Έντυπη Έκδοση

Ανέχεια, ανεργία, μετανάστευση

Κρίση στη Λετονία, αλλά με ψυχραιμία του Βορρά

Μαύρα μπαλόνια για την παιδεία

Απ' όποιο δρόμο και να φτάσει κανείς, το τοπίο δεν αλλάζει: οικογενειακοί κήποι(1) περιστοιχισμένοι από πολύχρωμες παράγκες παρεμβάλλονται ανάμεσα στους φυτεμένους αγρούς και τα χέρσα χωράφια. Πιο κάτω ξεπροβάλλουν οι πρώτες βιομηχανικές φιγούρες: Τεράστια εργαστήρια, καμινάδες και υψικάμινοι ανακατεύονται με σιδηροδρομικές γραμμές που φεύγουν προς όλα τα σημεία του ορίζοντα.

Αυτό που από μακριά έμοιαζε βιομηχανική ζώνη, από κοντά δεν είναι παρά μια σειρά κατασκευών όπου βασιλεύουν η εγκατάλειψη και η σκουριά. Το ρημαγμένο βιομηχανικό τοπίο, τόσο σύνηθες στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, μαρτυρεί το επίπεδο δραστηριότητας της πόλης κατά τη σοβιετική περίοδο.

Προς το τέλος της διαδρομής, εμφανίζονται και οι πρώτες κατοικίες, οι φαρδιές λεωφόροι και τα τεράστια σταυροδρόμια που πριν από δεκαετίες γέμιζαν κατά τις μεγάλες σοσιαλιστικές παρελάσεις...

Η Ρέζεκνε, μικρή πόλη της ανατολικής Λετονίας σε απόσταση 250 χλμ. από τη Ρίγα και 60 από τα ρωσικά σύνορα, αριθμεί περίπου 36.000 κατοίκους. Ακόμα και σήμερα, η σοβιετική επιρροή είναι έντονη. Πρόκειται για ένα πραγματικό πάτσγουορκ: φτωχά, ταπεινά σπίτια από λευκά τούβλα, με λαμαρινένιες στέγες, παλιά παραδοσιακά ξύλινα κτίρια από την εποχή της πρώτης Ανεξαρτησίας (1918-1939) και μασίφ κτίρια της σταλινικής περιόδου.

Σε αυτά προστίθενται και τα... απαραίτητα «κρούτσοφκα»(2), που τα συναντάμε απ' άκρη σ' άκρη στην επικρατεία της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, περιτριγυρισμένα από τετραώροφα ή πενταώροφα κτίρια της δεκαετίας του 1980, τα οποία όμως είναι ήδη ετοιμόρροπα λες και φτιάχτηκαν από υλικά κατεδαφίσεως. Τέλος, βλέπουμε μερικά άχρωμα κτίρια -κυρίως εμπορικά- νεόδμητα και φτιαγμένα άρπα κόλλα.

Η πόλη είναι χτισμένη πάνω σε εφτά λόφους και τη διαρρέει ένα ποταμάκι. Σ' έναν από τους λόφους αυτούς υπάρχουν τα συντρίμμια του αρχαίου κάστρου που έχτισαν οι τεύτονες ιππότες του Λιβονικού Τάγματος, οι οποίοι τον 12ο αιώνα υπέταξαν τους λαούς της Βαλτικής.

Μπροστά στα αρχαία ερείπια, λοιπόν, η Ινγκα Μπαλόντις, μια νεαρή δασκάλα, ξεσπάει σε γέλια απαντώντας στην πρώτη μας ερώτηση: «Για ποια σημερινή κρίση μιλάτε; Εμείς περνάμε κρίση είκοσι χρόνια τώρα! Από το 1991, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, όλες οι βιομηχανίες και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις έκλεισαν η μία μετά την άλλη. Και σαν να μην έφτανε αυτή, η καταστροφή, ήρθε και η δεύτερη κρίση του 1998...».

Η πόλη δεν επανήλθε ποτέ εντελώς μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την απότομη διακοπή των κύριων βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Ο νομός Ρέζεκνε είναι από τους πιο φτωχούς στη Λετονία -και στην Ευρωπαϊκή Ενωση- με ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα 860 λατς (1.220 ευρώ), σε σύγκριση με τα 4.474 λατς (6.351 ευρώ) για την πρωτεύουσα Ρέζεκνε. Κάτι που δείχνει την εντυπωσιακή απόκλιση εισοδημάτων ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την επαρχία. Από την ανεξαρτησία και μετά το ποσοστό ανεργίας ήταν πάντοτε πολύ υψηλότερο από τον γενικό μέσο όρο.

Η ασιατική κρίση της περιόδου 1997-1998, που εξαπλώθηκε και στη Ρωσία, έπληξε έντονα την πόλη, αφού οι περισσότερες εμπορικές της συναλλαγές γίνονταν με τη Μόσχα.

Κλειστά κτίρια

Περνώντας μπροστά από το δημοτικό νοσοκομείο, η Γκούντα Μπερζίνα, υπάλληλος ενός μικρού φαρμακείου στο κέντρο της πόλης, παρατηρεί ότι οι διοικητικές υπηρεσίες είναι διπλάσιες από τις υπηρεσίες υγείας. Πιο κάτω, βρίσκεται το κουφάρι αυτού που το 1991 ήταν ένας βρεφονηπιακός σταθμός, για περισσότερα από εκατό παιδιά.

Ενας άλλος, νεότερος, σε ηλικία σκελετός είναι ό,τι απέμεινε από τα θεμέλια ενός σουπερμάρκετ, οι ιδιοκτήτες του οποίου έλυσαν τις οικονομικές τους διαφορές... σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο.

Επιστροφή στο σταθμό των λεωφορείων: ανάμεσα σε ένα αρκετά αρμονικό συνονθύλευμα ειδών, ο επικεφαλής της διεύθυνσης μεταφορών της πόλης έχει εγκαταστήσει τη δική του επιχείρηση επίπλων. Το δημαρχείο, άραγε, ενοχλείται;

Αντί να απαντήσει, η Μπερζίνα κουνάει το κεφάλι αρνητικά, διασκεδάζοντας με την αφελή ερώτηση.

«Η "νέα" Λετονία δεν έχει εμπειρία σε θέματα διαχείρισης και πολιτικών πρακτικών», μας εξηγεί ο Γιάνις Τούτινς, βουλευτής της περιοχής στη «Σάεϊμα» (Βουλή). «Οσο το κράτος δεν θέτει σε εφαρμογή ένα σύστημα ελέγχου, θα υπάρχει πάντα ένα μπέρδεμα ανάμεσα στον κρατικό προϋπολογισμό και στα ιδιωτικά συμφέροντα».

Ωστόσο, η κρίση προσφέρει μια ευκαιρία για ν' αρχίσουν ν' αλλάζουν τα πράγματα. Θα χρειαστεί μεγάλο πολιτικό κουράγιο στον πρωθυπουργό Βάλντις Ντομπρόφσκι(3) για να τολμήσει. Στο πλαίσιο του σχεδίου εξοικονόμησης 500 εκατ. λατς (715 εκατ. ευρώ) που επέβαλε το ΔΝΤ, πρέπει να καταργήσει όλα τα διοικητικά συμβούλια, μια πολύ προσοδοφόρα απασχόληση, που την ασκούν ορισμένοι πολιτικοί με επιρροή, και πραγματική μηχανή ανακύκλωσης συναδέλφων, εξαδέλφων, ανιψιών, φίλων, οδηγών και των γιων τους. Αυτή η τάξη «ημέτερων» κατέχοντας πολλά διαφορετικά πόστα, πληρώνεται μερικές δεκάδες εκατ. λατς το χρόνο(4) για έξοδα παραστάσεως.

Για να «σταθεροποιήσει την οικονομία», το ΔΝΤ χορήγησε δάνειο 7,5 δισ. ευρώ, με χρηματοδότηση κατά ένα μέρος από την Ευρωπαϊκή Ενωση, τη Σουηδία, όπως και από τη Δημοκρατία της Τσεχίας και την Εσθονία. Τα δρακόντεια μέτρα που επιβάλλει, όμως, φέρνουν στη μνήμη τη δύσκολη εποχή των διαρθρωτικών προσαρμογών, βάζοντας τη Λετονία σε μια διαδικασία που προκαλεί σήμερα βαθύ ρήγμα στην κοινωνική συνοχή της χώρας.

Από την αρχή της κρίσης, το 2008, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οι οικονομικοί αναλυτές φαίνονταν να μη δίνουν καμιά ελπίδα στη χώρα. Η δανέζικη τράπεζα Danske Bank δημοσίευσε, μάλιστα, μια έκθεση με τον εύγλωττο τίτλο «Το χειρότερο σενάριο επαληθεύτηκε». Ηδη, το Σεπτέμβριο του 2008, η σουηδική τράπεζα Nordea έγραφε: «Στη Λετονία, ο κύβος ερρίφθη(5)».

Παρ' όλα αυτά, αν κάποιος έψαχνε στη Ρέζεκνε «ορατά» σημάδια αυτής της καταστροφής, θα ήταν χαμένος κόπος. Στις αρχές του φετινού καλοκαιριού δεν έπνεε κανένας άνεμος πανικού πάνω από την πόλη, και όλα τα καταστήματα, τα εστιατόρια και τα μπαρ ήταν ανοιχτά. Βέβαια, εδώ και μερικούς μήνες οι έμποροι, αντί να επιδιώκουν το κέρδος, αρκούνται αποκλειστικά στην επιβίωση, με στόχο να συνεχίσουν πάση θυσία τη λειτουργία των καταστημάτων τους, Προσδοκούν να έρθουν καλύτερες μέρες και προχωρούν σε λύσεις, μερικές φορές αρκετά επώδυνες.

Για παράδειγμα, η διεύθυνση του σουπερμάρκετ «Mego» «αναθεώρησε» τις συμβάσεις όλου του προσωπικού του για να τις μειώσει κατά 50%-75%. Το «Παγκόσμιο Κατάστημα», κατάλοιπο της σοβιετικής εποχής, έχει αρχίσει να κλείνει το ένα μετά το άλλο τα υποκαταστήματά του σε όλη τη χώρα.

Στο «ράφι» τα 4x4

Η κυκλοφορία, παρότι μικρότερη από πριν, παραμένει πυκνή, και βλέπουμε πάντοτε να περνούν αστραφτερά και ογκώδη 4x4 με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σύμβολα της καταναλωτικής φρενίτιδας που κατέλαβε τη χώρα από τις αρχές του 2000 και ιδιαίτερα μετά την ένταξη της Λετονίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, το Μάιο του 2004: «Με δεδομένη την κατάσταση των δρόμων στη χώρα μας, δεν είχαμε άλλη επιλογή: όλοι έπρεπε να πάρουμε ένα 4Χ4 των 50.000 ευρώ», λέει αστειευόμενος ο Ζήνων Ναρμπούτς, χειρουργός σε μεγάλο νοσοκομείο της Ρίγας.

Οσοι δεν μπορούν πια να πληρώσουν τις δόσεις είναι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν τα οχήματα στις τράπεζες, οι οποίες έγιναν -δίκαιη επαναφορά των πραγμάτων στην αφετηρία τους- ιδιοκτήτριες του μεγαλύτερου στόλου άχρηστων και μη μεταπωλήσιμων αυτοκινήτων παγκοσμίως.

«Βλέπουμε σήμερα αυτά τα κήτη παραταγμένα πάνω σε φορτηγά που οργώνουν τη χώρα. Είναι σαν ένα γράμμα που δεν βρίσκει τον παραλήπτη του και... επιστρέφει στον αποστολέα!» προσθέτει ο κ. Ναρμπούτς χαμογελώντας.

«Εχουμε άνεργους πελάτες, οι οποίοι, όλο και περισσότεροι και χωρίς ελπίδα να ξαναβρούν δουλειά, προετοιμάζουν την αναχώρησή τους για το εξωτερικό και αγοράζουν αρκετά φάρμακα, για να τους φτάσουν για κάμποσους μήνες», λέει η Μπερζίνα. «Ο μισθός μου δεν αυξήθηκε εδώ και ενάμιση χρόνο, αλλά δεν μειώθηκε κιόλας, οπότε μπορώ να αντέξω λίγο ακόμα. Ωστόσο, τρομάζω στη σκέψη τού τι θα γίνει όταν τα έξοδα για τα νοσήλια και τα φάρμακα δεν θα καλύπτονται πια από τα Ταμεία...».

