Έντυπη Έκδοση

Μπουζούκια στο Ηρώδειο; Ε, όχι!

Πώς ματαιώθηκε η πρώτη τού «Αξιον Εστί» το 1964

Στις 19 Οκτωβρίου 1964 -πριν από 45 χρόνια- παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο «Ρεξ» το «Αξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη.

Δεν ήταν να πρωτοπαρουσιαστεί εκεί. Επρόκειτο να παιχτεί το καλοκαίρι που είχε προηγηθεί στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Αλλά με το που ανακοινώθηκε, άρχισαν τα όργανα. Οχι της ορχήστρας που θα το έπαιζε, αλλά των πολέμιων του Θεοδωράκη και των -τάχα- υπερασπιστών του ρωμαϊκού μνημείου. Αιχμή, (τι αιχμή, σκάνδαλο, ιεροσυλία!), η εμφάνιση στη σκηνή του χώρου αυτού μπουζουκιών, μ' έναν από τους πλέον αντιπροσωπευτικούς εκφραστές του λαϊκού τραγουδιού (και των ξενυχτάδικων), τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Κι από κοντά η διεύθυνση του έργου από το «κόκκινο πανί» Μίκης Θεοδωράκης, που στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου είχε εκλεγεί βουλευτής με το κόμμα της ΕΔΑ.

Ανάξιος ο συνθέτης!

Οπότε η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου, με πρωθυπουργό τον (και «γέρο της Δημοκρατίας») Γεώργιο Παπανδρέου, και υπουργό Προεδρίας τον Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε δώσει την άδεια (εκεί υπαγόταν ο ΕΟΤ), υποχρεώθηκε να κάνει πίσω, προς μεγίστη ικανοποίηση των αντιτιθέμενων. Οι οποίοι δεν ενοχλήθηκαν όταν το ίδιο καλοκαίρι παραχωρήθηκε το Ηρώδειο στον Φρανκ Σινάτρα, ενώ επί χούντας (το καλοκαίρι του 1973) είχε φιλοξενηθεί και ο διαγωνισμός για τη «Μις Υφήλιος».

Ιδού τώρα πώς ο Μίκης Θεοδωράκης περιγράφει την πρώτη τού «Αξιον Εστί» στον α' τόμο του βιβλίου του «Μελοποιημένη ποίηση» (εκδ. Υψιλον):

«Η αγωνία και η συγκίνηση μεγάλη. Ο Ελύτης στα παρασκήνια πήγαινε πάνω-κάτω. Ο Γρηγόρης {Μπιθικώτσης} και ο Δημήτριεφ {ο Ψάλτης του έργου} σφιγμένοι. Ο Κατράκης {ο Αναγνώστης του κειμένου} υπερσυγκινημένος, δεν απόφυγε το στόμφο. Η χορωδία τρακαρισμένη. Τέλος χαιρετίσαμε όλοι κάποιες φορές στη σκηνή. Συμφωνήσαμε πάντως πως η υποδοχή δεν ήταν τόσο θερμή όσο περιμέναμε. Να όμως που κυκλοφορεί σε δίσκο και αμέσως γίνεται ανάρπαστος».

Μεταξύ των αποδεκτών του δίσκου ήταν και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος έστειλε στον συνθέτη το ακόλουθο σημείωμα: «Αξιον το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ σου, αλλά ανάξιο να ανήκεις στην παράταξη εκείνη που αρνείται την Ελευθερίαν, την οποίαν υμνείς».

Χέρι επιτήδειο

Αρχικά, πάντως, ο δίσκος δεν είχε ενθουσιάσει τους επαΐοντες ακροατές του. Γράφει ο Θεοδωράκης στο ίδιο κείμενο: «Οσοι το άκουσαν, είπαν ότι ο κόσμος θα γελάσει με το αποτέλεσμα. Πιο πολύ απ' όλους, όπως ήταν φυσικό, είχε επηρεαστεί ο Ελύτης, του οποίου η εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στο έργο κλονίστηκε». Η κατοπινή, όμως, διαδρομή του έργου ανέτρεψε τους ενδοιασμούς του ποιητή. Γράφει σ' ένα μεταγενέστερο κείμενό του (με ημερομηνία 11/11/95, σε αφιέρωμα του περιοδικού «Ελίτροχος» -χειμώνας 1996- στα εβδομηντάχρονα του Μίκη Θεοδωράκη):

«Στις δέκα φουρτούνες μια μόνο υπάρχει περίπτωση να σε σώσει από πιθανό ναυάγιο. Χρειάζεται χέρι επιτήδειο που να ξέρει να βουτήξει μες στην καταιγίδα για να τραβήξει έξω το ευπαθές πουλί. Είναι πάνω σε μια τέτοια στιγμή ακριβώς, που άπλωσε το χέρι του από το Παρίσι ο Μίκης Θεοδωράκης για ν' ανασύρει το νεογέννητο Αξιον Εστί και να του δώσει μια δική του μουσική έκφραση. Η ευαισθησία δεν αγοράζεται. 'Η την έχεις ή όχι, αλλ' ακόμη και όταν κοιμάται μέσα μας, η μουσική δεν την ξυπνά, απλώς της αλλάζει όνειρα. Είναι σαν του Ελληνισμού τη συνέχεια που διαρκεί κι αντέχει όσο μια βελανιδιά».

Το «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1959 και τον επόμενο χρόνο έλαβε το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ο Μίκης Θεοδωράκης την ίδια περίοδο ζούσε στο Παρίσι. Γράφει στο εσώφυλλο της πρώτης κυκλοφορίας του έργου σε δίσκο:

«Ηταν νομίζω άνοιξη του '61 που έλαβα το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Τη ΓΕΝΕΣΗ και τα ΠΑΘΗ. Θέλω μ' αυτό να δείξω πόσο ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων».

Το «Αξιον Εστί» έκτοτε, ως γνωστόν, δοξάστηκε σε αλλεπάλληλες συναυλίες -εδώ (μεταπολιτευτικά και στο Ηρώδειο) και στο εξωτερικό, γυρίστηκε σε δίσκο με άλλους εκτελεστές, δικούς μας και ξένους, καταξιώθηκε ως ένα από τα κορυφαία έργα-σταθμούς στη σύγχρονη ελληνική μουσική.*

Ετσι & Αλλιώς

Περί απαγορεύσεων σήμερα ο λόγος, επ' ευκαιρία του διπλανού θέματος κι εν αναμονή κάποιων σχολιάσιμων πολιτιστικών δρωμένων.

Δεν είναι, θέλω να θυμίσω, μόνον οι αυταρχικές και οι ευθυνόφοβες εξουσίες που επιβάλλουν απαγορεύσεις στην τέχνη. Ενίοτε απαγορεύουν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες. Τον περασμένο μήνα (5 Σεπτεμβρίου) αναφέρθηκα παραδίπλα στην απαγόρευση του Μάνου Χατζιδάκι στην Αγνή Μπάλτσα να πει τραγούδια του. Κάτι που, εντέλει, δεν πραγματοποιήθηκε, κυρίως επειδή ήδη το είχε επιτρέψει η γερμανική εταιρεία Deutsche Grammofon, στην οποία ο συνθέτης είχε εκχωρήσει τα δικαιώματά του.

***

Η πιο τρανταχτή, ωστόσο, απαγόρευση προέκυψε τον Απρίλιο του 1984, όταν οι περισσότεροι συνθέτες (ανάμεσά τους Θεοδωράκης και Χατζιδάκις) και στιχουργοί αποχώρησαν από την Ενωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών (ΕΜΣΕ) και έκαναν την Ενωση Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού (ΕΔΕΤ). Ηταν μια κόντρα με την Ενωση Τραγουδιστών Ελλάδας (ΕΤΕ) για το υπό ψήφιση νομοσχέδιο για τα «Συγγενικά Δικαιώματα», το δικαίωμα δηλαδή των εκτελεστών (τραγουδιστών, μουσικών, ηθοποιών κ.λπ.) να εισπράττουν ποσοστά για τα έργα στα οποία συμμετείχαν, όταν παίζονταν σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, το οποίο, κατά την ΕΔΕΤ, τους έδινε και το δικαίωμα να απαγορεύουν. Αποκορύφωμα της διένεξης ήταν η απαγόρευση στους Χαρούλα Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα και Δήμητρα Γαλάνη (που ήταν στην ηγεσία της ΕΤΕ) να λένε τραγούδια τους. Τελικά κάποια στιγμή δημιουργοί κι εκτελεστές τα βρήκαν, το νομοσχέδιο έγινε νόμος, διαλύθηκε και η ΕΔΕΤ.

Αλλά υπήρξε και μια αναπάντεχη απαγόρευση, τον Σεπτέμβριο του 1988, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης θα παρουσίαζε το «Αξιον Εστί» στο Ηρώδειο, με σολίστ τον Γιώργο Νταλάρα. Ο ποιητής του έργου το απαγορεύει, επειδή δεν του είχε ζητηθεί η άδεια. Ο Θεοδωράκης δηλώνει ότι δεν πτοείται από απαγορεύσεις, αλλά το πράγμα διευθετείται έπειτα από έκκληση της Μελίνας (υπουργού Πολιτισμού τότε), μπροστά στην οποία ο Ελύτης υποχωρεί: «Στη Μελίνα δεν μπορώ να αρνηθώ τίποτα».

ΣΗΜ. Πάντως, ώς το 1974, αυτό που συντηρούσε -και ώς ένα βαθμό έφτιαξε- πνευματικά τους κοινούς θνητούς της γενιάς μου, ήταν οι απαγορεύσεις.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Διαχρονικά