Έντυπη Έκδοση

Η σταρ και η επαναστάτρια

Τζέιν Φόντα

Η ζωή μου

μτφρ.: Μάρα Μοίρα

εκδόσεις Ωκεανίδα, σ. 907, 28 ευρώ

Η κινηματογραφική βιομηχανία των παλιών χολιγουντιανών προτύπων απεικόνισε για καιρό τη μετριότητα μιας μαζικής κουλτούρας, θύματα της οποίας υπήρξαν πολλοί «σταρ» που στην πορεία αναλώθηκαν από το ίδιο το σύστημα και την αδηφαγία της φήμης. Ωστόσο μερικοί από εκείνους τους ηθοποιούς επέλεξαν να διαφοροποιηθούν από το σύστημα (ή να το χρησιμοποιήσουν σοφά) για να κινηθούν προς μια εσωτερική αυτονομία και να ζήσουν στον καλλιτεχνικό χώρο με πάθος και έμπνευση, υπερασπίζοντας τις αληθινές αξίες της τέχνης. (Πρόχειρα μου έρχονται στο μυαλό ο Μάρλον Μπράντο και ο Τζον Κασσαβέτης.)

Μια ιδιαίτερη περίπτωση στον κόσμο των σταρ ήταν και η Τζέιν Φόντα: όχι μόνο δεν εγκλωβίστηκε στο στερεότυπο της καριέρας, αλλά κατόρθωσε να διανύσει έναν παράλληλο δρόμο προσωπικής ανάπτυξης, έχοντας ως σταθερό αίτημα την πολιτική και κοινωνική παρέμβαση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο στην παρούσα αυτοβιογραφία, μαζί με την ιδιωτική ζωή της ηθοποιού, ξετυλίγεται η αμερικανική πραγματικότητα μέσα από όψεις και κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της, φέρνοντας ώς εμάς πολλά από τα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας του '60 και του '70.

Αλλά τι επιδιώκει ένας αυτοβιογραφούμενος; Θέλει να ερμηνεύσει; Να επαναπροσδιορίσει; Να συνθέσει όσα τμήματα ουσίας βρίσκονται έξω από τη συνείδησή του; Να ελεήσει τα λάθη του; Να απολαύει τη δημιουργικότητα της ίδιας της αφήγησης; Να προετοιμαστεί για τον θάνατο; Η αυτοβιογραφία της Τζέιν Φόντα μοιάζει να διανοίγεται σε όλα τα παραπάνω. Το να είσαι ηθοποιός στην Αμερική, μια χώρα που επί μακρόν έχει τραφεί από τον μύθο της ευδαιμονίας και της επιτυχίας, δεν είναι εύκολο πράγμα. Η Φόντα, είχε την ατυχία να μεγαλώσει στην κουφόβραση ενός οικογενειακού δράματος, γι' αυτό και η έννοια του τραγικού καθόρισε τον ψυχισμό και τις συμπεριφορές της από πολύ νωρίς: αυτοαμφισβήτηση, τρόμος για τη ζωή, τους ανθρώπους, την επικοινωνία, τη συναισθηματική εγγύτητα, την επικείμενη απόρριψη. Το ταλέντο και η φήμη λειτούργησαν για εκείνη ως αντίβαρο του τραγικού, ώστε να το μετατονίσουν προς άλλη κατεύθυνση, κατασκευάζοντας μια προσωρινή ανακουφιστική πραγματικότητα. Βεβαίως, όταν ένα πάσχον πρόσωπο κατορθώνει μέσα από τον ίδιο του τον πόνο να δημιουργήσει την ύφανση μιας δεύτερης ζωής, το σώμα της καλλιτεχνικής του υπόστασης αξίζει τον σεβασμό μας. Ο μετασχηματισμός αυτός άλλωστε είναι η κατεξοχήν περιπέτεια του αληθινού καλλιτέχνη.

Η Φόντα μπορεί να ξεκίνησε ως κόρη του διάσημου μπαμπά Χένρι, με εύπεπτες εμπορικές ταινίες, όμως δεν επαναπαύτηκε, η υποκριτική της ακολούθησε μια διαρκή ανοδική πορεία. Φοίτησε στο Actors Studio κοντά στον Λι Στράσμπεργκ, που εφάρμοζε τη λεγόμενη Μέθοδο, ένα κράμα τεχνικών του Κονσταντίν Στανισλάβσκι (σκηνοθέτη στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας). Από εκεί πέρασαν σπουδαίοι καλλιτέχνες, που δημιούργησαν «σχολή» φέρνοντας κάτι νέο στην ηθοποιία, έναν ανήσυχο ρεαλισμό με έμφαση στην εσωτερικότητα, κάτι που απείχε από το συνηθισμένο μελοδραματικό θεατρικό ύφος στο οποίο είχε συνηθίσει το κοινό: «Δεν παρίσταναν· βίωναν».

Στο μεταξύ η ερωτική ζωή της Φόντα διέγραφε κι αυτή μια πορεία αλλαγών. Το να παντρεύεσαι τον Ροζέ Βαντίμ (γάλλο σκηνοθέτη, αντισυμβατικό, πλην αδιάφορο, πολιτικά και συναισθηματικά, άνθρωπο) και αμέσως μετά τον Αμερικανό Τομ Χέιντεν (πρόσωπο με σταθερές ηθικές αξίες και σοβαρή πολιτική δράση) δεν αποτελεί ανακολουθία, αλλά εξελικτική διαδικασία αναζήτησης και προσαρμογής σε νέα στάδια πρόσληψης του κόσμου και του εαυτού σου.

Ωστόσο, αν και η Φόντα δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα με τη συναισθηματική εγγύτητα, υπήρξε μια πληθωρική προσωπικότητα, που κατάφερε να δράσει σε πολλά επίπεδα: ηθοποιός, επαναστάτρια, φεμινίστρια, ακτιβίστρια, πολιτικό πρόσωπο, σύζυγος, μητέρα, παραγωγός ταινιών. Κέρδισε δύο Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου για τις ταινίες «Εξαφάνιση» και «Γυρισμός» και ήταν παραγωγός στη «Χρυσή Λίμνη», την ταινία που χάρισε από ένα Οσκαρ στον Χένρι Φόντα και την Κάθριν Χέμπορν πρώτου ανδρικού ρόλου και πρώτου γυναικείου, αντίστοιχα. Κι αν αληθεύει η φράση του Χένρι Μίλερ ότι η τέχνη δεν διδάσκει τίποτε άλλο από τη σημασία της ζωής, η Φόντα μέσα από τον επαγγελματικό της προσανατολισμό διδάχτηκε, και με το παραπάνω.

Καθώς η ίδια ανήκε στην ιδιαίτερη εκείνη πάστα των ανθρώπων που πιστεύουν στην αναγκαιότητα της συλλογικής εξέλιξης, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι για να υπάρξουν βαθιές και ουσιαστικές αλλαγές, χρειάζεται ομαδική δουλειά και ο συντονισμός πολλών ανθρώπων. Ετσι η ανάλαφρη Μπαρμπαρέλα του Βαντίμ μεταμορφώθηκε σε δυναμική επαναστάτρια, αναπτύσσοντας μια βαθιά πολιτική σκέψη που επεδίωκε την κατάργηση κάθε κατεστημένου. Προσχωρώντας στο αμερικανικό κίνημα εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, δεν φοβήθηκε ούτε τα σκοτεινά γρανάζια του συστήματος ούτε τον Εντγκαρ Χούβερ και τις απειλές της CIA. Το ταξίδι της στο Ανόι, στη διάρκεια της αμερικανοβιετναμέζικης σύρραξης, το οποίο έκανε για να αποδείξει τους άδικους βομβαρδισμούς των Αμερικανών στον εκεί άμαχο πληθυσμό, απασχόλησε τον παγκόσμιο Τύπο και η ίδια παραλίγο να κατηγορηθεί για προδοσία από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Μία πλευρά των συντηρητικών Αμερικανών δεν τη συγχώρεσε ποτέ γι' αυτή της την κίνηση.

Και παράλληλα με την πολιτική της δράση και το κίνημα Ειρήνης, η ψυχανάλυση, ο αγώνας να σώσει τις σχέσεις της, τα σχέδια για ταινίες, οι συνεργασίες με σημαντικούς ηθοποιούς. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι η τελευταία περίοδος της ζωής της, αυτή της τρίτης ηλικίας, είναι η πιο ενδιαφέρουσα απ' όλες, διότι η Φόντα, συμφιλιωμένη πλέον με τις συναισθηματικές ματαιώσεις και τα φαντάσματα του παρελθόντος, μοιάζει να έχει αξιοποιήσει όλες τις εμπειρίες της, συναισθηματικές, καλλιτεχνικές, πολιτικές, για να συμπυκνώσει τα πάντα σε μια ευχαριστία προς την ίδια την ύπαρξη.

Η παρούσα αυτοβιογραφία, συχνά πικρή και οδυνηρή, χωρίς καμία τάση ωραιοποίησης ή απόκρυψης της σκοτεινής ανθρώπινης πλευράς, κατά έναν τρόπο σκιαγραφεί την περσόνα μιας γυναίκας που αγωνίζεται να αυτοπροσδιοριστεί και να εμβαθύνει σε αξίες, ώστε να επιλέξει ανάμεσα στη σύμβαση και στην αληθινή ζωή, στην υποκρισία της ευτυχίας και στην αληθινή έκφραση της πληρότητας, στο δίλημμα να αρέσει στον άντρα ή στον εαυτό της. Στον οίκο των Πατεράδων (των πατριαρχών), υποστηρίζει η Φόντα αποκαλύπτοντας τις φεμινιστικές της αποσκευές, η γυναίκα αναγκάζεται να βλέπει την εικόνα της μέσα από τα μάτια των αντρών και ταυτίζεται τόσο πολύ με αυτό το βλέμμα που θεωρεί ότι είναι και δικό της. Ετσι συχνά ξεχνάει την αληθινή φύση του φύλου της, που δεν είναι ο διαχωρισμός του μυαλού από το σώμα (ό,τι δηλαδή απαντάται στην αντρική πραγματικότητα), αλλά η ένωση αυτών των δύο, η έκφραση της καρδιάς.

Μια «σταρ» που πέρασε πάνω από το δίχτυ της ματαιοδοξίας και της επιφανειακής αίγλης, που δεν «μάσησε» το δόλωμα του εφησυχασμού, δεν μπορεί παρά να λάμπει στα μάτια μας, όχι μόνο για την υποκριτική της. (Ποιος δεν θυμάται την Τζέιν Φόντα σε ταινίες όπως η «Εξαφάνιση» ή το θαυμάσιο «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», για τις πλούσιες ερμηνευτικές αποχρώσεις και την υπερχειλίζουσα γοητεία της;). Ομως αυτό που την έκανε μοναδική ήταν το ταλέντο της για την ίδια τη ζωή, η σταθερή θέληση να «δημιουργήσει» την ολοκληρωμένη της ταυτότητα, έναν εαυτό θεραπευμένο και ελεύθερο. Τελειώνω με μία φράση από το βιβλίο της (επίσης από τις φεμινιστικές της αποσκευές), δώρο προς κάθε γυναίκα που υπολείπεται σε δύναμη, αποφασιστικότητα και αυτοσεβασμό: Μέσα στη γυάλα της ενδοτικότητας το μόνο που ανθεί είναι η οργή.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου