Έντυπη Έκδοση

Μεγάλες δυνατότητες, αλλά φτωχές επιδόσεις

Η Ελλάδα ύστερα από δύο δεκαετίες κοινοτικών ενισχύσεων εξακολουθεί να έχει την πιο ενεργοβόρα οικονομία στην ευρωζώνη.

Σπαταλάμε το 40% της ενεργειακής μας παραγωγής για τα κτίρια, το οποίο αποτελεί ευρωπαϊκό ρεκόρ και παράλληλα είμαστε εξαρτημένοι από τις εισαγωγές (από το εξωτερικό προέρχεται το 72% της ενεργειακής μας κατανάλωσης, έναντι 54% της Ε.Ε. 27). Ολα αυτά, ενώ οι φυσικοί μας πόροι σε ήλιο, αέρα και νερό προσφέρουν τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Πρόκειται για οξύμωρο σχήμα που αποδεικνύει την έλλειψη στρατηγικού ενεργειακού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού στην οικονομία: η Ελλάδα έχει δυνητικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που αδυνατεί να εκμεταλλευτεί, με συνέπεια τη συνεχή της κατρακύλα στη διεθνή κλίμακα ανταγωνιστικότητας (πίσω από πολλές τριτοκοσμικές χώρες). Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά.

Μονόδρομος

Στην κλιματική συμφωνία (Πρωτόκολλο Κιότο) της Ιαπωνίας είχαν τεθεί εθνικοί στόχοι για τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και για την Ελλάδα ο στόχος ήταν να μην υπερβούμε τα επίπεδα του 1990 περισσότερο από 25%. Ομως, οι εκτιμήσεις της Ε.Ε. για την Ελλάδα είναι πως χωρίς ουσιαστικά μέτρα θα αυξήσει τις εκπομπές της κατά 35,8% μέχρι το 2010, γεγονός που πέραν των άλλων θα οδηγήσει και σε οδυνηρά πρόστιμα. Για την ανατροπή της παραπάνω εικόνας, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελούν ουσιαστικά μονόδρομο, στον οποίο όμως κυριολεκτικά σερνόμαστε.

Ετσι, ενώ στην Ε.Ε. η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ανερχόταν το 2007 σε 15% του συνόλου έναντι στόχου 21% για το 2010, στην Ελλάδα περιοριζόταν μόλις στο 7,6%, όταν ο στόχος της για το 2010 είναι 20,1%. Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. έχει να καλύψει 6 ποσοστιαίες μονάδες μέχρι το στόχο της, ενώ η Ελλάδα οφείλει να διανύσει μία «απόσταση» 12,5 εκατοστιαίων μονάδων, δηλαδή να καλύψει μια διπλάσια απόσταση εξαιτίας των ολιγωριών του παρελθόντος. Οχι τυχαία, λοιπόν, η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις την 14η θέση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ε.Ε. των εικοσιεπτά κρατών.

Ειδικότερα, στον κλάδο της αιολικής ενέργειας η νέα παραγωγική ισχύς που εγκαταστάθηκε το 2008 στην Ελλάδα ήταν 112 MW, όταν στην Πορτογαλία ήταν αντίστοιχα 712 MW, στην Ιρλανδία 210 MW και στην Πολωνία 196 MW. Το χειρότερο, όμως, είναι πως το 2007 η νέα εγκατεστημένη ισχύς ήταν στην Ελλάδα μεγαλύτερη (123 MW) όταν στις άλλες χώρες ήταν μικρότερη του 2008. Με άλλα λόγια, στις άλλες χώρες υπήρξε πρόοδος, ενώ στην Ελλάδα επιβράδυνση της ανάπτυξης της αιολικής ενέργειας. Αν και πρώτη από πλευράς δυνατοτήτων, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 11η θέση στην ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας και τη 12η θέση με όρους συσσωρευμένης παραγωγικής ισχύος.

Καλύτερη ήταν η εξέλιξη στα φωτοβολταϊκά αφού η Ελλάδα πρόσθεσε 9,3 MW το 2008 από 2,5 MW το 2007, καταλαμβάνοντας την 8η θέση. Παρά ταύτα, παρέμεινε πίσω από την Πορτογαλία ή την Τσεχία, οι οποίες πρόσθεσαν 50,3 MW η καθεμία το 2008 (από 14,5 και 3,1 MW που είχαν αυξήσει την ισχύ τους το 2007). Παρατηρούμε, δηλαδή, πως υπήρξαν παρεμφερείς οικονομίες που απογειώθηκαν πέρσι στην ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών. Εύλογα διερωτάται κανείς «γιατί αυτοί και όχι εμείς;» Πολύ περισσότερο που σε επίπεδο αθροιστικής ισχύος στα φωτοβολταϊκά βρισκόμαστε με μόλις 18,5 MW στην 12η θέση της Ε.Ε. των «27» και η ευρωπαϊκή βιομηχανία φωτοβολταϊκών βάζει ψηλά τον πήχη, προσδοκώντας να καλύψει το 12% της ηλεκτροπαραγωγής ώς το 2020. Πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης, από τις οποίες μέχρι τώρα απέχουμε συστηματικά.

Από τις συγκρίσεις αυτές προκύπτει η ανάγκη η Ελλάδα να αλλάξει ταχύτητα και να ενστερνισθεί την πράσινη ανάπτυξη σαν τη βασική οδό εξόδου από την κρίση. Βεβαίως, η μετάβαση στην πράσινη οικονομία δεν είναι υπόθεση μηνών ή 1-2 ετών, αλλά μάλλον 1-2 δεκαετιών. Γι' αυτό πρέπει να τεθούν εξειδικευμένοι στόχοι ανά τομέα και να ελέγχεται τακτικά η προσέγγισή τους. Αποτελεί έργο πανεθνικής εμβέλειας και σημασίας και συνιστά άμεση επιταγή για τη νέα διακυβέρνηση της χώρας, από το αποτέλεσμα της οποίας και θα κριθεί. Εάν η Greenpeace εκτιμά σωστά το άμεσο και έμμεσο όφελος σε νέες θέσεις εργασίας που θα έχει η πράσινη ανάπτυξη (325.000 και 125.000 κατά μέσον όρο σε διάρκεια 10ετίας), τότε μιλάμε για 44.000 νέες θέσεις εργασίας ετησίως. Μπορεί να μην επαρκούν να καλύψουν τις απώλειες από μία σοβαρή ύφεση όπως η τρέχουσα, όμως προσφέρουν μερική διέξοδο επιτρέποντας πιο ομαλή αντιμετώπισή της.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Οικονομία
Με λέξεις-κλειδιά
Περιβάλλον & οικολογία