Τα νέα από τους υπουργούς στις συνεντεύξεις τύπου είναι τρομακτικά. Η Μπαΐμπα Ρόζενταλ, η νυν υπουργός Υγείας, ανήγγειλε στις 21 Ιουλίου ότι «όλα τα νοσοκομεία θα αντιμετωπίσουν σοβαρό οικονομικό έλλειμμα το φθινόπωρο», διευκρινίζοντας ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου της, με το νέο σχέδιο λιτότητας, θα μειωνόταν κατά 30%. Κάποια κέντρα υγείας της περιφέρειας έχουν ήδη κλείσει και ακόμα και οι ελάχιστοι γιατροί της Ρέζεκνε που έκαναν επισκέψεις στην επαρχία σπανίζουν πια.

Πολύ πριν ξεκινήσει η κρίση, ο πληθυσμός ανέπτυξε ένα δίκτυο άτυπων συναλλαγών που δεν εμπίπτουν ούτε στον έλεγχο, ούτε στις στατιστικές, ούτε στους φόρους. Η ευρηματικότητα βασιλεύει. Το «εμπόριο πόρτα πόρτα», όπως αποκαλείται, αναπτύσσεται αστραπιαία.

Ολα ανταλλάσσονται και όλα μεταφέρονται από την επαρχία προς την πόλη: φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και είδη πρώτης ανάγκης, ούτως ή άλλως φτηνότερα από το σουπερμάρκετ της γειτονιάς. «Στις μικρές αγροτικές κοινότητες της περιφέρειας αισθάνονται ελάχιστα την κρίση. Ούτως ή άλλως, και παλιότερα οι συνθήκες ζωής ήταν πολύ κακές. Δεν άλλαξε κάτι σήμερα», διαπιστώνει ο κ. Τούτινς.

Κατά τις συνεντεύξεις μας παρατηρούμε μια λεπτότητα εκ μέρους των κατοίκων της πόλης, οι οποίοι περιγράφουν απελπιστικές καταστάσεις που ταυτόχρονα προσπαθούν να τις υποβαθμίσουν. Αποφασισμένοι και αισιόδοξοι, σκέφτονται ότι, αν η Λετονία πέρασε τεχνητά στο μαρασμό, πρέπει να υπάρχει ένας εξίσου τεχνητός τρόπος για να βγει από εκεί...

Πρόβλημα σε κάθε σπίτι

Παρ' όλα αυτά, όλους τους κατοίκους έχει αγγίξει αυτή η δύσκολη οικονομική κατάσταση, πιο έντονα ή πιο ήπια, άμεσα ή έμμεσα. Αν όχι ο ίδιος ο συνομιλητής μας, τότε σίγουρα ένα μέλος της οικογένειας ή ένας στενός φίλος του έχασε τη δουλειά του.

«Θλίβομαι γιατί δεν βλέπω πια καμιά προοπτική για τα παιδιά μου. Ο μισθός μου μειώθηκε και ο άνδρας μου απολύθηκε το τέλος του 2008. Δούλευε στη Volvo, που μόλις είχε εγκαταστήσει εδώ μια μονάδα παραγωγής εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Ο μισθός του ήταν 200 λατς το μήνα (290 ευρώ). Σήμερα παίρνει περίπου 70 λατς το μήνα από το Ταμείο Ανεργίας. Σε λίγες εβδομάδες το επίδομα θα κατέβει στα 30 λατς μόνο. Ομως θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα», μας λέει η Ιντα Ριμσάνεζε, υπεύθυνη διεθνών σχέσεων της νομαρχίας.

Ιδια, όμως, είναι και η περίπτωση της Τάνιας, μιας ψηλής κοκκινομάλλας, με βραχνή φωνή και φωτεινό πρόσωπο. Απολύθηκε από το εργοστάσιο Larta (που κατασκευάζει εξοπλισμό για γαλακτοβιομηχανίες), όπου εργαζόταν επί 31 χρόνια ως λογίστρια. Απολύθηκε δύο φορές. Μία με την κρίση στη Ρωσία και άλλη μία το Δεκέμβριο του 2008.

Με δεδομένο ότι θέλει λίγα χρόνια ακόμα για να βγει στη σύνταξη, είναι υποχρεωμένη να αποδέχεται κακοπληρωμένες μικροδουλειές.

«Μία από τις εταιρείες για τις οποίες δουλεύω μου ζήτησε μάλιστα να φτιάξω έναν κατάλογο απολύσεων! Προς το παρόν τα φέρνω βόλτα, αφού δεν έχω ούτε δάνειο ούτε ανάγκες. Οσο ξέρω ότι η μητέρα μου, είκοσι χιλιόμετρα πιο πέρα, έχει αγελάδα και λαχανόκηπο, δεν ανησυχώ ιδιαίτερα. Ο κόσμος σίγουρα δεν είναι τέλειος, αλλά σ' αυτόν πρέπει να ζήσουμε», μας λέει σαστισμένη.

Οι περισσότεροι συνταξιούχοι επιβιώνουν μόνο χάρη σε κάποια οικογενειακά ή φιλικά δίκτυα αλληλεγγύης. Μαζί με τους εκπαιδευτικούς, είναι αυτοί που πληρώνουν το βαρύτερο φόρο στο σχέδιο μείωσης των δημόσιων δαπανών που επέβαλε το ΔΝΤ. Ο Ούλντις Βίτολς, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ζει όπως μπορεί σ' ένα δυάρι στο κέντρο της πόλης και στα τέλη Ιουλίου άκουσε στην τηλεόραση ότι το ΔΝΤ απαίτησε από την κυβέρνηση -η οποία αρνήθηκε- να μειώσει κι άλλο τις συντάξεις(6).

«Οι συνταξιούχοι φυτοζωούν. Αν κρίνω από το ποσό της σύνταξής μου, λιγότερα από 80 λατς (115 ευρώ) το μήνα(7), το ΔΝΤ σίγουρα φαντάζεται ότι οι συνταξιούχοι δεν χρειάζεται να τρώνε την τέταρτη εβδομάδα του μήνα. Κάνοντάς μας να πεινάσουμε, μάλλον ελπίζουν ότι θα πεθάνουμε μία ώρα αρχύτερα», μας λέει σε ήρεμο παρά τις δυσκολίες τόνο.

Εκεί, όμως, όπου η οικονομική κρίση δείχνει το αληθινό της πρόσωπο είναι στα γραφεία του Οργανισμού Απασχόλησης, ένα παλιό μονώροφο μεγάλο σπίτι, λευκό και πράσινο, κοντά στο κέντρο της πόλης. Είναι ολοφάνερο ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για τέτοια προσέλευση.

Χρειάζονται ώρες αναμονής μόνο για να εγγραφεί κάποιος και είναι πολλοί αυτοί που, απογοητευμένοι, εγκαταλείπουν την προσπάθεια και υπόσχονται στον εαυτό τους ότι την επομένη θα πάνε πολύ πιο νωρίς. Στους τοίχους, κάποιες αγγελίες προτείνουν μετανάστευση στη Βρετανία ή την Ιρλανδία, όπου «οι δουλειές είναι άφθονες». Οι αληθινές προτάσεις, όμως, για δουλειά είναι όλο και πιο σπάνιες.

«Είναι η χειρότερη χρονιά από το 1991 και μετά», σχολιάζει η διευθύντρια του οργανισμού, Ινάρα Σιντάριοβα. «Σε κανονικές εποχές έχουμε τη δυνατότητα να συζητήσουμε με τους ανθρώπους για να προσπαθήσουμε να τους επαναπροσανατολίσουμε. Διαθέτουμε τμήμα αξιολόγησης προσόντων, ευρωπαϊκή υπηρεσία... Αυτή τη στιγμή, όμως, οι προσφορές μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και, μ' αυτή την κοσμοσυρροή, διαχειριζόμαστε μόνο τα επείγοντα. Και οι δικοί μας μισθοί και προϋπολογισμοί μειώθηκαν. Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς να κάνουμε καλά τη δουλειά μας;».

Στην ουρά για 30 λατς

Για να μπορέσουν να εγγραφούν, οι υπάλληλοι πρέπει να προσκομίσουν μία βεβαίωση απόλυσης από τον εργοδότη τους και μία του ποσού του τελευταίου τους μισθού. «Παρότι προβλέπεται από το νόμο, για να αποκτήσει κάποιος αυτό το έγγραφο, το μόνο άλλωστε που του δίνει το δικαίωμα στο επίδομα, πρέπει μερικές φορές να... πολεμήσει», λέει η Σιντάριοβα. Ούτε το ποσό (30-70 λατς) είναι φυσικά μεγάλο ούτε η χρονική διάρκεια του επιδόματος ανεργίας είναι: 4 μήνες αποζημίωση για εργασία 9-12 χρόνων, 6 μήνες για 12-20 χρόνια και 9 μήνες για πάνω από είκοσι χρόνια δουλειάς...

Το άλλο μεγάλο πρόβλημα αφορά τις περικοπές των κονδυλίων για την παιδεία. Η Λίλιγια Ζούκοφσκα, υπεύθυνη διαχείρισης για τα 33 σχολεία του νομού, χρειάστηκε να τα βγάλει πέρα με δραστικές μειώσεις των κονδυλίων για το σχολικό έτος 2008-2009. Από το τέλος του 2008 έθεσε σε εφαρμογή, για 3.800 μαθητές, ένα νέο πρόγραμμα που βασίζεται στην αρχή «Πρώτα τα παιδιά και μετά τα χρήματα», για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της υπεξαίρεσης των κεφαλαίων με προορισμό τη δημόσια εκπαίδευση.

Κλείνουν σχολεία

Ενας από τους στόχους του προγράμματος είναι η «μεγιστοποίηση»: Είναι ολοφάνερο, όμως, ότι πρόκειται για το κλείσιμο κάποιων σχολείων... Εκατό από τα χίλια ιδρύματα που διαθέτει η χώρα. «Είναι τραγική, και σίγουρα διόλου δημοφιλής απόφαση. Οι τοπικές κυβερνήσεις έκαναν μέτωπο εναντίον του υπουργείου, στη Ρίγα, για να προστατεύσουν τα σχολεία τους, αλλά δεν μπόρεσαν να πετύχουν και πολλά πράγματα. Για τα χωριά που έχουν πληγεί είναι η αρχή του τέλους, γιατί όταν κλείνει ένα σχολείο οι οικογένειες φεύγουν, τα μαγαζιά κλείνουν. Και φυσικά, θα εγκαταλείψουν το σχολείο τα πιο φτωχά παιδιά, που δεν θα έχουν να πληρώσουν το εισιτήριο του λεωφορείου για να πάνε στο πιο κοντινό σχολείο, ούτε βεβαίως το οικοτροφείο, αν πρέπει να μείνουν εκεί...», λέει αναστενάζοντας η Ζούκοφσκα.

Ο προϋπολογισμός άλλοτε προέβλεπε να υπάρχουν στα σχολεία ψυχολόγοι, γιατροί, ειδικοί για τις μαθησιακές και άλλες δυσκολίες, νοσοκόμοι ή βοηθοί. «Φέτος, όλα αυτά πρέπει να τα ξεχάσουμε», αναφέρει στενοχωρημένη η Ζούκοφσκα. «Μπορούμε να κρατήσουμε μόνο το "απαραίτητο" εκπαιδευτικό προσωπικό. Θυσιάζουμε επομένως το "χρήσιμο" για να σώσουμε το "απαραίτητο" προσωπικό...». Υπάρχει, όμως, κίνδυνος η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών να επηρεάσει μακροχρόνια την ποιότητα της εκπαίδευσης των παιδιών.

Η Λίγκα Κάλνινα είναι δασκάλα στο μικρό σχολείο της Ρίκαβα, ενός πρώην σοβχόζ(8) με 960 κατοίκους, είκοσι χιλιόμετρα δυτικά της Ρέζεκνε, όπου μένει με τις δύο κόρες της. Η μία πηγαίνει στο σχολείο του γειτονικού χωριού, Βίλιανι, και η άλλη είναι οικότροφος σ' ένα μεγάλο λύκειο της Ρέζεκνε.

Στο Βίλιανι, το σχολείο αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα: η φετινή σχολική χρονιά θα αρχίσει με έξι μόνο από τους δεκαεννιά δασκάλους που έχει το σχολείο και με το ένα τρίτο των μαθητών που εγγράφονταν παλαιότερα. Στη Ρίκαβα το σχολείο δεν έχει πια διευθυντή -η θέση καταργήθηκε. Από εδώ και πέρα, θα το διοικούν οι αρχές της γειτονικής Γκαϊγκάλαβα.

Ανεργοι οι δάσκαλοι

Ολοι οι μαθητές θα γίνουν δεκτοί, αλλά στο τέλος μόνο οι μισοί δάσκαλοι θα ξαναμπούν στις αίθουσες -και μάλιστα με διπλό αριθμό μαθητών. Επειδή ο μισός πληθυσμός είναι ρωσόφωνος, οι υπεύθυνοι του σχολείου προσαρμόστηκαν ανάλογα.

Αντίθετα με τις βουλές των γραφειοκρατών του υπουργείου στη Ρίγα, τα λετονικά διδάσκονται ως ξένη γλώσσα στα ρωσόφωνα παιδιά. Αυτό διευκολύνει την ένταξή τους και βοηθάει στην εξομάλυνση των διαφορών, αν υπάρχουν. Οσον αφορά τα υπόλοιπα, σχεδόν όλα τα μαθήματα -ιδίως τα φιλολογικά- είναι στα λετονικά. Τα ρωσόφωνα παιδιά γρήγορα λοιπόν γίνονται δίγλωσσα.

Η φτώχεια, οι οικογένειες που έχουν χωριστεί εξαιτίας της μετανάστευσης, ο αλκοολισμός, η έλλειψη προοπτικής είναι τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουν τα παιδιά του χωριού. Ακόμα και αν οι μαθητές που τελειώνουν έναν κύκλο θέλουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους ή να αποκτήσουν επαγγελματική εκπαίδευση, οι γονείς τους αδυνατούν να πληρώσουν τα έξοδα της φοίτησης, το δωμάτιο ή το λεωφορείο για να διανύσουν τα δέκα ή τα τριάντα χιλιόμετρα από το σπίτι τους στο σχολείο.

Η κρίση τούς προκαλεί μεγαλύτερη αβεβαιότητα. «Ακόμα και αν δεν κλείνουν οι σχολές, οι έφηβοι δεν έχουν πια τα μέσα να φοιτούν σ' αυτές», συνοψίζει η Κάλνινα.

Κύμα φυγής

Σε σχέση με τους γείτονές της, η δασκάλα αισθανόταν μάλλον προνομιούχα ώς τώρα. Το εισόδημά της των 530 λατς (760 ευρώ) της επέτρεπε να πληρώνει τα έξοδα για την εκπαίδευση των δύο κοριτσιών της και να εξυπηρετεί τα δύο δάνειά της: το ένα για το αυτοκινητάκι της και το άλλο... για μια απόδραση στη Γαλλία. Ο μισθός της όμως μειώθηκε κατά 30% τον Ιούνιο και πάνω από 50% από τις αρχές Ιουλίου.

Είναι έτοιμη να θυσιάσει πολλά, αλλά σίγουρα όχι τις σπουδές των παιδιών της.

«Θα πάω να δουλέψω με τον ίδιο ενθουσιασμό», υπόσχεται. «Και στον προϋπολογισμό του σχολείου μας έγιναν βέβαια μεγάλες περικοπές (15% το πρώτο τρίμηνο του 2009 και πάνω από 35% το Σεπτέμβριο) και πρέπει να κάνουμε ταχυδακτυλουργικά κόλπα για να τα καταφέρουμε».

Θα υποχρεωθεί να πουλήσει το αυτοκίνητό της και, επομένως, για να πηγαίνει στο σχολείο ή στο σουπερμάρκετ της διπλανής πόλης θα παίρνει το λεωφορείο -το οποίο, λόγω περικοπών στον προϋπολογισμό, θα περνάει λιγότερο συχνά...

Η απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου επιδεινώνει ένα φαινόμενο που δεν είναι καινούριο στο νομό: τη μαζική μετανάστευση ανθρώπων, που αναζητούν έναν ορίζοντα λιγότερο γκρίζο. Σχεδόν σε όλες τις οικογένειες τουλάχιστον ένα μέλος δουλεύει στη Ρίγα ή στο εξωτερικό: Σκανδιναβικές χώρες, Ιρλανδία, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία...

Τα παιδιά της Ζούκοφσκα, όπως και πολλά άλλα, έχουν ήδη μεταναστεύσει: «Ο γιος μου είναι στη Βρετανία και η κόρη μου στη Νορβηγία, όπου εργάζεται στο δήμο του Σκίεν, στην υπηρεσία... κοινωνικής πρόνοιας!»

Η απουσία πολλών γονιών αποδομεί και καθιστά ευάλωτες τις οικογένειες. «Είχα πάει τους μαθητές μου εκδρομή και όταν επισκεφτήκαμε μια εκκλησία και ο παπάς τούς ρώτησε τι εύχονται για το μέλλον, ένα κοριτσάκι απάντησε κλαίγοντας ότι θα ήθελε η μαμά του να βγάλει πολλά λεφτά στην Ιρλανδία και να γυρίσει να ζήσουν μαζί», θυμάται η Κάλνινα.

Χάνονται χέρια

Οσο για τις κόρες της δασκάλας, το μόνο που ονειρεύονται είναι να πάνε στο εξωτερικό, στη Γαλλία ή τη Βρετανία, όπου φαντάζονται ότι «όλα είναι πιο εύκολα». Διαβεβαιώνουν όμως ότι, μόλις τελειώσουν τις σπουδές τους, θα γυρίσουν στην πατρίδα τους, «στη Λατγκάλια, για να ζήσουμε σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι στις όχθες της λίμνης».

Δεν είναι γνωστό πόσοι ακριβώς έχουν μεταναστεύσει. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται ανάμεσα στις πενήντα και τις διακόσιες χιλιάδες, δηλαδή μεταξύ 5% και 13% του ενεργού πληθυσμού!

Η απουσία ικανών εργατών είναι μεγάλο πρόβλημα για τη Λετονία. «Το μόνο θετικό σε όλα αυτά είναι η ελπίδα ότι οι συμπατριώτες μας θα επιστρέψουν με λεφτά, εκπαίδευση και εμπειρία, από τα οποία θα επωφεληθεί η χώρα», λέει η Βίγια Ντικάλ, συνδικαλιστική εκπρόσωπος των εκπαιδευτικών.

«Παλιότερα, όταν οι λετονοί εθελοντές εργάτες έφευγαν για να κατασκευάσουν τη γραμμή Βαϊκάλη - Αμούρ του υπερσιβηρικού(9), όλοι χειροκροτούσαν», παρατηρεί η Σιντάριοβα. «Η μέρα της αναχώρησής τους ήταν αργία και γιορτάζαμε με την πεποίθηση ότι χτίζουμε το σοσιαλισμό. Σήμερα, όταν οι συμπατριώτες μας αναγκάζονται να πάνε στην Ιρλανδία για να μπορέσουν να θρέψουν την οικογένειά τους, τους περιφρονούμε και τους γιουχάρουμε... Δεν θα χτίσουμε μ' αυτόν τον τρόπο την Ευρώπη...».

(1) (Σ.τ.Μ.) Οι οικογενειακοί (ή εργατικοί) κήποι, που έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι αγροκτήματα που η κοινότητα παραχωρεί στους εργάτες για να τα καλλιεργούν με σκοπό τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και την απόκτηση διατροφικής αυτάρκειας.

(2) Πενταώροφο κτίριο, λιτό και λειτουργικό, από γκριζοκόκκινα τούβλα, μάλλον πιο καλά χτισμένο από τα κτίρια του 1970 και του 1980.

(3) Διαβάστε συνέντευξη του Ντομπρόφσκι στο www.monde-diplomatique.fr/2009/09/

(4) «Sest Diena», Ρίγα, 17 Ιανουαρίου 2009.

(5) Danske Research, «Flash Comments», Κοπεγχάγη, 13 Μαΐου 2009. Nordea, «Economie Outlook», Στοκχόλμη, Σεπτέμβριος 2008.

(6) Eugene Eteris, «International lenders warn about delayed aid to Latvia», «The Baltic Course», Ρίγα, 24 Ιουλίου 2009.

(7) Δηλαδή 90 λατς κάτω από το ελάχιστο εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης. Πηγή: Στατιστική Υπηρεσία της Λετονίας.

(8) Μεγάλο κρατικό αγρόκτημα στην ΕΣΣΔ.

(9) Σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη λίμνη Βαϊκάλη με τον ποταμό Αμούρ, η οποία φτιάχτηκε μεταξύ 1972 και 1984.

*Γεωγράφος και περιβαλλοντολόγος και επικεφαλής σχεδιασμού του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον, αντίστοιχα.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Λετονία