Έντυπη Έκδοση

18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗΣ

Ενημερωθείτε και φροντίστε τον εαυτό σας έγκαιρα

Η εμμηνόπαυση χαρακτηρίζει την τελευταία έμμηνο ρύση της γυναίκας και έχει μέση ηλικία εμφάνισης τα 51,4 χρόνια. Οφείλεται στην εξάντληση των ωοθυλακίων της ωοθήκης, σηματοδοτεί το τέλος της αναπαραγωγικής ικανότητας της γυναίκας και χαρακτηρίζεται από την έλλειψη των οιστρογόνων.

Η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης στη σημερινή εποχή έχει αποτέλεσμα να περνάει η γυναίκα τουλάχιστον το ένα τρίτο της ζωής της στην εμμηνόπαυση. Για τον λόγο αυτό η πρόληψη των νοσημάτων που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση έχει μεγάλη σημασία.

Συμπτώματα της εμμηνόπαυσης

Τα αγγειοκινητικά συμπτώματα, οι λεγόμενες «εξάψεις», αποτελούν το κύριο σύμπτωμα της εμμηνόπαυσης. Χαρακτηρίζονται από ξαφνικό αίσθημα θερμότητας κυρίως στο πρόσωπο και με επέκταση στο στήθος, εφίδρωση και ταχυκαρδία. Οι γυναίκες που κάνουν χρήση αλκοόλ και καφέ, καθώς και εκείνες που είναι ψυχοσυναισθηματικά ασταθείς βιώνουν πιο έντονα τις εξάψεις.

Η έξαψη εμφανίζεται στο 65-85% των λευκών εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι 1 στις 2 γυναίκες εξακολουθεί να εμφανίζει έξαψη ακόμη και πέντε χρόνια μετά την εμμηνόπαυση, ενώ 1 στις 10 ακόμη και δέκα χρόνια μετά.

Προκάρδιοι παλμοί, ταχυκαρδία και καρδιακή αρρυθμία μπορεί να παρουσιάζονται και ανεξάρτητα από την έξαψη, περίπου στο 40% των εμμηνοπαυσιακών γυναικών.

Η έλλειψη των οιστρογόνων έχει δυσμενή επίδραση όχι μόνο στην έλευση, αλλά και στην ποιότητα και τη διάρκεια του ύπνου. Οι διαταραχές του ύπνου αφορούν περίπου το 75% των γυναικών, επηρεάζουν την ποιότητα ζωής και πιο συγκεκριμένα την ικανότητα της γυναίκας να αντεπεξέρχεται στις καθημερινές της υποχρεώσεις.

Στο πλαίσιο του κλιμακτηρικού συνδρόμου η γυναίκα μπορεί να εμφανίσει διαταραχές της διάθεσης, κυρίως προς την κατεύθυνση της κατάθλιψης. Τα συμπτώματα αυτά επηρεάζουν όχι μόνο την ίδια τη γυναίκα, αλλά και το οικείο περιβάλλον της.

Η μετεμμηνοπαυσιακή ορμονική ανεπάρκεια, αλλά και η πάροδος της ηλικίας μπορεί να προκαλέσουν μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας και σεξουαλική δυσλειτουργία, η οποία επιδεινώνεται και από τη συνύπαρξη ατροφίας του κόλπου.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι αν η εμμηνόπαυση επέλθει μετά τη χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών, το κλιμακτηρικό σύνδρομο εμφανίζεται απότομα και έχει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ατροφίες

Μετά την εμμηνόπαυση παρουσιάζεται ατροφία, η οποία αφορά κυρίως το μυϊκό σύστημα, το ουρογεννητικό και το δέρμα.

Η ατροφία των μυών συνδέεται με την πάροδο της ηλικίας και την έλλειψη σωματικής άσκησης, αλλά και με την ελάττωση των οιστρογόνων. Η ατροφία των μυών που ελέγχουν τη βάδιση-στάση αυξάνει τον κίνδυνο κατάγματος στις οστεοπενικές / οστεοπορωτικές εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Υστερα από τα δύο πρώτα χρόνια μετά την εμμηνόπαυση η 1 στις 2 γυναίκες θα εμφανίσει ατροφία της αιδοιοκολπικής χώρας. Η έλλειψη των οιστρογόνων προκαλεί ατροφία του κόλπου, μειώνει την αντίσταση σε λοιμώξεις και εκθέτει τη γυναίκα σε υποτροπιάζουσες κολπίτιδες. Επιπλέον, η συνυπάρχουσα ξηρότητα κάνει επώδυνη τη σεξουαλική επαφή και μειώνει την επιθυμία για επαφή. Περαιτέρω, η έλλειψη των οιστρογόνων αυξάνει την προδιάθεση για εμφάνιση λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος. Η εμμηνοπαυσιακή γυναίκα παρουσιάζει συχνά ουρηθροκολπίτιδα, συχνουρία, πόνο κατά την ούρηση, καθώς επίσης και ακράτεια. Για την αντιμετώπιση της κολπίτιδας και ουρηθροκυστίτιδας η χορήγηση απλά και μόνο αντιμικροβιακής θεραπείας δεν επαρκεί. Η χορήγηση τοπικά ορμονικής θεραπείας είναι απαραίτητη προκειμένου να αρθεί η ατροφία και να αυξηθεί η αντίσταση προς τις λοιμώξεις.

Το δέρμα του προσώπου είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στην έλλειψη των οιστρογόνων. Η ορμονική γήρανση του δέρματος χαρακτηρίζεται από απώλεια της ελαστικότητας - πυκνότητας και εμφάνιση ρυτίδωσης, από μείωση των υδροφιλικών στοιχείων και εμφάνιση ξηρότητας και από απώλεια του κολλαγόνου με αποτέλεσμα την ατροφία. Η εμμηνοπαυσιακή γυναίκα, η οποία έχει ένδειξη χορήγησης ορμονικής θεραπείας, απολαμβάνει παράλληλα την ευεργετική επίδραση των οιστρογόνων στην επιδερμίδα της. Σε γυναίκες που δεν έχουν ένδειξη για χορήγηση ορμονικής θεραπείας η τοπική εφαρμογή σκευασμάτων αντιγήρανσης που περιέχουν οιστρογόνα ή και φυτοοιστρογόνα είναι αποτελεσματική και ασφαλής για μακροχρόνια θεραπεία, διότι η απορρόφησή τους στη συστηματική κυκλοφορία (αίμα) είναι αμελητέα.

Καρδιαγγειακή νόσος

Ο όρος καρδιαγγειακή νόσος (ΚΑ.Ν.) αναφέρεται στη στεφανιαία νόσο και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Τα οιστρογόνα επηρεάζουν τους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς που συνδέονται με την ΚΑ.Ν. Ο κίνδυνος της ΚΑ.Ν. αυξάνει απόλυτα και σημαντικά μετά την εμμηνόπαυση, είτε αυτή εμφανίζεται φυσιολογικά στην ηλικία των 51 χρόνων, είτε πρόωρα σε νεαρές γυναίκες. Το γεγονός ότι η συχνότητα ΚΑ.Ν. αυξάνεται σε γυναίκες νεαρής ηλικίας που υποβλήθηκαν σε αφαίρεση των ωοθηκών αποτελεί σοβαρή ένδειξη της εξάρτησης του καρδιαγγειακού συστήματος από τα επίπεδα των οιστρογόνων. Αλλωστε, ήδη κατά την αναπαραγωγική περίοδο της ζωής της γυναίκας τα επίπεδα των οιστρογόνων και τα λιπίδια του αίματός της διαμορφώνουν τον κίνδυνο και καθορίζουν και την εξέλιξη της ΚΑ.Ν. για την εμμηνοπαυσιακή γυναίκα. Η μελέτη Framingham έδειξε τη σχέση της εμμηνόπαυσης προς τη νόσο: οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν 2-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο σε σύγκριση με τις προεμμηνοπαυσιακές της ίδιας ηλικίας, με αποτέλεσμα η στεφανιαία νόσος και το εγκεφαλικό επεισόδιο να αποτελούν την κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας μετά την εμμηνόπαυση.

Τα οιστρογόνα προστατεύουν την καρδιά και γενικότερα τα αγγεία μέσω ευνοϊκής δράσης σε παράγοντες κινδύνου της ΚΑ.Ν. Η έλλειψη των οιστρογόνων έχει δυσμενή επίδραση στον μεταβολισμό των λιπιδίων-λιποπρωτεϊνών: αύξηση της ολικής χοληστερόλης και της «κακής» LDL χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και της λιποπρωτεΐνης (α) και μικρή μείωση της «καλής» και ευεργετικής HDL χοληστερόλης. Η δυσλιπιδαιμία αυτή ευθύνεται σε ποσοστό 25-30% για την αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Τα οιστρογόνα έχουν επίσης κύριο ρόλο στη διατήρηση της φυσιολογικής λειτουργίας του ενδοθηλίου και του τοιχώματος των αγγείων και η έλλειψή τους μετά την εμμηνόπαυση επηρεάζει κυρίως (note 70%) τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα επίπεδα των οιστρογόνων επηρεάζουν και έμμεσα την ΚΑ.Ν. μέσω δράσης στους παράγοντες που συνθέτουν το μεταβολικό σύνδρομο. Η έλλειψη των οιστρογόνων προδιαθέτει σε μικρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης, σε εμφάνιση διαβήτη, σε αύξηση του βάρους σώματος και κυρίως στη μετακίνηση του λίπους από την περιφέρεια στο κέντρο (σπλαχνική παχυσαρκία).

Οι παράγοντες αυτοί έχουν βλαπτική επίδραση στο τοίχωμα των αγγείων και προφανώς στη γένεση και εξέλιξη της αθηρωματικής νόσου. Το γεγονός ότι οι παράγοντες αυτοί αλληλοεπηρεάζονται κάνει ακόμη πιο σημαντικό τον ρόλο των οιστρογόνων στην εμφάνιση της ΚΑ.Ν.. Για την εμμηνοπαυσιακή γυναίκα η μελέτη DECODE έδειξε ότι η υπέρταση και ιδιαίτερα ο συνδυασμός υπέρτασης-διαβήτη έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για την εμφάνιση της ΚΑ.Ν. απ' ό,τι στον άνδρα.

Οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι μια μεταβολική νόσος των οστών, η οποία χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα συνοδευόμενη από διαταραχή της ποιότητας του οστού και οδηγεί σε αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και επομένως σε αύξηση του κινδύνου κατάγματος. Η εμφάνιση και η βαρύτητα της οστεοπόρωσης εξαρτώνται όχι μόνο από τον ρυθμό απώλειας της οστικής μάζας, αλλά και από τα επίπεδα της μέγιστης οστικής πυκνότητας που έφτασε η γυναίκα κατά τη νεαρή της ηλικία.

Τα οιστρογόνα έχουν πρωτεύοντα ρόλο στον οστικό μεταβολισμό, η δε ελάττωσή τους μετά την εμμηνόπαυση συνδέεται άμεσα με αυξημένο ρυθμό απώλειας της οστικής μάζας και διαταραχή της ποιότητας του οστού. Ενδειξη, επίσης, της άμεσης σχέσης που υπάρχει μεταξύ των επιπέδων των οιστρογόνων και της οστικής μάζας είναι η αυξημένη απώλεια που παρουσιάζεται σε γυναίκες νεαρής ηλικίας με δυσλειτουργία των ωοθηκών και μειωμένη σύνθεση οιστρογόνων, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, όπως έδειξε η μελέτη Women's Health Initiative (WHI), η χορήγηση ορμονικής θεραπείας αναστέλλει την απώλεια και μειώνει στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο του κατάγματος.

Υστερα από τα πέντε πρώτα χρόνια μετά την εμμηνόπαυση η οστική απώλεια κυμαίνεται μεταξύ 1-5%/χρόνο και ακολούθως σταθεροποιείται περίπου στο 0,5%/χρόνο. Μία στις 3 γυναίκες εμφανίζει μετά την εμμηνόπαυση κάταγμα, ενώ μέχρι την ηλικία των 80 χρόνων 2 στις 3 γυναίκες εμφανίζουν συμπιεστικό σπονδυλικό κάταγμα. Η απότομη αύξηση των καταγμάτων μετά την εμμηνόπαυση αφορά αρχικά τον καρπό και τη σπονδυλική στήλη και αργότερα το ισχίο. Το κάταγμα αυξάνει τη νοσηρότητα και θνησιμότητα της μετεμμηνοπαυσιακής γυναίκας, οπωσδήποτε δε επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα της ζωής της.

Οσον αφορά την αντιμετώπιση της οστεοπενίας - οστεοπόρωσης, η πρόληψη έχει μεγάλη σημασία διότι το οστεοπορωτικό οστούν ποτέ δεν αποκαθίσταται πλήρως. Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να είναι έγκαιρη, ιδιαίτερα σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου. Τα θεραπευτικά σχήματα περιλαμβάνουν αντιοστεοκλαστικά και οστεοπαραγωγά φάρμακα, αλλά ανεξάρτητα του θεραπευτικού σχήματος που θα επιλεγεί είναι απαραίτητη η συγχορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D.

Πληροφόρηση

Για όλα τα συμπτώματα και τα νοσήματα της εμμηνόπαυσης υπάρχουν δυνατότητες αποτελεσματικής πρόληψης και θεραπείας, αρκεί η γυναίκα να ενδιαφερθεί έγκαιρα.

Η αξιολόγηση μπορεί να γίνει είτε σε εξειδικευμένα κέντρα εμμηνόπαυσης είτε στον προσωπικό γυναικολόγο ή ενδοκρινολόγο, ο οποίος, εάν χρειάζεται, θα παραπέμψει τη γυναίκα περαιτέρω. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές εξετάσεις που πρέπει να γίνονται κατά την έναρξη των κλιμακτηρικών διαταραχών:

* κυτταρολογική εξέταση κολπικού και τραχηλικού επιχρίσματος κατά Παπανικολάου (ΡΑΡ test - η εξέταση πρέπει να ξεκινάει από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής της γυναίκας και να γίνεται μία φορά τον χρόνο).

* Γυναικολογική εξέταση και υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων.

* Ψηφιακή μαστογραφία και κλινική εξέταση των μαστών (η εξέταση πρέπει να ξεκινάει από την ηλικία των 40 ετών).

* Εργαστηριακές εξετάσεις.

* Γενική αίματος και ούρων.

* Σάκχαρο, ουρία, κρεατινίνη, χολερυθρίνη, ουρικό οξύ.

* Ηπατικές δοκιμασίες.

* Ελεγχος λειτουργίας θυρεοειδούς.

* Ελεγχος λιπιδαιμικού προφίλ, CRP, ομοκυστεΐνης.

* Ελεγχος οστεοπόρωσης.

* Μέτρηση οστικής πυκνότητας οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και ισχίου (απορροφησιομετρία με ακτίνες Χ διπλής ενέργειας).

Σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου:

α) ποιοτική υπολογιστική τομογραφία (προσδιορίζει ακριβέστερα την οστική πυκνότητα).

β) προσδιορισμός δεικτών οστικού μεταβολισμού.

Στο Τμήμα Κλιμακτηρίου - Εμμηνόπαυσης της Β' Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, κάθε ενδιαφερόμενη γυναίκα μπορεί να ενημερωθεί για τα συμπτώματα και τις παθήσεις που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση και να υποβληθεί σε κλινικο-εργαστηριακό έλεγχο για την εκτίμηση του ατομικού της κινδύνου για τα νοσήματα αυτά. Στο Τμήμα δημιουργείται ηλεκτρονικός φάκελος με το ιστορικό κάθε γυναίκας, ο οποίος ενημερώνεται σε κάθε επίσκεψη. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια μακροχρόνια συντονισμένη παρακολούθηση, κατά τη διάρκεια της οποίας υπάρχει προληπτική ή θεραπευτική παρέμβαση για όποιο πρόβλημα προκύψει.

Οι ενδιαφερόμενες μπορούν να κλείσουν ραντεβού στο τηλέφωνο 210-7286284, καθημερινά 9.00-13.00.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Υγεία