Έντυπη Έκδοση

Κεντρομόλοι και φυγόκεντρες τάσεις στη Σάμο

Η Σάμος υπήρξε ένα από τα λίγα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, του οποίου οι κάτοικοι πήραν τα όπλα ενάντια στην κυριαρχία του σουλτάνου και το μοναδικό που κατάφερε να μείνει ελεύθερο καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας -εξ ου και η ελληνική ιστοριογραφία έχει αφιερώσει ένα σημαντικό αριθμό σελίδων στη μελέτη αυτής της περιόδου της νεότερης ιστορίας του νησιού.

Εντούτοις, με δεδομένη τη συμβολική και ιδεολογική σημασία του «Εικοσιένα» στη δημιουργία της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, και στην περίπτωση της Σάμου οι μέχρι σήμερα κυρίαρχες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις είναι υπερβολικά δεσμευμένες σε τελεολογικού τύπου ερμηνείες, ιδεολογικά φορτισμένες, καθώς, προκειμένου να κατασκευαστεί το γενικό εξηγητικό σχήμα, το ερευνητικό ενδιαφέρον έχει εστιαστεί αποκλειστικά σε εκείνες τις μορφές κοινωνικής δράσης που καταφάσκουν την πορεία προς το τελικό ιστορικό «αποτέλεσμα»: αυτό της εκδήλωσης του εθνικού κινήματος και της συγκρότησης του εθνικού κράτους.

Βασική θέση αυτού του κειμένου, με αφορμή την περίπτωση της νησιωτικής Σάμου, είναι ότι αν κανείς αλλάξει την κλίμακα της παρατήρησης και επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στην περιφέρεια του εθνικού χώρου, θα καταφέρει να συλλάβει ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών συμπεριφορών που επέδρασαν στη διαμόρφωση των γεγονότων κατά τη συγκυρία του αγώνα της ανεξαρτησίας, είτε αυτές είχαν εντέλει χαρακτήρα κεντρομόλο είτε φυγόκεντρο.

Ενσωμάτωση

Σε ό,τι αφορά κατ' αρχάς την κεντρομόλο όψη αυτής της σύνθετης και συγκρουσιακής συχνά διαδικασίας, αυτή δηλαδή που έτεινε προς την ενσωμάτωση των επιμέρους τοπικών κοινωνιών στο «εθνικό σώμα», σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι διαδραμάτισαν και στην περίπτωση της Σάμου δύο αλληλένδετοι μηχανισμοί, οι οποίοι λειτούργησαν ως οργανωτικός μοχλός για την ευρύτερη επαναστατική κινητοποίηση: αφ' ενός, η συγκρότηση οριζοντίων δικτύων αλληλεγγύης, στο πρότυπο των μυστικών επαναστατικών αδελφοτήτων που χαρακτηρίζουν πανευρωπαϊκά την «εποχή των επαναστάσεων», και, αφ' ετέρου, η προσπάθεια συγκρότησης μιας δημόσιας σφαίρας στο εσωτερικό του νησιού, προκειμένου οι νέες ιδέες να διαχυθούν σε όλο το φάσμα της τοπικής κοινωνίας -ας σημειώσουμε εδώ την κυκλοφορία από νωρίς στη Σάμο χειρόγραφων εφημερίδων επαναστατικού περιεχομένου.

Η χρονική στιγμή της συγκρότησης των επαναστατικών δικτύων στη Σάμο θα πρέπει μάλλον να τοποθετηθεί στα τέλη του 1818, όταν ο εκπρόσωπος της Φιλικής Εταιρίας φτάνει στο νησί και αρχίζει τη μύηση αρκετών Σαμιωτών στο εθνικό μυστικό. Παρ' όλο που οι πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Φιλική Εταιρία επέκτεινε το δίκτυό της στη Σάμο είναι αντιφατικές, έχει ενδιαφέρον να παραθέσουμε τα λόγια ενός από τους αγωνιστές του σαμιακού «Εικοσιένα», του Γεωργίου Δημητριάδη, καθώς συνιστούν μια σημαντική μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο αναδύεται στη Σάμο η ελληνική εθνική συνείδηση στην επαναστατική συγκυρία. Οσον αφορά λοιπόν τη διαδικασία διαμόρφωσης του επαναστατικού δικτύου στο νησί, ο Δημητριάδης γράφει (αρκετά χρόνια αργότερα, και αναφερόμενος στον εαυτό του στο γ' ενικό πρόσωπο) ότι, μετά τη μύησή του στο μυστικό της Εταιρίας:

«μετέβει (...) εις Μαραθόκαμπον, και αμέσως (...) εξιχνίαζε (...) τα φιλελεύθερα πνεύματα εκείνων, οίτινες είχον και ισχυρούς βραχίονας (...). Μεταξύ δε των φιλελευθέρων τούτων, γενναιώτερος και ισχυρότερος ην ο Καπετάν Σταμάτης Γεωργιάδης, και διά τούτο αυτόν πλησιάσας πρώτον εισήγαγε αυτόν πρώτιστον εις τα μυστήρια της εταιρίας, καθότι (...) διετήρουν την μεταξύ των συγγενικήν αγάπη ειλικρινέστατα, ως καταγόμενοι από έναν και τον αυτόν γενάρχην Διαμαντήν (...). Απαντες (οι συγγενείς), και ισάριθμοι αγχιστίς (...), συνεκρότουν ήδη εν τη κωμοπόλει ταύτη του Μαραθοκάμπου και εν όλη τη Σάμω, την ισχυροτέραν των κατοίκων μερίδα, και διά τούτο διέδωκεν εις όλους τους συγγενείς τούτους το μυστήριον της εταιρίας (...)»1.

Εντοπιότητα

Φαίνεται, λοιπόν, ότι το οριζόντιο δίκτυο των μελών τού υπό ανάδυση έθνους θεμελιώθηκε στις επιμέρους τοπικές κοινωνίες πάνω στα κάθετα δίκτυα της παραδοσιακής κοινωνίας, τα οποία ήταν δομημένα στη βάση της εντοπιότητας, της συγγένειας και της αγχιστείας. Ετσι εξηγείται και η πραγματικά γρήγορη διάχυση των επαναστατικών ιδεών στη Σάμο -όπως ενδεχομένως και στις υπόλοιπες επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας που «πήραν τ' άρματα» κατά του σουλτάνου: ο προσηλυτισμός μιας σχετικά ολιγάριθμης ομάδας «ισχυρών ανδρών» στο μυστικό της Εταιρίας ήταν τελικά επαρκής για την κινητοποίηση ολόκληρου του δικτύου των «συγγενών» και «αγχιστέων» τους για την πραγμάτωση του πολιτικού σχεδίου της επανάστασης.

Ωστόσο, ακόμα και αυτές οι νεωτερικές επαναστατικές πρακτικές που συνδέονται αναμφισβήτητα με το σαμιακό «Εικοσιένα» δεν φαίνεται να λειτούργησαν καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα προς την κατεύθυνση της εθνικής ολοκλήρωσης. Μια προσεκτικότερη ματιά στο ιστορικό της λειτουργίας των μυστικών επαναστατικών αδελφοτήτων στο νησί καταδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες νεωτερικές πρακτικές επιτέλεσαν άλλοτε κεντρομόλους και άλλοτε φυγόκεντρες λειτουργίες στο πλαίσιο της εν λόγω συγκυρίας, ανάλογα με τα εκάστοτε κυρίαρχα κοινωνικοπολιτικά διακυβεύματα.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν τις φυγόκεντρες δυνάμεις της σαμιακής κοινωνίας στη συγκυρία της «εθνικής παλιγγενεσίας», είναι γνωστή η σύγκρουση που ξεσπά ανάμεσα στους τοπικούς προκρίτους και την κεντρική διοίκηση το καλοκαίρι του 1822, με αφορμή την άφιξη στη Σάμο του άρτι διορισθέντος υποεπάρχου Κυριάκου Μώραλη2, που θα οδηγήσει μάλιστα τους πρώτους να διακηρύξουν γραπτώς την πρόθεσή τους να μη δεχτούν στο εξής «ξένο έπαρχο».

Το γεγονός ότι, από τις τέσσερις χειρόγραφες «επαναστατικές» εφημερίδες της Σάμου που διασώζονται σήμερα, οι δύο δεν αναφέρονται στον πόλεμο με τους Οθωμανούς αλλά στη σύγκρουση της τοπικής κοινότητας με την κεντρική ελληνική διοίκηση, είναι νομίζω ενδεικτικό3. Ας σταθούμε όμως λίγο παραπάνω στο σημείο αυτό, προσθέτοντας ότι, στη δεδομένη συγκυρία, η τοπική κοινωνία (ή, τουλάχιστον, οι «εκπρόσωποί» της) επιχείρησε να οργανώσει τη δράση της έναντι της κεντρικής διοίκησης μέσω μιας νέας μυστικής εταιρείας.

Πράγματι, στις 26 Ιουνίου 1826, μια ιδιάζουσα μυστική εταιρεία συγκροτείται στη Σάμο, με το όνομα Φιλανθρωπική Εταιρία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αντλούμε από το καταστατικό της, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από είκοσι προκρίτους του νησιού, υπό την εποπτεία του τότε διοικητή Λογοθέτη Λυκούργου, τα μέλη της Φιλανθρωπικής Εταιρίας είχαν τη ρητή αποστολή να ενεργούν για την πραγμάτωση του πολιτικού σκοπού της αδελφότητας, ήτοι «να μην αφήνουν άλλους να εμβαίνουν γενικώς εις τα κοινά πράγματα της πατρίδος, [...] παρά από ανθρώπους της Εταιρίας»4.

Η ταυτότητα των μελών της Εταιρίας καθώς και οι αναλογίες του καταστατικού της με αυτό της Φιλικής μαρτυρούν χωρίς αμφιβολία για τη σχέση συνέχειας μεταξύ των δύο αδελφοτήτων, διαφαίνονται ωστόσο και σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον πολιτικό τους προσανατολισμό. Εν ολίγοις, αν και ακολουθεί το πρότυπο της Φιλικής, ως προς την ιεραρχική δομή της, το τελετουργικό και την ορολογία της, οι στόχοι της Φιλανθρωπικής Εταιρίας διαφέρουν ριζικά από αυτούς της προκατόχου της, στο μέτρο που η ίδρυσή της συνιστά μάλλον μια απόπειρα αυτοοργάνωσης εκ μέρους μιας κοινωνικής ομάδας που μόλις έχει κατακτήσει την τοπική εξουσία, προκειμένου να διατηρήσει την πολιτική της πρωτοκαθεδρία στο τοπικό επίπεδο έναντι της κεντρικής διοίκησης, προστρέχοντας σε αυτές ακριβώς τις πρακτικές που της είχαν επιτρέψει μέχρι εκείνη τη στιγμή την ανοδική κοινωνική κινητικότητα.

Από τα παραπάνω καθίσταται νομίζω σαφές ότι η εθνική συνείδηση, ως κυρίαρχη μορφή κοινωνικο-πολιτικής ταυτότητας, δεν εμφανίζεται ταυτόχρονα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που, σύμφωνα με την ίδια την εθνικιστική ιδεολογία, συναποτελούν το «εθνικό σώμα». Και ακόμη περισσότερο, το γεγονός ότι μια κοινωνική ομάδα ενστερνίζεται σε κάποια δεδομένη στιγμή της «εθνικές ιδέες» δεν συνεπάγεται ότι η δράση της δεσμεύεται εφεξής αποκλειστικά από τις τελευταίες -αυτό τουλάχιστον μας διδάσκει η περίπτωση της Σάμου.

* Διδάσκει Ιστορική και Πολιτική Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

1. ΒΛ. Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ, ΧΑΛΚΙΔΑ 1866, ΣΕΛ. 21-22.

2. ΒΛ. ΣΧΕΤΙΚΑ, Α. ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, «ΤΟ "ΣΤΡΑΤΟΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ" ΣΑΜΟΥ ΚΑΙ Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ», ΣΑΜΙΑΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ, ΤΟΜ. 1 (1993-1994), ΣΕΛ. 97-120.

3. ΒΛ. ΣΧΕΤΙΚΑ, Μ. ΒΟΥΡΛΙΩΤΗΣ, ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΟΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟ (1800-1839), ΑΘΗΝΑ 1990, ΣΕΛ. 17-18.

4. ΒΛ. Α. ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ, «ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΣΑΜΙΑΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ», ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ (1965).

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Για το ίδιο θέμα
«Οι ιδέες δεν παράγουν επαναστάσεις, οι κοινωνικές συνθήκες, ναι»