Έντυπη Έκδοση

Οι ιάπωνες καμικάζι

Ο πρόδρομος των «μαρτύρων του Ισλάμ»

Μ.G. Sheftall

Καμικάζι Το επίφοβο όπλο της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας, 1944-1945

«Ιωλκός», 2008

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, ο Μ. Τζ. Σέφταλ, είναι συνεργάτης καθηγητής στη Σχολή Πληροφορικής του Πανεπιστημίου της Σιζουόκα στην Ιαπωνία, όπου διδάσκει Πολιτισμική Συγκριτική ΗΠΑ-Ιαπωνίας καθώς επίσης και Δημιουργική γραφή.

Είναι ακόμη μεταφραστής και δημοσιογράφος, ειδικευμένος σε θέματα Αεροπορίας και Στρατιωτικής Ιστορίας. Στις μέρες μας ζει στην πόλη Χαμαμάτσου της Ιαπωνίας.

Ο επιμελητής της έκδοσης δεν μας διευκρινίζει αν είναι Αμερικανός ή Καναδός ή Αυστραλός, πάντως θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε Αγγλοσάξονας που εντρυφεί σε στρατιωτικά, πολεμικά θέματα και τον προσελκύει η μελέτη και διείσδυση στο ιαπωνικό μιλιταριστικό πνεύμα, παρόμοιο μ' εκείνο των ναζιστών του Χίτλερ και των φασιστών του Μουσολίνι, που οδήγησε στη συντριβή της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, αντίστοιχα, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τους καμικάζι επανέφεραν στην επικαιρότητα οι επιθέσεις αυτοκτονίας των «πιστών του Ισλάμ», που συντάραξαν τη Νέα Υόρκη και συνεχίζουν να συνταράσσουν το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή την Παλαιστίνη και το Ισραήλ.

Αντίθετα απ' ό,τι ίσως πιστεύεται, οι καμικάζι δεν ήταν μια διαρκής ιαπωνική παράδοση, όπως δεν ήταν και οι «μάρτυρες του Ισλάμ». Το φαινόμενο αυτό υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτων καταστάσεων και κυρίως του επερχόμενου κινδύνου κατάρρευσης και άμεσης κατάληψης της Ιαπωνίας από τους Αμερικανούς.

Οπως αναφέρει ο Σέφταλ, «το πνεύμα αυτοθυσίας» απέπνεε μια αίσθηση ένδοξου θανάτου που ταίριαζε στη νοοτροπία μεσήλικων αξιωματικών καριέρας που συναθροίζονταν γύρω από τραπέζια συνεδριάσεων και έπαιζαν με τις ζωές των στρατιωτών τους. Δεν υπήρχε ιστορικό προηγούμενο στην Ιαπωνία για οργανωμένες τακτικές «αυτοκτονίας», ωστόσο η ιδέα των καμικάζι έμοιαζε με κάτι που πιθανώς θα έκαναν οι πολεμιστές του παρελθόντος και μπορούσε να παρουσιαστεί με ανάλογο τρόπο. «Θα έπρεπε να επινοηθούν» από την κρατική εξουσία κάποιες πειστικές παραδόσεις, με νεφελώδεις απαρχές και με ιδιαίτερο τονισμό του συνήθους ιαπωνικού πολεμικού πνεύματος. Αν η ιδέα παρουσιαζόταν σωστά, το κοινό ίσως να τη δεχόταν (σ. 68).

Με το πέρασμα του χρόνου η Ιαπωνία κινδύνευε με συντριβή και ο ναύαρχος Τακιτζίρο Ονισι θεώρησε τη λύση των καμικάζι την έσχατη λύση για να προκληθούν σοβαρές καταστροφές στα αεροπλανοφόρα και τα αμερικανικά πολεμικά πλοία γενικότερα.

Το ειδικό αυτό σώμα, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας, σχηματίστηκε τελικά και ο ναύαρχος Ονισι μίλησε προς τη 201 Σμηναρχία των καμικάζι με τα παρακάτω λόγια, μεταξύ άλλων: «Η Ιαπωνία βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Κάποιος πρέπει να τη σώσει, δεν θα το κάνουν όμως οι ναύαρχοι και οι στρατηγοί ή οι πολιτικοί, και πάντως όχι οι ανώτατοι αξιωματικοί όπως εγώ. Θα το κάνουν εξαίρετοι, δυνατοί, νέοι άνδρες, όπως εσείς. Εμένα, που στέκομαι ταπεινά μπροστά σας, να με βλέπετε ως την ενσάρκωση και των 100 εκατομμυρίων συμπατριωτών σας που ζητούν τη βοήθειά σας... Εχοντας αναλάβει αυτό το ιερό καθήκον, έχετε όλοι σας καταστεί νέοι θεοί, που δεν θα έχετε πλέον επίγειες επιθυμίες, εκτός από την απόλυτα φυσική επιθυμία να ξέρετε αν πετύχατε ή όχι στην εκτέλεση της αποστολής σας. Καθώς όλοι σας θα περάσετε στον μακρύ, όμορφο ύπνο, λυπάμαι, -αλλά δεν θα μπορείτε να το γνωρίζετε με βεβαιότητα και οπωσδήποτε δεν θα μπορούμε εμείς, οι ζωντανοί, να σας το πούμε» (σελ. 102).

