η γιαγιά μου στην οδό Αναπαύσεως, κι ένα βραδάκι, καλοκαίρι, νύχτωνε, καθόμουν στα σκαλάκια έξω στον δρόμο και πέρασε ένα αγόρι τρέχοντας. Θα 'ταν δώδεκα-δεκαπέντε χρονώ... Ξέρεις πώς τρέχουν τ' αγόρια... με τα πόδια τους έτσι... Κι αυτό ήταν ο έρωτάς μου. Το πρώτο μου ερωτικό σκίρτημα, ας πούμε. Πώς να σου πω; Το λιμπίστηκα! Το θυμήθηκα χθες βράδυ». Θα 'χει πάει 4.30 π.μ. «Ουουου, Γιώργο! Ωραία ήταν, ε; The party is over. Μα σ' ενδιαφέρουν όλα αυτά; Θα φύγεις ή θα πέσεις μέσα, στ' άλλα κρεβάτια; Εγώ, εδώ στον καναπέ...». Της δίνω το μαξιλάρι. Ξαπλώνει. Τη σκεπάζω με την κουβέρτα. Η τηλεόραση ανοιχτή «για το φως...».

«Και κοπάνα γερά την πόρτα να κλείσει».

«Καληνύχτα, κυρία Ζαβιτσιάνου».

Η κυρία Βέρα

Από τον Μένη Κουμανταρέα

Στην αποβάθρα του τρένου - του παλιού Ηλεκτρικού. Μακιγιαρισμένη, με τα μαλλιά της -τα σκούρα κοκκινόξανθα- πιασμένα κότσο, έτοιμη ν' αντιμετωπίσει τη μεγάλη πρόκληση: το ραντεβού της με τον νεαρό Μίμη. Αυτή, μια κυρία Κούλα σαρανταπεντάρα, παντρεμένη με παιδιά. Η κάμερα στημένη, οι τεχνικοί έτοιμοι. Γύρω οι περαστικοί -εκτός από τους κομπάρσους- κοιτάζουν σαν μοσχάρια. Η καθημερινότητα τους εμποδίζει ν' αντιληφθούν τη δόξα του καθημερινού. «Αφησε τον εαυτό σου ελεύθερο, περπάτησε φυσικά», ακούω τον σκηνοθέτη. Εκείνη, κι ας υποκρίνεται την πρωτόπειρη -η αλήθεια είναι πρώτη φορά (και τελευταία) που παίζει μπρος στον φακό-, η ανασφάλειά της είναι μέρος τής τέχνης της. Η αστή κυρία που αφήνεται στα μάγια του φοιτητή. Στην ουσία αυτή τον σέρνει από τη μύτη. Σέρνει όλους μας που την παρακολουθούμε. Αυτή η άχαρα ντυμένη γυναίκα, με το παλτό της σαν χλαίνη του Αλβανικού, σιγά σιγά φοράει τα ταγεράκια της, μέσα της ξυπνά το θηλυκό. Εχω ακόμα στ' αυτιά μου τη φράση του μοντέρ στη διάρκεια των δοκιμαστικών: «Μα, είναι δυνατόν αυτή η ρυτιδιασμένη γυναίκα ν' αρέσει σ' έναν νεαρό!» Κι όμως, είτε το θέλουμε είτε όχι, αυτή είναι η κυρία Κούλα και καμιά άλλη. Η Αλμα στο Καλοκαίρι και καταχνιά, η Σεν Τε, η σκληρή αδελφή στον Κύκλο με την κιμωλία. Τόσα και τόσα φαντάσματα τη στοιχειώνουν. «Σ' άρεσε;», με ρωτάει στο διάλειμμα, «νομίζεις ότι της μοιάζω;» Γυρνάμε με το συνεργείο τους σταθμούς, από Κηφισιά μέχρι Θησείο. Βαγόνια νοικιασμένα. Νοικιασμένες συγκινήσεις. Εκείνη πότε κάθεται με μουδιασμένη ζήλια για τον Μίμη της και πότε τον τυλίγει με βλέμμα στοργικό. Ταραγμένη αργότερα στην γκαρσονιέρα του. Αλλου είδους ταραχή! Ατέλειωτη γλύκα να τη βλέπεις. Τόσο απλή και τόσο απόκοσμη, γι' αυτό κάνουν παρέα με τη Λούλα, σκέφτομαι, γι' αυτό κι εκείνη της γράφει ρόλους.

Λίγο πια μ' ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της τηλεταινίας. Ξέρω πως οτιδήποτε κι αν βγει, αυτή, η Βέρα, θα φανεί και θα θριαμβεύσει. «Στοπ», ακούω τη φωνή του σκηνοθέτη. «Ημουν καλή;», ρωτάει τη Λιλή που με συνοδεύει, τρώγοντας σαν μαθήτρια τη σοκολάτα που της προσφέρει. Θα μπορούσε να ρωτήσει και τον τελευταίο επιβάτη. Αθόρυβη, χωρίς ίχνος έπαρσης, με μια κρυμμένη υπερηφάνεια, αποσύρεται ν' αλλάξει. Θροΐζει πίσω από το παραβάν το φόρεμά της. Θροΐζει και η ίδια σαν ένα πέρασμα αγγελικό. Αν έπαιζε στο Μπρόντγουεϊ θα της έγραφαν πρωτοσέλιδα: «VERA FOR EVER».

Ψίθυροι, εξάρσεις, φθορές

Από τον Γιάννη Βαρβέρη

Δεν είναι αυτός χώρος και τόπος για παραστασιακές αναμνήσεις περί τη Βέρα Ζαβιτσιάνου. Νομίζω πως είναι ώρα για άρση ή έστω αναστολή της λήθης, που γρήγορα γρήγορα σκεπάζει τους ανθρώπους.

Η Ζαβιτσιάνου βρισκόταν πάντα επί σκηνής σε κατάσταση καλλιτεχνικού συναγερμού, τον οποίο μετέδιδε αφοπλιστικά στο κοινό της. Ηταν ένα περίεργο, κοριτσίστικο, έμψυχο μπιμπελό, που εκινείτο, μιλούσε, σχεδόν ανάσαινε μέσα στον συνεχή κίνδυνο της θραύσης. Ναι, η Ζαβιτσιάνου ήταν η ευθραστότερη ηθοποιός που γνώρισα στο ελληνικό μεταπολεμικό θέατρο. Ψιθύριζε, υπαινισσόταν και χειρονομούσε με τη διακριτικότητα που σέβεται αλλά και μαγικά επιβάλλεται - είτε πρόκειται για κείμενο είτε για τον επί σκηνής συνάδελφό της.

Κι όμως, η φαινομενική της ηρεμία, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική ακρίβεια και τη μεταφυσική ερμηνευτική λεπτομέρεια, κατά βάθος φιλοξενούσαν μιαν έξαρση με σιγαστήρα, έναν αδιάπτωτο συνωμοτικό πυρετό.

Θυμάμαι τις πρόωρες ρυτίδες της Ζαβιτσιάνου: Σαν ένας σοφός θεός, ο θεός του θεάτρου, να τις χάραξε με το ραβδάκι του εν είδει πρόσθετης ευλογίας. Μαζί με το φυσικό ταλέντο και την άκρα ευαισθησία της ηθοποιού, συμμάχησαν κι αυτές οι ρυτίδες, ώστε η αέρινη φιγούρα να γίνει τέλειο όργανο για ρόλους των οποίων τρόπαιο ήταν η παρακμή και η φθορά.

Αυτή η, έστω και ώριμη, ισόβια ενζενί καιγόταν και από ένα άλλο πάθος, που μου την καθιστούσε και προσωπικά αγαπητή: μας ένωνε το πάθος της ορειβασίας. Εκλεκτό μας βουνό, η Πάρνηθα. Μόνον τις εκεί πάνω ρουλετικές περιπέτειές μας συζητούσαμε συχνά μες στο κατερχόμενο τελεφερίκ, σαν δύο απέναντι παίκτες, που γνωρίζουν ο ένας την κύρια ιδιότητα του άλλου κι έτσι δεν μιλούσαν ποτέ για θέατρο. Πάντα για τις εξουθενωτικές ανηφοριές της ορειβασίας.

Αλλωστε, η Ζαβιτσιάνου μάγευε ό,τι ακουμπούσε.

Ο Αριελ του θεάτρου μας

Από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο

Πρωτοείδα τη Βέρα Ζαβιτσιάνου στο «Θέατρο Τέχνης» το 1955 να παίζει στο Με τα δόντια του Θόρντον Γουάιλντερ και από τότε έως τη Μαίρη Ταϋρόν του Ο'Νιλ με εξέπληττε πάντα η εσωτερική της τεχνική, οι αυτοματισμοί της, που ανακαλούσαν τα επιλεγόμενα κάθε φορά συναισθήματα με την ταχύτητα της αστραπής, χωρίς εξωτερικό μόχθο, χωρίς μυϊκές εντάσεις αλλά με την άνεση της αναπνοής και την αυθορμησία με την οποία ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα.

Αυτή η τεχνική είναι το ίδιον των μεγάλων, χαρισματικών ηθοποιών, όσων δεν έχουν κατασκευαστεί σε εργαστήρια έτοιμων στυλ και ετοιμοπαράδοτων μεθόδων.

Η Ζαβιτσιάνου, χωρίς μεταμορφωτικά τεχνάσματα, πάντα με το υπέροχο μικρό της δέμας, έβρισκε τη βασιλική οδό προς τον πυρήνα του κειμένου και τον νου του συγγραφέα, υπακούοντας, ποτέ όμως τυφλά, στη σκηνοθετική γραμμή, δίνοντας στον χαρακτήρα ό,τι προσωπικότερο είχε ο ίδιος από καταγωγής συγγραφέα και ό,τι συνάλληλο και συγγενές ανίχνευε και ψάρευε στα βαθιά η Βέρα στο πλούσιο σε τραυματικές εμπειρίες ζωής υποσυνείδητό της.

Υπήρξε ένας Αριελ του θεάτρου μας, χαρίεις και ουτοπικός, άπιαστος και συνάμα χοϊκός, ερωτικός και ανέγγιχτος.

«Η Βέρα ήταν βασίλισσα...»

Από τη Δηώ Καγγελάρη

«Η Βέρα! Η Βέρα ήταν βασίλισσα στο "Θέατρο Τέχνης!"», αυτή η φράση καρφώθηκε κάποτε στο εφηβικό μυαλό μου.

Είναι τα λόγια μιας μοδίστρας, συνεργάτριας του Κάρολου Κουν, που συνάντησα τυχαία όταν χρειάστηκε να εισαχθώ για μια μικροεπέμβαση σε μια κλινική και μοιράστηκα για λίγες ώρες το ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα της. Ηταν η εποχή που η γενιά μου γνώριζε με τη σειρά της το θάμπωμα στο «Υπόγειο» του «Ορφέα», αλλά η Βέρα Ζαβιτσιάνου δεν εμφανιζόταν πια εκεί· τη γνώριζα μόνο από τη θέρμη και τη μουσικότητα της φωνής της -της αισθαντικής, τόσο νεανικής φωνής της- στο θέατρο στο ραδιόφωνο. Τώρα, αυτή η άγνωστη γυναίκα ήταν πρόθυμη να ξεδιπλώσει όλες τις άγνωστες πτυχές για τα μυθικά, για μένα, πρόσωπα, γι' αυτό, παρ' όλο που η κατάσταση της γιαγιάς απέναντί μου είχε επιδεινωθεί, καθυστερούσα πεισματικά τη μεταφορά μου σε άλλο θάλαμο: «Στην αρχή, η Βέρα δεν ήταν καθόλου επιμελής. Μια ερχόταν, μια δεν ερχόταν, αλλά της έβαλε τελεσίγραφο ο Κουν και άλλαξε τακτική. Ολοι τη λατρεύαμε!».

Οι απουσίες της από τη σκηνή εδραίωναν την αίγλη της. Οταν πια έζησα ζωντανά στο θέατρο τη χαμηλότονη, φυσική και ταυτόχρονα ποιητική αλήθεια των ερμηνειών της, μπόρεσα να επαληθεύσω ό,τι μέχρι τότε είχα συλλάβει μέσα από μαρτυρίες. Αλλά για μένα, η Ζαβιτσιάνου παρέμενε πρωτίστως μία από τις εστεμμένες του «Υπογείου»...

Στα τέλη του αιώνα, ξανασυναντήθηκε επί σκηνής με τη Λούλα Αναγνωστάκη -έναν ακόμη μύθο του «Θεάτρου Τέχνης»- στον Ουρανό κατακόκκινο, που ανέβασε ο Βίκτωρ Αρδίττης στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Και τότε, αισθάνθηκα ξαφνικά να συμπυκνώνονται στο παίξιμό της όλοι οι ρόλοι της χρυσής τετραετίας στο «Υπόγειο», ημιτόνια συναισθημάτων, ευαισθησίες και αρώματα από παραστάσεις που δεν είχα δει, αλλά ήταν σαν να τις είχα δει. Θα θυμάμαι πάντα την υποδόρια τρέλα της. Τη Σοφία Αποστόλου με το βυσσινί φουστάνι να βγάζει, σε ελαφρά μέθη, το μπουκαλάκι με το αλκοόλ από τον κόρφο της, να χλευάζει και να χλευάζεται κοιτάζοντας τις ωραίες γάμπες της. Ενας μονόλογος που η Λούλα δίσταζε να δώσει στη συνέχεια σε άλλες ηθοποιούς, «για να μη στενοχωρηθεί η Βέρα». Κι όταν πήρε τη σκυτάλη η Ρένη Πιττακή, το περσινό καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών, στη Βέρα αφιέρωσε τη δική της εξαιρετική ερμηνεία.

Σ' ένα νησί της άγονης γραμμής, το SMS ενός φίλου μού ανήγγειλε τον θάνατό της. Εφερα μπροστά μου τη φωτογραφία της ως Αλμα Γουαϊνμίλερ, όμορφη, κομψή και ντελικάτη, μ' ένα απαλό μειδίαμα και ανασηκωμένο το χέρι σε μια κίνηση αποχαιρετισμού. «Πέθανε η βασίλισσα», σκέφτηκα.

Μια συνομιλία

Με τον Λευτέρη Βογιατζή

Η Βέρα Ζαβιτσιάνου είναι ένα ιδιαίτερο πρόσωπο στη ζωή μου. Ηταν δασκάλα μου στη Σχολή Μιχαηλίδη για έναν χρόνο. Προσπαθούσε να με αποτρέψει από το θέατρο. Μάλιστα, συνομιλούσε -κρυφά από μένα- με τη μητέρα μου, λέγοντας πως μου λείπει ο τρόπος να επιβιώσω στο θέατρο, πως λόγω χαρακτήρα θα απογοητευόμουν. Τώρα που σκέφτομαι τον τότε εαυτό μου, της δίνω δίκιο.

Την παρακολουθούσα πάντα και κάθε φορά μιλούσαμε στο καμαρίνι της. Θυμάμαι πώς λαμποκοπούσε ο τόπος γύρω της στην Ιρμα απ' την Τρελή του Σαγιώ. Θυμάμαι έντονα -έως και το κείμενο- την προτροπή της Σάσας προς τους άλλους να χορέψουν και να διασκεδάσουν στον Ιβάνωφ. Είχε από τη φύση της μια σπάνια συνέπεια και ροή στους ρόλους. Η ισορροπία αυτής της ροής σε υπνώτιζε. Αυτό το χάρισμα ζητούσε από τον σκηνοθέτη μιαν «ασφάλεια» για να ανθήσει.

Πάντα ήθελα να συνεργαστώ μαζί της. Ονειρό μου να παίξω τον Τομ, με εκείνη Αμάντα στον Γυάλινο Κόσμο. Μια διαρκής ελπίδα ενός τεμπέλη νου που δεν εκφράστηκε. Τώρα, μου είναι βάρος που δεν της το 'πα ποτέ.

In Memoriam

Από τον Βασίλη Παπαβασιλείου

Από μιαν άποψη η Βέρα Ζαβιτσιάνου δεν σταδιοδρόμησε στο θέατρό μας. Υπήρξε. Δεν ήταν ασφαλώς η μόνη. Ηταν όμως σίγουρα μία από τις λαμπρότερες εκπροσώπους αυτής της ούτως ή άλλως εξαιρετικής (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς) κατηγορίας ανθρώπων του σανιδιού.

Είναι οι άνθρωποι που ξεκινούν το ταξίδι της σκηνής σαν περιπέτεια ζωής μέσα, κυρίως, από ισχυρές, καθοριστικές συναντήσεις με άλλους ανθρώπους. Κατά τούτο κουβαλούν σε όλη τους τη ζωή αυτό το προπατορικό μειονέκτημα: δυσκολεύονται κατόπιν να συμβιβαστούν (αν συμβιβαστούν ποτέ) με την ιδέα ενός μέλλοντος επικεντρωμένου στην περιούσια ατομικότητά τους, αφενός, και στο σύμπαν (των χειροκροτημάτων, της δόξας και του χρήματος), αφετέρου, με μόνη γέφυρα, υποτίθεται, τη φενάκη των ρόλων. Ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς τους υπήρξε μια ανθρώπινη διαμεσολάβηση που τους σφράγισε διά παντός και ως εκ τούτου τούς είναι αφάνταστα δύσκολο να ανταλλάξουν αυτήν τη θεμελιώδη πείνα για ανθρώπινες συναντήσεις με την ανάγκη ή την υποχρέωση να «κάνουν δουλειές». Είναι σαν να είχαν ζήσει την εμπειρία του Παραδείσου και να καλούνται μετά να βιώσουν την ιδέα (και πολλές φορές, την πραγματικότητα) της Πτώσης.

Κάποιοι δεν το αντέχουν και επιλέγουν τη διακριτική απόσυρση. Κάποιοι άλλοι, ενεργητικότεροι, γίνονται αδιάφοροι απέναντι σ' αυτό που οι πολλοί ονομάζουν «καριέρα» ή «επιτυχία». Με όπλο αυτή τη δημιουργική αδιαφορία, σε συνδυασμό με το απόθεμα καυσίμων που σχημάτισαν στα πρώτα κιόλας βήματά τους, πορεύονται σχεδόν ανώνυμοι, Οδυσσείς με τη μάσκα του Κανενός, θυμίζοντας υποβρύχια που κάποτε μας κάνουν τη χάρη να αναδύονται στην επιφάνεια ακτινοβολώντας μέρος της ενέργειας που είχαν συσσωρεύσει από την αφανή ζωή τους στον βυθό. Επειτα μας αφήνουν μόνους με τα εγνωσμένα θωρηκτά επιφανείας και καταδύονται εκ νέου για να συνεχίσουν το δύσκολο ταξίδι της κάθε μέρας μακριά από τα φώτα και τα μάτια του κόσμου.

Μια τέτοια περίπτωση ανθρώπου, ένας τέτοιος πανίσχυρος πλην διαλείπων φάρος της υποκριτικής τέχνης, υπήρξε η Βέρα Ζαβιτσιάνου. Γι' αυτό θα τη θυμόμαστε πάντα, όχι απλώς με θαυμασμό, αλλά με ευγνωμοσύνη.

Βέρα, η πιο αφοσιωμένη ρέμπελη

Από την Τάνια Σαββοπούλου

Γνώρισα τη Βέρα στη Δραματική Σχολή του «Θεάτρου Τέχνης», δύο χρόνια πριν ανοίξει το «Υπόγειο». Ηταν μια κοπέλα ήσυχη, διακριτική, μ' ένα χαμηλό κελαηδιστό γέλιο. Εδειχνε αυτάρκης. Μιλούσε ελάχιστα. Ακουγε πολύ. Και είχε το χάρισμα να τα λέει όλα παίζοντας. Γεννήθηκε σουμπρέτα. Αυτό το ξέραμε όλοι. Ακόμα κι εκείνη. Μα δεν της έφτανε. Επαιζε εκπληκτικά την Περικόλ από την Αμαξα του Μεριμέ, χωρίς να μεταχειρίζεται τα τερτίπια που τόση πέραση είχαν εκείνη την εποχή. Με μια καινούρια αντίληψη, δική της. Με μιαν έμφυτη χάρη. Οταν άνοιξε επαγγελματικά το «Θέατρο Τέχνης», μετά την επίδειξη της Μικρής μας Πόλης, ο Κουν ανέβασε το Με τα δόντια, μια μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική... αποτυχία, όπου όμως η Βέρα θριάμβευσε ως Σαβίνα. Εκείνη τη χρονιά ανέβηκαν εφτά παραστάσεις. Η Βέρα παίζει διαφορετικούς, μικρούς και μεγάλους, ρόλους με επιτυχία και κατακτά τη μελλοντική της εξέλιξη. Αγάπησε τη σκηνή και η σκηνή τής το ανταπέδωσε. Είχε ένα σπάνιο μέτρο. Ηξερε πώς να ξεπερνά τις δυσκολίες και να φτάνει στον στόχο της. Ηταν η πιο ενδιαφερόμενη αδιάφορη και η πιο αφοσιωμένη ρέμπελη που γνώρισα. Δεν ήταν ανταγωνιστική. Δεν τσακώθηκε ποτέ και δεν διεκδίκησε τίποτα.

Ηταν πάντα φιλική, μαγείρευε έξοχα... Τραγούδησε αξεπέραστα Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες..., με την ευγένεια και τη λεπτότητα που χαρακτήριζαν τους ρόλους της.

Την είδα για τελευταία φορά στις Φάλαινες του Αυγούστου. Δεν πρόσεχα το ρόλο αλλά εκείνην. Την καμάρωνα. Η σκηνή είχε γίνει το σπίτι της, όπως συμβαίνει σε ελάχιστους ουσιαστικούς ηθοποιούς, όταν πια έχουν μεγαλώσει δουλεύοντας ασταμάτητα. Ηταν πολύ κουρασμένη. Με το ζόρι περπατούσε για την έξοδο. «Κουράζομαι πολύ στην παράσταση», είπε. «Τότε, είναι μεγάλη η χαρά σου για να το κάνεις», της είπε κάποιος. Εμεινε σκεφτική και είπε: «Δεν θυμάμαι να έχω πάρει ποτέ χαρά».

Θυμάμαι τη Βέρα

Από την Ντίνα Κώνστα

Μ' αρέσουν τα στοιχειωμένα μέρη. Αγαπάω τα στοιχειωμένα θέατρα. Την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και, κυρίως, το «Υπόγειο» του «Θεάτρου Τέχνης». Οταν πηγαίνω, οι μνήμες αρχίζουν από τη σκάλα. Κατεβαίνω σιωπηλά, ξανακοιτάζω τις φωτογραφίες στο φουαγέ και ζωντανεύουν όλα. Στέκομαι πιο πολύ μπροστά στη Βέρα και θυμάμαι ό,τι έπαιζε, πώς το έπαιζε και την ευγνωμονώ για τη δωρεά που μας πρόσφερε. Οταν πια μπαίνω στην αίθουσα, πριν αρχίσει η παράσταση, απομονώνομαι και αναπολώ. Κι έχω την αίσθηση της παρουσίας της. Τη λάτρευα, όταν την έβλεπα να παίζει· την αγάπησα, όταν τη γνώρισα· και την ευχαριστώ που υπήρξε και παρηγόρησε τη μοναξιά μας. Εκεί κάτω, στον μαγικό κόσμο του «Υπογείου» τού Καρόλου Κουν. Πάντα θα θυμάμαι τη Βέρα.

Ανεξίτηλη

Από τη Μάγια Λυμπεροπούλου

Τη θυμάμαι σε όλους της τους ρόλους σαν να 'ταν σήμερα. Τη βλέπω ακόμα με το βυσσινί βελούδο στη Δωδέκατη νύχτα, με το αχνοκίτρινο φόρεμα στο Καλοκαίρι και καταχνιά, με το μαύρο κομπινεζόν στην Μπέρτα. Και προπάντων την ακούω σαν να 'ταν τώρα... Πώς έλεγε τη λέξη «σωρείτες» και μέσα σε τρεις συλλαβές παλλόταν όλος ο σπαραγμός της Αλμα, πώς έστελνε σε μιαν ανύπαρκτη αγάπη και μας στέλνει ακόμα Χαιρετίσματα από την Μπέρτα... Ανεξίτηλη στη μνήμη μου και σε πολλών άλλων.

Παλιά πράγματα στην πρόβα ...και τα χέρια της

Από τον Κοραή Δαμάτη

Τα χέρια της άγγιζαν τα πράγματα, ιδιαίτερα εκείνα που πρωτόπιανε, λες και τα ήξερε από χρόνια. Την πλάτη μιας κουνιστής πολυθρόνας, το φλιτζάνι του καφέ, έναν κιτρινισμένο φάκελο. Τους μιλούσε με τα χέρια της. Ανοιγε διάλογο με τα άψυχα, τα καλόπιανε. Οταν ο χρόνος δεν ταίριαζε, όταν ο χώρος γέμιζε ασυμφωνίες και λάθη, άφηνε τα χέρια της να ξεκουραστούν. Μα μόλις εμφανίζονταν καινούρια άψυχα, «σαν έτοιμη από καιρό», χωρίς αγωνίες και τέτοια, τα άγγιζε με την άκρη των δαχτύλων της να τα ησυχάσει, να μη φοβούνται. Κι αυτά έπαιρναν θάρρος και πέταγαν κλαριά. Και άνθιζαν. Αποκτούσαν υπόσταση μεγάλη με αυτό το άγγιγμα. Και άρχιζαν να λένε την ιστορία τους στα χέρια της. Ποιοι και πόσοι είχαν φορέσει αυτό το παλιομοδίτικο ζευγάρι γυαλιά πριν από εκείνη. 'Η αυτήν την καρφίτσα στο πέτο. 'Η όλους αυτούς που είχαν παίξει στα κιτρινισμένα πλήκτρα του πιάνου πριν τα παίξει εκείνη. Και γέμιζε ο τόπος πρόσωπα γνωστά, και άγνωστα, που φλυαρούσαν να πει το καθένα τα δικά του. Και η Βέρα τούς έκανε τη χάρη και τα άκουγε προσεκτικά και μετά τα έπαιρνε μαζί της στο μακρινό ταξίδι της ερμηνείας της. Παρέα αχώριστη η ζωή του ρόλου και οι ζωές των άψυχων δανεικών πραγμάτων. Μέχρι να φτάσει στην άλλη όχθη, όλα αυτά τα ξένα και η ιστορία τους ήταν πια δικά της απ' το τόσο άγγιγμα.

Γλιστρώντας στον ρόλο

Από τον Βίκτωρα Αρδίττη

Η συνεννόηση με τη Βέρα ήταν η αποθέωση του έμμεσου λόγου. Και της ευγένειας.

Ηταν ο μυστικός τρόπος της να γλιστράει στον ρόλο.

Καμία ανάλυση του ρόλου, καμία εξήγηση του κειμένου δεν προηγήθηκαν της τριβής με τις λέξεις και τους ήχους στις δοκιμές του Ουρανού κατακόκκινου της Λούλας Αναγνωστάκη, στο Εθνικό, το 1998. Κανένας βαρύγδουπος στόχος, μόνο κάποιοι υπαινιγμοί, κάποιοι συνειρμοί με προσωπικές ιστορίες και ανάλαφρες αναφορές.

Αισθάνομαι ότι η Βέρα μπορεί να δυσκολεύτηκε με τις συνθήκες που όριζε η σκηνοθεσία: σχεδόν όλος ο μονόλογος καθιστή, πάντα προφίλ, σ' έναν υπερυψωμένο διάδρομο, με τους θεατές αριστερά και δεξιά της, και απέναντί της ένας ανελέητος «κινηματογραφικός» προβολέας που έβαλε ο Ανδρέας Μπέλλης. Δεν το είπε ποτέ. Κι όμως, σκέφτομαι τώρα, ίσως αυτή η δυσκολία να ήταν που την οδήγησε σε εκείνη τη μοναδική εστίαση, σε μια συγκέντρωση της ενέργειας και της στόχευσης, όπου ένα άνοιγμα των χεριών ή ένα γύρισμα του κεφαλιού, μια λέξη που έμενε ξέκρεμη, γινόταν αξέχαστο κοσμοϊστορικό γεγονός: όταν στο τέλος του έργου σηκωνόταν από την καρέκλα για να κάνει πέντε βήματα τρεκλίζοντας ανεπαίσθητα, όταν καθιστή οι γάμπες της χόρευαν ένα παλιό γαλλικό βαλσάκι.

Γνώρισα τη Βέρα στην «αίγλη της ηλικίας». Κι αν τα εργαλεία είχαν πλέον χάσει την οξύτητά τους, είχαν κερδίσει σε βαρύτητα συμπυκνωμένης ανθρώπινης εμπειρίας. Η καμπάνα του Αγίου Κωνσταντίνου (ήταν στις 10 το βράδυ, ή στις 11;) σημείωνε πάντα τη λήξη της πρόβας, δίχως να έχουμε συνεννοηθεί. Και η Βέρα έβγαζε από την τσάντα της ένα μικρό φλασκί για να πιει μια γουλιά· όπως ακριβώς στην παράσταση η Σοφία Αποστόλου...

(Οποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να βρει μια βιντεοσκοπημένη καταγραφή της παράστασης στο site του Εθνικού Θέατρου: www.n-t.gr/el/archive.)

Για τη Βέρα Ζαβιτσιάνου

Από τον Νίκο Αρμάο

Η Βέρα Ζαβιτσιάνου υπήρξε μια ιδιαίτερη γυναίκα, θεατρίνα και φίλη. Αν και είχα την τύχη να συνεργαστώ μαζί της αρκετές φορές (Κυρία, στους Γάμους του Β. Ζιώγα, Αφηγητής στο Γαλατόδασος του Ντίλαν Τόμας κ.ά.), αδυνατώ ακόμα και σήμερα να πω ξεκάθαρα ποια ήταν η πραγματική γυναίκα και ποια η ηθοποιός, που οι μεγάλοι ρόλοι που υποδύθηκε τη σημάδεψαν και την προσδιόρισαν σε τέτοιο σημείο, που καθόρισαν συμπεριφορές, κίνηση, χροιά φωνής, συγκίνηση, πάθος για τη ζωή, που μετουσιώνονταν πάνω στο θεατρικό σανίδι σε μαγεία, ακόμα και όταν καλούνταν να ερμηνεύσει θεατρικά τραγούδια.

Ηταν μια προσωπικότητα που σε μαγνήτιζε και σε κατακτούσε. Παρά τους εν γένει χαμηλούς της τόνους, οι εξάρσεις της ήταν μοναδικές, οι σιωπές της σοφές, η ματιά της διεισδυτική, το χιούμορ της πάντα καίριο και συχνά θανατηφόρο.

Την ενδιέφεραν οι υπόγειες διαδρομές στην προσέγγιση του ρόλου. Διασκέδαζε πολύ με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις αναπαρήγαγε με ακρίβεια, ενώ, ταυτοχρόνως, τις σχολίαζε καυστικά.

Εψαχνε να βρει την ουσία των πραγμάτων και είχε έναν μοναδικό τρόπο να μεγεθύνει δυσδιάκριτες λεπτομέρειες της ανθρώπινης συμπεριφοράς πετυχαίνοντας έτσι μεγάλες ερμηνείες.

Εντυπωσιακός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο δίδασκε και προσέγγιζε τη νέα γενιά των ηθοποιών. Νέα κορίτσια και αγόρια ρουφούσαν στην κυριολεξία κάθε της λέξη, κίνηση, νεύμα, σιωπή που απαιτούσε η θεατρική διδασκαλία και συναθροίζονταν γύρω της με το δέος που νιώθει ο νέος αν έχει την τύχει στη ζωή του να συναντήσει τον πραγματικό δάσκαλο.

Στη μνήμη τής φίλης Βέρας

Από τον Γ. Ν. Μανιώτη

Ηταν η απόλυτη ηθοποιός. Παρέδιδε την ύπαρξή της άνευ όρων στον ρόλο που αποφάσιζε να υιοθετήσει. Αφού μελετούσε εξαντλητικά το κείμενο και εύρισκε τη ρυθμολογία του και τους μικροτονισμούς του, τις εγκοπές και τις παύσεις του, το παρέδιδε στην ποίηση της ψυχής της για να φτάσει ώς εμάς, πολύ φυσικά, σαν ψίθυρος παρηγορητικός. Τα πάντα ακριβοζυγιασμένα στις ερμηνείες της, και η σαγήνη των συναισθημάτων, αλλά και οι κοφτερές γωνίες της πιο πικρής αλήθειας και γνώσης. Ηθελε να αισθάνεσαι και να ξέρεις «ακριβώς τι...» όταν βρισκόταν επί σκηνής και ζούσε τα περιπετειώδη ταξίδια της. Δεν συναντιούνται εύκολα τέτοια ευαισθησία και τέτοια σοφή γεωμετρία γνώσης. Οταν ερμήνευε, όλα είχαν σημασία, και η παραμικρότερη κίνηση, αλλά και ο πιο ανεπαίσθητος φθόγγος. Το σώμα της γινόταν μουσικό όργανο και η φωνή της, ο ναός τού ρόλου. Θεία φωνή, γεμάτη χαρμολύπη και σπαραγμό, φωνή της κατανόησης, της συμφιλίωσης, αλλά και της καταγγελίας, πολλές φορές. Τι να πεις; Ενα ακριβό, πολύτιμο πλάσμα, μια θεότητα του θεάτρου. Αξεπέραστο μέτρο της υποκριτικής τέχνης. Και είχε μιαν αγάπη για τον άνθρωπο, τα βάσανά του και τις λύπες της ζωής. Ηξερε πολύ καλά πώς παιζόταν το παιχνίδι γύρω της, ποιος είναι ο μέγας φταίχτης και ποιοι οι τραγικοί κομπάρσοι του.

Χωρίς την παραμικρή επέμβαση και υπόδειξη από μέρους μου, ήρθε στο στούντιο με τη νόστιμη μαντίλα της στο κεφάλι και ηχογράφησε, μια κι έξω, τον Μικρό Επιτάφιο, ένα μικρό θαύμα με τη φωνή της. Χαίρομαι που αιχμαλωτίσαμε αυτήν τη μεγάλη στιγμή στο βινύλιο.

Η Βέρα μου

Από τον Μάνο Σταλάκη

Με τη Βέρα συναντηθήκαμε πρώτη φορά το 1998, στους μονολόγους που κάναμε στο Εθνικό με τον Αρδίττη.

Δεθήκαμε αμέσως. Σαν τα παιδιά. Με ειλικρινή φιλία.

Μαγνητισμένος από αυτό το πλάσμα, κάθε βράδυ, στην πρόβα και στις παραστάσεις, άκουγα, κάθε βράδυ έκπληκτος και μαγεμένος από τις αποχρώσεις αυτής της θεϊκής φωνής, το μέγεθος που έπαιρνε το ήδη σπουδαίο κείμενο, την ανθρωπιά που απέπνεε ο ρόλος, με τις παύσεις, την ανάσα και την παρουσία της. Καμία επιτήδευση, ολοκληρωτική εγκατάλειψη στο κείμενο και ο πλούτος μιας ζωής - ο πλούτος της ζωής, ο ρόλος ραγισμένος, αναδυόταν.

Πηγαίναμε και οι δύο κάνα δίωρο νωρίτερα στο Θέατρο. Καμιά φορά και τρίωρο. Είχαμε διπλανά καμαρίνια. Κι αυτές οι ώρες που περάσαμε οι δυο μας, οι κουβέντες μας, μέσα στο ήσυχο κτήριο της Αγίου Κωνσταντίνου, η προετοιμασία μας για την παράσταση, η θύμηση του ανθρώπου είναι τώρα παρέα πολύτιμη στη μοναξιά μου.

Εφευγα πρώτος για τη σκηνή. Στεκόμουν στην πόρτα της, της έστελνα ένα φιλί, μου έστελνε την ευχή της. Το τυπικό μας. Κάθε βράδυ.

Δέκα χρόνια αργότερα, Αύγουστος 2008, της τηλεφώνησα στις Λιβανάτες απ' την Επίδαυρο, να πάρω συμβουλές και την ευχή της. Η μαγική φωνή ήταν αλλοιωμένη, αγνώριστη. Ενιωσα ένα σφίξιμο. Το νιώθω ακόμη. Που δεν κατάλαβα πως η Βέρα μου βάδιζε ήδη προς το τέλος.

Από τη Μάνια Παπαδημητρίου

Δεν είχα ποτέ σκεφτεί ότι είναι δυνατόν ένας ηθοποιός να παίζει χωρίς να προβάλλει κανένα στοιχείο της προσωπικής του γοητείας, να παίζει τόσο απλά, σαν να μην έχει μάθει ποτέ του τι θα πει να σε κοιτάζουν μάτια ενώ είσαι πάνω στη σκηνή. Πίστευα πως είναι δυνατόν να υπάρξεις στη σκηνή καταθέτοντας ωμή αλήθεια, και αυτό να είναι συγκλονιστικό και ταυτόχρονα τέχνη.

Ομως δεν το είχα δει. Και δεν το έχω ξαναδεί από τότε.

Μόνο μία φορά... ή μάλλον δύο... Τις δύο φορές που είδα το Ο ουρανός κατακόκκινος της Λούλας Αναγνωστάκη, με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου.

Ηχοι που σου έδιναν την εντύπωση ότι στέκονταν μόνοι τους στον χώρο και αποκτούσαν ύλη. Θα έλεγα πως μου γεννιόταν η επιθυμία να ζωγραφίσω τη φωνή της, που θαρρείς πως ξεκολλούσε από το σώμα της κομμάτια απ' τα ρούχα του ρόλου και τα έστελνε να στέκονται μόνα τους στον χώρο, δίνοντας στους θεατές πτυχές της ψυχής, όχι της ηθοποιού, αλλά του ίδιου του προσώπου που έπαιζε, σαν αυτό να είχε ζήσει κάποτε και να το ήξερε μόνον αυτή. Κι όλο αυτό για εκείνη φαινόταν τόσο απλό... Οπως το άναμμα μιας λάμπας.

Βέρα, η Θεατρίνα!

Από τη Μαίρη Λω

Ετσι την αποκαλούσα.

Με τη Βέρα ήμασταν φιλενάδες από τα παιδικά μας χρόνια. Τα σπίτια μας τα χώριζε μια μάντρα. Πηγαίναμε μαζί σχολείο, στο Παλαιό Φάληρο.

Η Βέρα μάς έπαιζε τη Μαντάμ Σουσού, της άρεσε να μας διασκεδάζει. Τραγουδούσαμε όλα τα τραγουδάκια της εποχής και μας συνόδευε στο πιάνο. Η παρέα μας ήταν μεγάλη, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, ο Σπύρος Αυλωνίτης, η Κική Γαβαλά, ο Νίκος Γεωργακόπουλος και άλλοι.

Ο Σπύρος Αυλωνίτης μάς σύστησε στον Νίκυ Γιάκοβλεφ. Μας άκουσε και τότε άρχισε η καλλιτεχνική μας καριέρα σαν «Τρίο Σταρ», δηλαδή η Βέρα, η αδελφή της η Μαρία κι εγώ. Παίξαμε στο Ζάππειο, στον Ραδιοφωνικό Σταθμό. Είχαμε εκπομπές τρεις φορές την εβδομάδα. Κάναμε εκπομπές για την Αεροπορία, το Ναυτικό και τον Στρατό. Ηχογραφήσαμε δίσκους με επιτυχίες τζαζ, μεταγλωττισμένες από τον Πωλ Μενεστρέλ, πάντα με την ορχήστρα του Γιάκοβλεφ, όπως το «Ρούμι και κόκα κόλα», το «Καλαμαζού», «Είσαι πάντα στην καρδιά μου»... Η Βέρα έκανε την πρώτη φωνή, τη δεύτερη εγώ και η Μαρία την τρίτη, με τους καλύτερους μουσικούς της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Μετά, η Βέρα, που είχε ταλέντο στο Θέατρο, πήγε στη σχολή του Κουν, η Μαρία παντρεύτηκε και εγώ συνέχισα με τον Γιάκοβλεφ στο τραγούδι.

Η Βέρα παρέμεινε σε όλη της τη ζωή ένας υπέροχος άνθρωπος, και έδωσε απόλυτα τον εαυτό της στο Θέατρο.

Είχαμε συνεχή επικοινωνία, μιλούσαμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο, μείναμε πάντα καλές φίλες.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο