Έντυπη Έκδοση
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 14 Μαρτίου 2010
Φύλακες-άγγελοι στους δρόμους της Αθήνας
Τη νύχτα οι δρόμοι στο κέντρο της Αθήνας αλλάζουν, σαν τα σκηνικά στα θέατρα, και η σκηνή ανεβάζει τη ζωή των άλλων. Ενα μωσαϊκό ανθρώπων με δική τους γλώσσα, δικούς τους κανόνες συμπεριφοράς, με πολλές ταυτότητες. Αποροι, άστεγοι, ναρκομανείς, ιερόδουλες, τραβεστί.
Ζωές που έχουν συντριβεί ήδη και δεν επηρεάζονται από τη δίνη της οικονομικής κρίσης. Τι να χάσουν άλλωστε; Οι ανάγκες τους είναι πια στοιχειώδεις, μετρημένες: φαγητό, ύπνος, ρούχα, φάρμακα, λίγα ευρώ για νοθευμένη ηρωίνη, σύριγγες, προφυλακτικά.
Δίπλα τους, περπατούν και άλλοι... Τους ακολουθούν χωρίς να ρωτούν, ακούν χωρίς να κριτικάρουν, ενημερώνουν χωρίς να πιέζουν, προσφέρουν βοήθεια χωρίς να την επιβάλλουν. Εχουν πολλά ονόματα: Γιατροί του Κόσμου, Το Στέκι του ΟΚΑΝΑ, το ΚΕΘΕΑ ΕΞΕΛΙΞΙΣ, ομάδες του Δήμου Αθηναίων από το Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης, η Αρχιεπισκοπή Αθηνών, το σωματείο «Νέα Ζωή» της Ευαγγελικής Εκκλησίας.
Τη δουλειά τους την επιβάλλει η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που καλύπτεται από θάνατο κι από ζωή.
Αθόρυβα και με ιδιαίτερη προσοχή περπατήσαμε δίπλα τους. Η σχέση εμπιστοσύνης που έχουν δημιουργήσει είναι εύθραυστη. Συναντήσαμε τουλάχιστον 30 άτομα, άντρες, γυναίκες, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, πρώην χρήστες.
«Αποδεχόμαστε τα πάντα»
Ο δρόμος κρύβει μεγάλες δυσκολίες, μας λένε. Εκπαιδευόμαστε αλλά με την πείρα τις αντιμετωπίζουμε. «Στόχος», λέει ο υπεύθυνος της ομάδας της Αμεσης Πρόσβασης του ΚΕΘΕΑ Παν. Σαϊβανίδης, «δεν είναι να οδηγήσουμε τους χρήστες στη θεραπεία. Δεν είμαστε "κράχτες" ούτε ηθικολογούμε, το ζητούμενο είναι να είναι ασφαλείς μέσα στη χρήση και να έχουν ποιοτικότερη ζωή. Ο,τι και να είναι, κλέφτες, πόρνες, ναρκομανείς, αποδεχόμαστε τα πάντα. Η εχεμύθεια είναι δεδομένη».
Ενα από τα προβλήματά τους είναι και η σχέση τους με την αστυνομία: «Μας συναντούν καθημερινά, γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουμε. Εχουν γίνει ημερίδες που πληροφορούνται τη δράση των προγραμμάτων μας. Κι όμως συνεχώς μάς αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Δεν βάζουν μόνο εύκολα χειροπέδες στη χρήση, μας ζητούν συνεχώς εξακρίβωση στοιχείων και αυτό είναι μεγάλη τροχοπέδη στη δουλειά μας. Χάνουμε πολύτιμο χρόνο.»
Η Στέλλα Δέτση, εθελόντρια στο πρόγραμμα των Γιατρών του Κόσμου, αναφέρει: «Κάποιοι λένε ότι χάνουμε το χρόνο μας, γιατί αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στη μοίρα τους. Διαφωνώ. Κάποτε διασχίζοντας μια στοά έτρεξαν δίπλα μου νεαροί χρήστες, ζήτησαν να με συνοδεύσουν, φοβήθηκαν μήπως κάποιοι, που κοιμούνται στο σκοτάδι, δεν με αναγνωρίσουν και μου επιτεθούν. Εχω εισπράξει ευγνωμοσύνη που στην κοινωνία έξω δεν συναντάς. Αν τους δώσεις, θα σου δώσουν και είναι μεγάλη ικανοποίηση.»
