Ηλεκτρονική Έκδοση

Από το αρχείο της «Ε» και της «Κ.Ε.»

Ο δικός μας άνθρωπος

Δώδεκα χιλιάδες μουσκεμένοι θεατές όρθιοι στις κερκίδες της Επιδαύρου φώναζαν ρυθμικά το όνομα ενός καλού ανθρώπου. Δεν ήταν συνεννοημένοι. Μπορεί και να μην το είχαν συνειδητοποιήσει ότι ακριβώς γι' αυτό το λόγο είχαν πάρει το δρόμο για την Επίδαυρο εκείνο το βροχερό Σαββατιάτικο απόγευμα της 8ης Ιουλίου 1995: Για να εκφράσουν φωναχτά την αγάπη τους σε κάποιον, που θα ντρεπόταν να την ακούσει χαμηλόφωνα από τον καθένα χωριστά.

Ετρεχε πάντα πολύ ο Θανάσης. Πού να τον προλάβεις να του σφίξεις το χέρι, να του δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο. Εκεί όμως, στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου, το ξέχειλο κοίλο τού την είχε στημένη. Με πρόφαση την παρθενική του εμφάνιση στην αρχαία κωμωδία, στο ρόλο του Τρυγαίου της «Ειρήνης», ο κόσμος του τα 'πε μια και καλή και ηρέμησε. Σ' αγαπάμε κι ας μην το παίζεις λαϊκό είδωλο. Σ' αγαπάμε γιατί δεν το παίζεις λαϊκό είδωλο. Ποιος είπε ότι η ηθική του κοινού καταστράφηκε ολοσχερώς από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της τηλεόρασης;

Πρόσωπο της χρονιάς, λοιπόν, ο Θανάσης Βεγγος. Διότι -λένε αυτοί που έχουν καλή μνήμη- ποτέ πριν δεν έχει συμβεί κάτι ανάλογο στην Επίδαυρο. Κι έχουν κι αν έχουν περάσει από την ορχήστρα της μεγάλοι ηθοποιοί. Επί είκοσι καλοκαίρια έκανε ό,τι μπορούσε για να καθυστερήσει την αποθεώσή του. Αρνιόταν πεισματικά να πει το «ναι» στην αττική κωμωδία, γιατί δεν πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Αυτός που βρήκε τα κατάλληλα επιχειρήματα και τελικά τον έπεισε ήταν ο Γιώργος Μιχαηλίδης του «Ανοιχτού Θεάτρου». Οχι ότι του αφαίρεσε εντελώς τους φόβους του. Ο Θανάσης Βέγγος, ένας χριστιανός με τα όλα του, αισθάνθηκε την ανάγκη να καταφύγει λίγο πριν την πρεμιέρα στούς αρχαίους θεούς: «Οι θεοί της Επιδαύρου να βάλουνε το χέρι τους. Μου είναι αδύνατο να συμμαζέψω το φοβερό άγχος μου. Πάντα είχα φόβο, αγωνία και τρακ σε κάθε πρεμιέρα στο ""Δελφινάριο''. Διάβολε, στην Επίδαυρο τι πρέπει να 'χω. Πανικό νομίζω».

Τα παραπάνω δεν είναι «λόγια» του Θανάση Βέγγου. Είναι λέξεις του γραμμένες σε ένα κομμάτι χαρτί. Υπάρχει διαφορά. Ο καλός μας ηθοποιός εξακολουθεί να είναι του... «βωβού κινηματογράφου», όπως ο ίδιος λέει. Πήρε κάποτε την απόφαση να σιωπά και να αρνείται οποιαδήποτε επικοινωνία με τους ανθρώπους του Τύπου, που θα μπορούσε να γεννήσει κάτι παραπάνω από παράγραφο σε εφημερίδα ή περιοδικό.

«Δεν αποφεύγω τους δημοσιογράφους. Τον Βέγγο αποφεύγω από το 1981 και μετά», μου είχε πει πριν δυόμισι χρόνια. Κι αυτήν την απόφαση δεν την άλλαξε ούτε για χάρη των δημοσίων σχέσεων της πρώτης του αριστοφανικής παράστασης. Ετσι κι αλλιώς δεν τις είχε ανάγκη. Κανένας λοιπόν, δεν δικαιούται να θεωρεί ότι ξέρει ακριβώς τι κρύβεται πίσω από την περίεργη για τα ελληνικά δεδομένα στάση του Θανάση Βέγγου. Η λέξη σεμνότητα δεν ταιριάζει στο πάζλ. Αφήνει κενά. Το ίδιο και η πίκρα του για τον τρόπο που τελείωσε η κινηματογραφική του καριέρα, αυτήν που ο ίδιος είχε αρχίσει με χίλιους κόπους να κτίζει. Κι ας είναι δεδομένη. Δεν την έκρυψε ποτέ. Δεν είναι και λίγο πράγμα να έχεις ένα προσωπικό όραμα για μια λαϊκή κωμωδία, να τη στηρίζεις ως ηθοποιός, ως σκηνοθέτης και παραγωγός, και ξαφνικά να τη βλέπεις να καταρρέει.

Υπάρχει όμως, η εξής αντίφαση. Οσο περνούσαν τα χρόνια, όσο ο Θανάσης Βέγγος εξακολουθούσε να ζει απομονωμένος και να απέχει από κάθε κινηματογραφική δραστηριότητα τόσο το πρόσωπό του άρχισε να φωτίζεται διαφορετικά. Πρώτα οι κριτικοί και μετά το κοινό, συνειδητοποιούν ότι ο Θ.Β. - πράκτωρ 000 δεν είχε απλώς γέλιο να τους προσφέρει. Οι αραιές τηλεοπτικές εμφανίσεις του κάνουν ακόμη πιο έντονη την αίσθηση της απώλειας. Η σύγκριση με τις ταινίες του είναι αναπόφευκτη. Τόσο που ο Χρήστος Βακαλόπουλος, σε ένα κείμενο για τον Θανάση Βέγγο με τίτλο «Η μοναξιά του κωμικού μακρινών αποστάσεων», που έγραψε πολύ πριν αποχαιρετήσει τη ζωή, έφτασε στο σημείο να διαβάσει στο πρόσωπό του «πόσο θλιμμένος και ιδιαίτερα μόνος» ήταν. Δεν ξέρω αν είχε διαβάσει το κείμενο του Βακαλόπουλου ο Παντελής Βούλγαρης.

Οταν όμως, παρασύρει τον καλό του φίλο Θανάση και πάλι σε μια κινηματογραφική περιπέτεια, του δίνει το ρόλο ενός συνταξιούχου ναυτικού, που δεν τρέχει, δεν αγχώνεται και δεν γελά με τον παράλογο κόσμο. Ενα δραματικό, χαμηλόφωνο ρόλο. Ο καλύτερος Βέγγος και ο καλύτερος Βούλγαρης έκαναν το 1991 τις «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» να αντηχούν στις καρδιές μας με το μελαγχολικό ήχο μιας μουσικής του Χατζιδάκι. Εκαναν και τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο να γράψει: «Το βλέμμα του ώριμο, κουρασμένο, γλυκό και πικρό, πάντα θερμό, είναι σαν μαρτυρία μιας νέας, πιο δύσκολης φάσης της ζωής μας». Και ξαφνικά, ο Θανάσης Βέγγος έρχεται πάλι κοντά μας. Είναι αδυνατισμένος, τα μαλλιά του έχουν κάπως ασπρίσει, έχει περάσει τα 65 χρόνια του. Το νέο του πρόσωπο καθόλου δεν μας ξενίζει. Ούτε κι εμείς είμαστε πια παιδιά. Η δικιά του αλλαγή μάς προκαλεί το ίδιο δέος με τη δικιά μας. Μια νέα επαφή, πιο σίγουρη από ποτέ, κτίζεται ανάμεσά μας. Από μακριά πάντα. Χωρίς πολλά λόγια. Μαζεύουμε μόνο πληροφορίες από εκείνους τους τυχερούς που δουλεύουν μαζί του.

Τον Πατρίς Βιβάνκος, για παράδειγμα, που μετά τον Παντελή Βούλγαρη βάσισε πάνω στον Θανάση Βέγγο το αίσθημα της ταινίας του «Ζωή χαρισάμενη». Αίσθημα ταξιδιού, μοναξιάς, γηρατειών, θανάτου, εξορίας. Πόσο τη στήριξε ο Βέγγος την ταινία τού τόσο νεότερού του σκηνοθέτη. Αφέθηκε στα χέρια του, κι ας είχε μέσα του λύσεις και απόψεις για όλα τα προβλήματα, για όλες τις κινήσεις της κάμερας. Ταξίδεψε μέχρι την Κολομβία. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί αυτή η ταινία δεν μπόρεσε να νικήσει την αδράνεια του κοινού απέναντι στόν ελληνικό κινηματογράφο. Και μετά ήρθε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Στιβαρός, αποφασιστικός και σίγουρος, ολοκληρώνει στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» την νέα εικόνα του Θανάση Βέγγου: απελπισία, κυνικότητα, αλλά και τρυφερότητα ενός ταξιτζή που συνομιλεί με την παγωμένη φύση και προφέρει στίχους με την ίδια άνεση που στρώνει μια κουβέρτα στά πόδια του επιβάτη του. Μα δεν θα ξανατρέξει ποτέ πια ο Θανάσης Βέγγος μπροστά στις κάμερες; Ακόμη και ο Γιάννης Σολδάτος, που σέβεται τόσο την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, δραματικό ρόλο τού επιφύλαξε στην τηλεταινία «Βήματα», που θα δούμε του χρόνου στην ΕΤ-2. Τι πειράζει; Φτάνει να αλωνίσει και πάλι την Επίδαυρο. Φτάνει να τον σκηνοθετήσει ο Παντελής Βούλγαρης στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Φτάνει που είμαστε παρόντες στο δεύτερο υπέροχο κεφάλαιο αυτού του λαμπρού ηθοποιού.

(To κείμενο δημοσιεύθηκε στην "Ε", 28/12/1995)

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός