Έντυπη Έκδοση

Παιδιά-στρατιώτες σε καθεστώς αποστρατείας

Τριακόσιες χιλιάδες αγόρια και κορίτσια εκτιμάται ότι εμπλέκονται σε τριάντα περίπου συγκρούσεις στον κόσμο(1). Παρ' όλο που στην Ασία το προνόμιο της στρατολόγησης ανηλίκων ανήκει στο Τατμαντάβ, το στρατό της Μιανμάρ, στην Αφρική τακτικοί στρατοί και αντάρτικα σώματα τους στρατολογούν συστηματικά.

Νεαροί επίστρατοι συμμετέχουν στις συγκρούσεις στο Τσαντ, στην Κεντρική Αφρική, στην Ουγκάντα και, κυρίως, στο Σουδάν (τόσο στο Νότιο Σουδάν όσο και στο Νταρφούρ).

Από το 2001, το γραφείο του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ δημοσιεύει κάθε χρόνο μια έκθεση για τα παιδιά που συμμετέχουν σε ένοπλες συγκρούσεις, η οποία περιλαμβάνει δύο παραρτήματα, που χαρακτηρίζονται «κατάλογοι της ντροπής» και περιλαμβάνουν τις ένοπλες οργανώσεις που στρατολογούν ανηλίκους(2).

Η καταγγελία αυτή επιτρέπει τον εντοπισμό των εγκληματιών, καθώς το Καταστατικό της Ρώμης, που διέπει τη λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), θεωρεί τη στρατολόγηση παιδιών κάτω των δεκαπέντε ετών έγκλημα πολέμου. Εντούτοις η φετινή έκθεση δείχνει ότι δεκαεννέα στρατοί (τακτικοί και αντάρτικοι), επί συνόλου πενήντα έξι, καταγράφονται τρίτη συνεχόμενη χρονιά.

Ο ΟΗΕ ήταν διστακτικός στην αρχή σε αυτό το θέμα, ακόμα και σε ό,τι αφορά στον ορισμό του παιδιού στρατιώτη. Το Τμήμα Ειρηνευτικών Επιχειρήσεων του οργανισμού, που συντονίζει οκτώ ειρηνευτικές δυνάμεις στην Αφρική(3), θεωρούσε στην αρχή τα παιδιά αυτά μαχητές.

Αλλοι οργανισμοί, ωστόσο, μεταξύ των οποίων το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για την παιδική ηλικία (UNICEF), κατόρθωσαν να επιβάλουν μια ευρύτερη ερμηνεία, επισημαίνοντας ότι πρέπει να συμπεριληφθούν τα νεαρά κορίτσια που χρησιμοποιούνται ως «σεξουαλικές σκλάβες».

«Αν ασχοληθούμε μονάχα με τα παιδιά που φέρουν όπλα, τότε χάνουμε την ουσία», επισημαίνει ο Εμερί Μπρισέ, διευθυντής του Channel Research, ευρωπαϊκού γραφείου μελετών. Για το λόγο αυτό στην υπηρεσιακή γλώσσα δεν υπάρχει ο όρος «παιδί στρατιώτης», αλλά «παιδί εμπλεκόμενο σε ένοπλες ομάδες».

Μετά το τέλος μιας σύρραξης, η αποστρατεία, ο αφοπλισμός και η κοινωνική επανένταξη δεν είναι ποτέ απλές υποθέσεις. Τα παιδιά δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στην οικογένειά τους, πολύ περισσότερο που, αρκετά από αυτά, επέλεξαν οικειοθελώς να γίνουν στρατιώτες, θεωρώντας πως κι αυτό ένα επάγγελμα είναι.

Στα μάτια τους η στρατιωτική ζωή έχει και τις θετικές πλευρές της. Για τον κάτοχο ενός καλάσνικοφ είναι ευκολότερο να κλέβει κατσίκες από το να τις εκτρέφει.

Επίσης, παρεμβαίνουν και ψυχολογικοί παράγοντες. «Οπως πολλοί έφηβοι, τα παιδιά στρατιώτες ονειρεύονται να γίνουν παντοδύναμοι, με τη διαφορά ότι αυτά υλοποιούν το όνειρό τους», επισημαίνει ένας υπάλληλος του ΟΗΕ που υπηρετεί στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. «Νομίζουν πως είναι θεοί, πανίσχυροι κι αθάνατοι. Γι' αυτό και γίνονται καλοί στρατιώτες. Γιατί δεν φοβούνται το θάνατο».

Ελπίζοντας στην κοινωνική τους επανένταξη η UNICEF και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (PNUD) τους προτείνουν εκπαιδευτικά προγράμματα διάρκειας έξι μηνών συνήθως. Τα προγράμματα αυτά προκαλούν αντιδράσεις, καθώς τα θύματα των παιδιών στρατιωτών τα εκλαμβάνουν μερικές φορές ως ανταμοιβή για τα εγκλήματά τους. Είναι τουλάχιστον χρήσιμα;

Προτιμούν τις πόλεις

Κατά κανόνα, στα προγράμματα τα αγόρια προσανατολίζονται στην εκμάθηση της ξυλουργικής και των τεχνικών καλλιέργειας της γης και τα κορίτσια στη... μοδιστρική. Αντίθετα απ' ό,τι θα πίστευε κανείς η γεωργία δεν είναι η πλέον δημοφιλής επαγγελματική ενασχόληση για τους πρώην μαχητές, αφού αρχικά πολλοί ήθελαν να ξεφύγουν από την αγροτική ζωή.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πρόγραμμα που έδωσε καλά αποτελέσματα, στη Μπούνια, στα ανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, εκπαίδευε τους εφήβους στο επάγγελμα του οδηγού μοτο-ταξί, το οποίο συνδέεται με τη ζωή στα αστικά κέντρα.

Ο ΟΗΕ προτιμά, πλέον, πιο μακροχρόνιες και πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις, από τις οποίες θα μπορούσε να επωφεληθεί ολόκληρη η οικογένεια του παιδιού στρατιώτη. Ωστόσο, τα κράτη-χρηματοδότες διστάζουν να χρηματοδοτήσουν προγράμματα διάρκειας δύο ετών, σύμφωνα με την ειδική εκπρόσωπο του γενικού γραμματέα του Οργανισμού Ραντίκα Κουμαρασβάμι. «Η απομόνωση του παιδιού δεν λύνει το αρχικό πρόβλημα», επισημαίνει. «Πρέπει να πεισθούν η οικογένειά του και το χωριό του να το αποδεχθούν. Και είναι η οικογένεια που χρειάζεται ψυχοκοινωνική στήριξη, διότι αυτή θα κληθεί να διαχειριστεί ένα παιδί που ενδεχομένως θα είναι επιθετικό».

Οι οικογένειες φοβούνται ότι τα παιδιά τους είναι μπλεγμένα σε βρόμικες ιστορίες και δεν τα υποδέχονται πάντα με ανοιχτές αγκάλες. Ιδίως σε μια χώρα όπως η Ουγκάντα, όπου η στρατολόγηση βασίζεται στις απαγωγές: Ο Στρατός της Αντίστασης του Κυρίου (Lord's Resistance Army-LRA) απήγαγε χιλιάδες παιδιών από τη δεκαετία του '80. Πολύ συχνά τα υποχρέωνε να ακρωτηριάζουν τους συγγενείς τους κι αυτό ήταν ένας τρόπος για να εξασφαλίσει ότι οι στρατολογημένοι θα το σκεφτούν καλά πριν λιποτακτήσουν.

Για να ενθαρρύνει τους χωρικούς να αποδεχθούν τους μικρούς στρατιώτες τους, μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση στο Γκούλου, στα βόρεια της Ουγκάντα, οργανώνει «τελετές κάθαρσης». Πιστοί στην παράδοση των Ακολί, που είναι η πλειοψηφούσα εθνότητα στην περιοχή του Γκούλου, οι ενήλικοι ζητούν από τα παιδιά να βαδίσουν πάνω σε αβγά, που τοποθετούνται στην είσοδο του χωριού. Οι δράσεις αυτού του τύπου απαιτούν «καλές γνώσεις ανθρωπολογίας», υπογραμμίζει ο Μπισέ. Κάτι που μπορούν να προσφέρουν οι τοπικές ΜΚΟ, όταν εισακούονται.

Πράγμα, ωστόσο, που δεν συμβαίνει συχνά, δεδομένου ότι οι οργανώσεις του ΟΗΕ δυσκολεύονται να ανοίξουν διάλογο μαζί τους. «Για να είναι αποτελεσματικός ο ΟΗΕ, ένας βαρύς οργανισμός με μεγάλους προϋπολογισμούς, είναι καταδικασμένος να βρίσκει πεδίο συνεννόησης με όλους τους μικρούς τοπικούς εταίρους του», διαπιστώνει η ειδικός σε θέματα Ουγκάντα Σαντρίν Περό, ερευνήτρια στο Κέντρο Διεθνών Μελετών, της Σχολής Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι.

Ωστόσο, η προσπάθεια αξίζει τον κόπο, γιατί οι αποτυχημένοι της επανένταξης κοστίζουν ακριβά. Ανάλογα με την εξέλιξη των συγκρούσεων, τα παιδιά αυτά πηγαινοέρχονται μεταξύ της ζωής του στρατιώτη και του πολίτη, μετατρεπόμενα σε «έφεδρους», για τακτικούς στρατούς και αντάρτικες οργανώσεις.

Ο πόλεμος προάγει τα παιδιά αυτά σε ενήλικους και, όπως είναι φυσικό, δεν θέλουν να απεμπολήσουν αυτό το προνόμιο. Εξοργίζονται μόλις μαθαίνουν πως δεν θα εισπράξουν την ίδια αποζημίωση αποστρατείας με τους ενήλικους. Και είναι ικανά να προβούν σε ακρότητες για να εκφράσουν την οργή τους. Οι «τρόφιμοι» ενός κέντρου υποδοχής στην Γκόμα, στα ανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, έκλεισαν το δρόμο και φυλάκισαν το νοσοκόμο τους.

Η προσφυγή στις υπηρεσίες παιδιών στρατιωτών δεν πρόκειται να εξαλειφθεί στο προσεχές μέλλον, πολύ περισσότερο που καλούνται να χρησιμοποιήσουν ολοένα και πιο εύχρηστα όπλα. Η διεθνής δικαιοσύνη δεν φαίνεται να τρομάζει τους στρατολόγους. Θα πίστευε κανείς ότι η δίκη του Τόμας Λουμπάνγκα, ενός ηγέτη ανταρτών, στον οποίο απαγγέλθηκαν κατηγορίες, επειδή είχε στρατολογήσει παιδιά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, θα λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Ολοι όμως διαπίστωσαν ότι το 2005, στην Κινσάσα, τέσσερις πρώην αντάρτες προήχθησαν σε στρατηγούς, μολονότι είχαν δολοφονήσει, βασανίσει, βιάσει, ακρωτηριάσει και είχαν στρατολογήσει παιδιά, σύμφωνα με την διεθνή οργάνωση Human Rights Watch.

Παρ' όλο που έχει περάσει η εποχή που τα εμπλεκόμενα μέρη αρνούνταν τη στρατολόγηση παιδιών (στη Μοζαμβίκη και στην Αγκόλα), υπάρχουν πολλά πράγματα ακόμα για να γίνουν(4).

Ακόμα δεν είναι γνωστό πόσοι νέοι πρώην μαχητές επωφελούνται προγραμμάτων κοινωνικής επανένταξης μετά την παράδοση των όπλων τους. «Προς το παρόν μαθαίνουμε τι πρέπει να κάνουμε», εκτιμά ο Μπισέ. «Ακόμα δεν είμαστε καν σε θέση να προσδιορίσουμε την επιτυχία ενός προγράμματος επανένταξης».

Απ' ό,τι φαίνεται, αυτό δεν συνιστά προτεραιότητα των χρηματοδοτών. Σαν να μη θέλουν αποτελέσματα, αλλά απλώς να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους.

(1) Ο αριθμός αυτός, που μολονότι αμφισβητούμενος γίνεται αποδεκτός από πολλές υπηρεσίες του ΟΗΕ, προέρχεται από μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΟΙΤ). «Enfance blessee: l'utilisation des enfants dans les conflits armes en Afrique Centrale», Γενεύη, 2004. Βλ. Rachel Brett και Irma Specht, «Young Soldiers: Why they choose to fight» Lynne Rienner, Μπόουλντερ (Κολοράντο), 2004.

(2) «Les enfants et les conflits armes», έκθεση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Νέα Υόρκη, Α/63/785-S/2009/158

(3) Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και στο Τσαντ (MINURCAT), Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών και της Αφρικανικής Ενωσης στο Νταρφούρ (MINUAD), Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στο Σουδάν (MINUS), Επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών στην Ακτή Ελεφαντοστού (ONUCI), Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στη Λιβερία (MINUL), Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (MONUC), Αποστολή των Ηνωμένων Εθνών για την Οργάνωση Δημοψηφίσματος στη Δυτική Σαχάρα (MINURSO), Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών στο Μουρούντι (BINUB).

(4) Peter Singer, «Children at War», University of California Press, Μπέρκλεϊ, 2006, σ. 185.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας του «Perdu en Afrique» (Stanke, Montreal, 2009).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Le Monde diplomatique
Στρατιωτικοί εξοπλισμοί
Διεθνείς Οργανισμοί
Παιδί