Υπνος στο πεζοδρόμιο
Ο Σωτ. Παπαδόπουλος, ο υπεύθυνος της ομάδας του δρόμου του ΟΚΑΝΑ, επαναλαμβάνει ότι η επιτυχία των προγραμμάτων στηρίζεται στην εμπιστοσύνη. «Ο δρόμος είναι το σπίτι τους και αυτό το σεβόμαστε. Μπορεί να ζουν άσχημα, εμείς δεν τους το επιβάλλουμε να αλλάξουν, σκοπός είναι να προβληματιστούν. Τη στιγμή της κουβέντας δεν υπάρχουν αποτελέσματα, ξαφνικά μαθαίνουμε ότι "καθάρισε" ή έρχονται στο Στέκι για να μιλήσουν μαζί μας».
Η χρήση ουσιών «παντρεύεται» σχεδόν με όλες τις ταυτότητες. Ιερόδουλη και χρήστρια, άστεγος και χρήστης. Αγωνιούν για ένα πιάτο φαγητό, να βρουν μια κενή θέση στον εξαερισμό του μετρό για να ζεσταίνονται. Ψάχνουν τα χαρτιά τους που τους κλέβουν και βρίσκονται χωρίς όνομα. Ζητούν από τον Δήμο Αθηναίων να μην πλένει την Ομόνοια και τα πεζοδρόμια στις 12 το βράδυ, για να κοιμούνται στα στεγνά».
Κάθε βράδυ οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη.
Ο Αντώνης με την Ελένη κοιμούνται πάνω από ένα χρόνο κάτω από τα αστέρια: «κρεβάτι μας αυτός ο δρόμος, πίνακας το σύνθημα από πάνω μας "τράπεζες ίσον φονιάδες". Αυτές μας οδήγησαν εδώ που βρισκόμαστε. Προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τη χρήση αλλά δεν υπάρχει φως, ο ΟΚΑΝΑ δεν έχει θέση. Ο δήμος μάς προσφέρει φαγητό και με τα λίγα χρήματα που βρίσκουμε εξοικονομούμε τη δόση μας».
Ακούγοντας τον Δημήτρη, συνειδητοποιείς ότι όταν παρακολουθείς μια κουβέντα τα γκέτο της πιάτσας χάνονται, βλέπεις μόνο τον άνθρωπο που μιλάει και τις ανάγκες που έχει. Ο πατέρας του τους εγκατέλειψε, ζει στο εξωτερικό. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός. «Αρχισα "μυτιές" στα 12 χρόνια. Πίστευα ότι θα μπορούσα να σταματήσω όποτε ήθελα. Ούτε την ντάγκλα απολαμβάνω πια, κοιμάμαι με το ένα μάτι ανοιχτό γιατί φοβάμαι μη με κλέψουν. Από τη μαστούρα μια διαφορετική πραγματικότητα ξεπηδάει, δύσκολα την ελέγχω, περνάει και φεύγει ανεκμετάλλευτη σαν μπερδεμένο όνειρο. Στη φυλακή τρελάθηκα, έτρεμα από τη στέρηση, χτυπιόμουν από τους πόνους και ούτε ένα ντεπόν δεν μου έδιναν. Θα δουλέψω μπογιατζής, θα μαζέψω χρήματα και θα φύγω από την Ελλάδα. Ναι θα έρθω στο "στέκι", πρέπει να πλυθώ, να φάω.»
Η μικρή Βαλεντίνα
Οι ώρες κυλούν, η νύχτα βαθαίνει και στον κόσμο της πορνείας τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Εκεί ξένες ιερόδουλες που προσπαθούν μαζεύοντας χρήματα να κάνουν το όνειρο πραγματικότητα. Πιο δίπλα σαν κοράκια οι σωματέμποροι.
Στην οδό Καβάλας συναντήσαμε τη Βαλεντίνα. Είναι 22 χρόνων. Αμέσως ζήτησε προφυλακτικά από τα παιδιά της ομάδας και όση ώρα μιλούσε κοιτούσε ανήσυχα δεξιά κι αριστερά. «Είμαι ορφανή, στο ορφανοτροφείο με βίαζαν καθημερινά. Με έπεισαν να έρθω στην Ελλάδα για να βγάλω χρήματα. Κάνω αυτό που έμαθα να κάνω από μικρή. Πήγα στην αστυνομία να καταγγείλω αυτούς που με έφεραν εδώ. Ομως χρειαζόταν να περιμένω 30 ημέρες, μετά να πάω πάλι να επαναλάβω τα ίδια, για να είναι σίγουροι ότι λέω αλήθεια. Φοβήθηκα, δεν έχω σπίτι να κρυφτώ μέχρι να περάσει το διάστημα, η αστυνομία δεν βοηθάει. Αν μάθουν οι προστάτες ότι τους κατήγγειλα, θα με σκοτώσουν. Ετσι μένω με τα 5 ευρώ, τόσα μου αφήνουν οι "φίλοι" μου κάθε φορά που εκδίδομαι».
