Έντυπη Έκδοση

Κάμερον Τζέιμι

Χωρίς την τέχνη θα γινόμουν σίριαλ κίλερ

Το μοναχικό παιδί των βαρετών προαστίων του Λος Αντζελες έγινε διάσημο με ταινίες που κατέγραφαν αυτοσχέδιους αγώνες πάλης σε αυλές και το Χάλογουιν. Ποτέ, όμως, δεν πηγαίνει σε γκαλερί και βρίσκει τους καλλιτέχνες δειλούς. Φέρνει στην Αθήνα μόνο σχέδια, παράξενα και ανησυχητικά

«Δεν δοκίμασα ποτέ ναρκωτικά, δεν κάπνισα, δεν έμπλεξα ποτέ. Αποφάσισα να διαχωρίσω τον εαυτό μου από τον υπόλοιπο κόσμο», εξηγεί ο Κάμερον Τζέιμι. «Δεν δοκίμασα ποτέ ναρκωτικά, δεν κάπνισα, δεν έμπλεξα ποτέ. Αποφάσισα να διαχωρίσω τον εαυτό μου από τον υπόλοιπο κόσμο», εξηγεί ο Κάμερον Τζέιμι. «Τα σχέδιά μου είναι ο νωτιαίος μυελός της έμπνευσής μου. Είναι τα πιο σπουδαία έργα μου γιατί είναι τα πιο προσωπικά». Κι όμως. Ο 40χρονος Κάμερον Τζέιμι έγινε γνωστός από τις ταινίες και τις περφόρμανς του. Στο «ΒΒ» (2000) κινηματογράφησε τους αυτοσχέδιους αγώνες πάλης στις αυλές των σπιτιών στο προάστιο Σαν Φερνάντο Βάλεϊ του Λος Αντζελες, όπου μεγάλωσε. Χωρίς καμία διάθεση να εκμεταλλευτεί το θέμα του, το ασπρόμαυρο φιλμ εκθειάστηκε από την κριτική. Στο «Spook House» αποτύπωσε την προετοιμασία του εθίμου του Χάλογουιν από έφηβους στο Ντιτρόιτ, που κατασκευάζουν τα δικά τους «καταραμένα σπίτια». Σε άλλα έργα του ασχολήθηκε και με το γαλλικό «Γκραν Γκινιόλ», σε μια προσπάθεια να εξερευνήσει αν οι τελετουργίες αυτές καθορίζουν τις προσωπικές μυθολογίες μας. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να φέρει στο φως τα αρχέγονα ένστικτα, το συλλογικό ασυνείδητο, αρχαϊκούς μύθους βίας και θηριωδίας, κοινούς σε όλους τους πολιτισμούς.

Την Πέμπτη εγκαινιάζεται η δεύτερη ατομική του έκθεση στην Αθήνα στην γκαλερί «Μπερνιέ/Ηλιάδης», ένα ανέκδοτο σύνολο έργων σε χαρτί. Αρνείται να δείξει τις ταινίες του σε γκαλερί. Μόνο σε κινηματογραφικές αίθουσες ή σε ειδικές εκδηλώσεις, όπου φροντίζει ο ίδιος τις συνθήκες. «Δεν μ' αρέσει που ο κόσμος μπορεί να φύγει όποτε θελήσει» εξηγεί.

Υπό τον ακαταλαβίστικο τίτλο «Barking Tar» (tar είναι η άσφαλτος, bark σημαίνει γαβγίζω) η νέα του δουλειά αποκαλύπτει ένα παράξενο και ανησυχητικό σύμπαν μεταξύ παραστατικής και αφηρημένης τέχνης: κρανία, πρόσωπα, μάτια, παράξενες μορφές μεταξύ ανθρώπου και ζώου, τεμαχισμένες ή διαιρεμένες σε τμήματα, μάσκες και υβριδικά τέρατα.

Σας έχουν αποκαλέσει ανθρωπολόγο, κοινωνικό σταυροφόρο, ακόμη και αρχαιολόγο.

«Κάνω απλώς τη δουλειά μου. Δεν έχω άλλη επιλογή. Δεν εκπαιδεύεσαι για να κάνεις τα έργα που κάνω εγώ. Προέρχονται από μένα τον ίδιο, την κουλτούρα μου. Δεν εμπνέομαι από άλλους καλλιτέχνες. Ο κόσμος της τέχνης σήμερα είναι η επιτομή της βλακείας. Μ' αρέσει η φολκ τέχνη, είναι η καλύτερη, γιατί είναι προσωπική, ένας ξεχωριστός κόσμος που μπορώ να ταυτιστώ μαζί του. Ποτέ δεν πηγαίνω σε γκαλερί, σπανίως σε μουσεία. Δεν με ενδιαφέρει το κιτς ή η ποπ αρτ. Εχουν τελειώσει πια. Αισθάνομαι άρρωστος ακούγοντας καλλιτέχνες. Δεν υπάρχει πια κανείς με θάρρος. Ούτε ψυχή. Κάνουν ό,τι μπορούν για να ευχαριστήσουν τους συλλέκτες. Εγώ θέλω να τους τρομάξω. Οσοι αγοράζουν δουλειά μου, αγαπούν πραγματικά την τέχνη. Τα δικά μου ενδιαφέροντα προέρχονται από παλιά πράγματα. Δεν ξέρω γιατί, έτσι ήμουν από παιδί. Κανένας δεν γινόταν καλλιτέχνης εκεί όπου μεγάλωσα. Οπότε για μένα ήταν δήλωση της ίδιας της υπόστασής μου. Ημουν πολύ μόνος. Κι όλη αυτή η ένταση αποτυπώνεται στα σχέδιά μου. Δεν επιδίωξα να είμαι προβοκάτορας, έτσι μεγάλωσα. Φαντάζομαι ότι χωρίς την τέχνη θα γινόμουν σίριαλ κίλερ».

Η ζωή στο Valley είναι τόσο άγρια;

«Είναι αφάνταστα βαρετή. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δημιούργησα, λοιπόν, τον δικό μου κόσμο. Δεν μεγάλωσα δίπλα σε καλλιεργημένους, σοφιστικέ ανθρώπους. Δεν με πήγαινε κανείς σε μουσεία ούτε υπήρχε κάποιος να με ενθαρρύνει στη ζωγραφική ή στη φωτογραφία. Το έκανα από απλή περιέργεια. Εμαθα, όμως, να μην πιστεύω τίποτα απ' όσα μου έλεγαν. Αμφισβητούσα τα πάντα. Δεν έγινα καλλιτέχνης για τη φήμη ή τα χρήματα. Τα 20 πρώτα χρόνια δεν έδειξα ούτε πούλησα τη δουλειά μου. Συνέχισα όμως να δημιουργώ».

Πώς ζούσατε;

«Αυτό κι αν είναι μυθιστόρημα από μόνο του. Πουλούσα μεταχειρισμένους δίσκους, παπούτσια, ακόμη και ρούχα για μωρά. Αργότερα άρχισα να διδάσκω τέχνη. Μου άρεσε πολύ».

Και τώρα, η ζωή σας στο Παρίσι;

«Πολύ ήσυχη. Δεν βλέπω κόσμο, ζω με την κοπέλα μου και λιγοστούς φίλους. Μετακόμισα εδώ πριν από εννέα χρόνια γιατί δεν υπήρχε έντονη καλλιτεχνική σκηνή. Ηθελα να ξεφύγω. Υπάρχει μια ανθρωπιά εδώ, που δεν τη συναντάς στην Αμερική. Από τότε που μετακόμισα στην Ευρώπη μ' αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι».

Υπάρχει ένα δίπολο πάντα στο έργο σας. Καλό - κακό, ζώο - άνθρωπος...

«Στον δικό μου κόσμο τα πάντα καταλήγουν σε ένα. Γι' αυτό τα σχέδιά μου είναι σαν μάσκες, έχουν πολλά στρώματα. Οσο μεγάλωνα τόσο διαπίστωνα ότι τελικά όλα προέρχονται από τον ίδιο σπόρο. Δεν βρίσκω τη δουλειά μου φρικιαστική ή τρομακτική. Θεωρώ ότι ο κόσμος όταν τη βλέπει νιώθει κάτι βαθύτερο. Αλλά και πάλι εγώ την κάνω για μένα».

Είστε θρησκευόμενος;

«Οχι, αλλά δεν είμαι και ενάντιος. Ας πιστεύει ο κόσμος σε κάτι, αρκεί να μην πληγώνει άλλους. Η μόνη θρησκεία που έχω είναι η δουλειά μου. Η νεότερη γενιά έχει χάσει την αίσθηση της ανθρωπιάς της. Ολες αυτές οι τελετουργίες που κινηματογραφώ αντλούν από το υποσυνείδητο, καταλήγουν στο αιώνιο ερώτημα της ζωής και του θανάτου, του σκοπού της ύπαρξής μας. Μας βοηθούν επομένως στη συνειδητοποίηση του εαυτού μας. Είναι σαν κοινωνικό θέατρο, όπως για παράδειγμα όταν άνθρωποι περπατάνε πάνω στη φωτιά ή ακόμη κι όταν κάνουν σκέιτμπορντ. Σήμερα χάνονται και πρέπει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει πια "ανθρωπολογία" και "εθνογραφία"».

Διάρκεια έως 13 Νοεμβρίου. *

Ποιητικό ντοκιμαντέρ για σεξ με πολυθρόνες

Δουλεύετε κάτι καινούργιο;

«Μόλις τελείωσα την πρώτη μου χορευτική ταινία, ένα ντοκιμαντέρ για μαύρους άντρες στην Αλαμπάμα που κάνουν σεξ με καρέκλες. Ερευνούσα τους καβγάδες των συμμοριών στο YouTube, γιατί με ενδιαφέρει το πώς οι ίδιοι κινηματογραφούν τις συγκρούσεις τους, ώσπου ένα λινκ με οδήγησε εκεί... Φοράνε τα ρούχα τους και κάνουν έρωτα με πολυθρόνες στο σαλόνι τους. Φαντάζονται ότι η καρέκλα είναι γυναίκα. Είναι πολύ σοβαρό, δεν κάνουν πλάκα».

Επέτρεψαν να τους κινηματογραφήσετε;

«Ναι. Μου πήρε δύο χρόνια και αμέτρητα e-mails. Είναι μια καλά κρυμμένη κοινότητα αντρών μεταξύ 17 και 19 ετών. Οταν τελικά τους συνάντησα ξαφνιάστηκαν που τους έπαιρνα τόσο σοβαρά και δέχτηκαν. Είναι σαν να χορεύουν αφρικανικούς χορούς. Είναι πολύ όμορφο, ποιητικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιδρούν άσχημα, βρίζουν. Χάνουν τελείως το νόημα. Με τις ταινίες μου θέλω να το ξαναβρώ. Θα έχει 10 λεπτά διάρκεια αλλά σας υπόσχομαι ότι θα είναι 10 από τα πιο έντονα λεπτά της ζωής σας. Θα κάνει πρεμιέρα στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Ρότερνταμ».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Εικαστικά