Διαβάζοντας στις σελίδες του βιβλίου περιγραφές αεροπορικών επιθέσεων των πιλότων-καμικάζι που προσδένονταν στο αεροπλάνο τους και έπεφταν πάνω σε αμερικανικά πολεμικά πλοία στις μάχες στον Ειρηνικό ωκεανό, ήρθε συνειρμικά στη μνήμη μας η τραγωδία των πύργων της Νέας Υόρκης την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, τότε που επιβατικά αεροπλάνα λειτούργησαν σαν πύραυλοι που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των Νεοϋρκέζων.

Πρόκειται για ένα παράξενο βιβλίο που κινείται σε διαφορετικά επίπεδα. Από τη μια πλευρά προσφέρει ιστορικά στοιχεία, από την άλλη προσεγγίζει τη λογοτεχνία προσπαθώντας ν' αναπαραστήσει κάποιες χρονικές στιγμές της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιαπωνία, πολεμικά, κοινωνικά ή ανθρώπινα στιγμιότυπα.

Παράλληλα ο συγγραφέας δίνει κάποιες εικόνες της σύγχρονης Ιαπωνίας περιγράφοντας τις συναντήσεις του από το 2002 και μετά με ανθρώπους των οποίων η μαρτυρία είχε αξία για τη συγγραφή του βιβλίου του.

Επειδή οι πιλότοι-καμικάζι που επιτέθηκαν σε πολεμικά πλοία, πέθαναν ακαριαία, δεν ήταν φυσικά δυνατόν να περιγράψουν και να καταθέσουν τη μοναδική εμπειρία τους.

Ο συγγραφέας εντόπισε πιλότους-καμικάζι που δεν χρησιμοποιήθηκαν την τελευταία στιγμή, κι έτσι παρέμειναν ζωντανοί, είτε στενά συγγενικά πρόσωπα καμικάζι που βρίσκονται εν ζωή.

Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τους επιζώντες μάρτυρες μιας εποχής άλλοι θέλουν να ξεχάσουν αυτό το στρατοκρατικό παρελθόν των μάταιων θυσιών, που δεν απέτρεψαν τελικά τη συντριβή της Ιαπωνίας, άλλοι, γέροντες βετεράνοι του πολέμου, νοσταλγούν το παρελθόν, χωρίς όμως να εισακούονται από τη νεολαία, γεγονός που τους απογοητεύει.

Ο πρώην πιλότος της Αεροπορίας του ιαπωνικού Ναυτικού Χιντέο Σουζούκι έγραψε ένα ποίημα γεμάτο νόημα που προτάσσεται του βιβλίου:

«Μια μητέρα, τουλάχιστον όταν εμφανιζόταν δημοσίως, ήταν υποχρεωμένη να δείχνει ευτυχισμένη και ευγνώμων προς τον Αυτοκράτορα και τη χώρα της, που χάρισαν στον γιο της έναν τόσο ωραίο θάνατο».

Το αντιπολεμικό ιαπωνικό πνεύμα εκφράστηκε καταπληκτικά και στον κινηματογράφο, αν θυμηθούμε και την περίφημη ταινία του Ακίρο Κουροσάβα «Τα όνειρα».

Μια σύζυγος ενός καμικάζι, η κυρία Σιγκέκο, θυμόταν τη μέρα που έμαθε ότι η Ιαπωνία ηττήθηκε. Τα πόδια της λύγισαν «καθώς αφομοίωνε τον αντίκτυπο και τη βαρύτητα της πληροφορίας». Η προπαγάνδα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, που αποδείχτηκε σκληρός στη συμπεριφορά του προς τις χώρες που κατέλαβε, είχαν δημιουργήσει την πεποίθησή στους πολίτες της χώρας ότι η Ιαπωνία δεν μπορεί να χάσει. Και εκείνη τη μαύρη μέρα η Σιγκέκο σκέφτηκε: «Γιατί δεν είχε φυσήξει ο θεϊκός άνεμος; Πώς μπορεί να νίκησαν οι Αμερικανοί τη στιγμή που οι πιλότοι αυτοκτονίας είχαν κάνει τόσο μεγαλειώδεις θυσίες;». Ανάμεσα τους ήταν και ο άνδρας της. Αλλά με τον καιρό κατάλαβε ότι δεν ήταν τα πράγματα έτσι όπως τα είχαν περιγράψει οι ιάπωνες ιθύνοντες. Και η Σιγκέκο κατέληξε λέγοντας ότι «η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περνάς δυστυχισμένος» (σ.σ. 446-451). Αντιθέτως ο πρώην πιλότος Ιβάο Φουκαγκάουα πιστεύει ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί η θυσία των συναδέλφων του.

Ο συγγραφέας φαίνεται να συμμερίζεται τις απόψεις του Φουκαγκάουα γράφοντας ότι «οι θυσίες της πολεμικής γενιάς της Ιαπωνίας θα αποδειχτούν ολότελα μάταιες μόνον αν οι Γιαπωνέζοι -και ο υπόλοιπος κόσμος- επιλέξουν να τις ξεχάσουν» (σ. 571).

Βέβαια εξαρτάται και πώς θα τη θυμούνται αυτή τη θυσία: σαν μια ηρωική πατριωτική πράξη ή σαν μια ανώφελη θυσία που στόχευε στη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής στρατοκρατικής ιαπωνικής εξουσίας;

Το βιβλίο του Σέφταλ, που πλαισιώνεται από μια πλούσια εικονογράφηση, επιχειρεί να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση ενός λαού στο χτες και στο σήμερα. Και όσο παράξενο κι αν φαίνεται, οι Ιάπωνες μοιάζουν τόσο μακρινοί, αλλά και τόσο κοντινοί, άμα τους πλησιάσεις, με τους άλλους ανθρώπους.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Βιβλίο
Με λέξεις-κλειδιά
Κριτική βιβλίου