Έντυπη Έκδοση

Η εκπαίδευση στην Ε.Ε. του νεοφιλελευθερισμού

Εν μέσω ευρωπαϊκής κρίσης και σε μια περίοδο ραγδαίων αλλαγών σε ολόκληρο το φάσμα του κοινωνικού ιστού, ο ρόλος της εκπαίδευσης διαγράφεται ολοένα και πιο κρίσιμος.

Την ίδια στιγμή, πολλά από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. υλοποιούν μεταρρυθμίσεις, επιχειρώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην αντιμετώπιση των αναγκών των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων και τις επιταγές της κυρίαρχης ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Κοινό υπόβαθρο σχεδόν όλων των μεταρρυθμίσεων αποτελεί η προσπάθεια αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης η οποία μεταφράζεται σε μείωση των δημοσίων δαπανών, λήψη μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας και περικοπών, συγχωνεύσεις φορέων και οργανισμών, αμφισβήτηση των δημόσιων πολιτικών, αύξηση των ιδιωτικών δαπανών για την εκπαίδευση.

Σε πρόσφατη έκθεση προς την Ε.Ε. (Mark Bray: The challenge of shadow education, 2011) αναφέρεται ότι δίπλα στα επίσημα κρατικά συστήματα εκπαίδευσης αναπτύσσεται μια σκιώδης εκπαιδευτική βιομηχανία (ιδιαίτερα και ομαδικά μαθήματα-πρόσθετη ιδιωτική διδακτική στήριξη κ.λπ.) που κερδίζει έδαφος σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια.

Ενδεικτικά, το 2007, οι ιδιωτικές δαπάνες για αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών στη Γαλλία άγγιξαν τα 2,2 δισ. ευρώ, ενώ υπολογίζεται ότι το ποσό αυτό θα αυξάνεται με ρυθμό περίπου 10% το χρόνο. Σε Γαλλία και Βέλγιο, τα δίδακτρα υπερβαίνουν τα 30 ευρώ την ώρα. Στη Γερμανία, εκτιμάται ότι περίπου 1,1 εκατομμύρια έφηβοι (το 14,8%) του μαθητικού πληθυσμού λαμβάνουν ιδιωτική εξωσχολική βοήθεια, ενώ 1,5 δισ. ευρώ δαπανώνται ετησίως για εκπαιδευτική υποστήριξη κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Στη νότια Ευρώπη, όπου τα κρατικά συστήματα εκπαίδευσης αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες, καταγράφεται επίσης μια ισχυρή τάση για επιπλέον υποστηρικτική εκπαίδευση, με τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Κύπρο και την Πορτογαλία να τινάζονται στα ύψη. Σύμφωνα με την έκθεση ακόμα και στις σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή της διεθνούς εκπαιδευτικής κατάταξης (PISA) η πρόσθετη ιδιωτική διδακτική στήριξη αν και σε χαμηλά επίπεδα, έχει αρχίσει να υφίσταται.

Τη στιγμή που οι ιδιωτικές δαπάνες για την παιδεία αυξάνονται με τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς να επιβαρύνονται επιπλέον, πρόσφατα στοιχεία (Center for Development for Education and Training, 2011) δείχνουν ότι η αυξανόμενη ύφεση θα προκαλέσει σημαντικές μεταβολές στην απασχόληση με συνέπεια τη δραματική μείωση θέσεων εργασίας. Εκεί που διαφαίνεται η μεγαλύτερη απώλεια θέσεων εργασίας μέχρι το 2020, είναι στον πρωτογενή τομέα (απώλεια 2,5 εκατομμυρίων) και τις βασικές μεταποιητικές δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα (απώλεια 1,2 εκατομμυρίων) ενώ προβλέπεται μια σαφής αυξητική στάση προς τους τομείς των υπηρεσιών (διανομή, μεταφορές, ξενοδοχεία, εστιατόρια). Οι προβλέψεις αναφέρουν ότι έως το 2020, 8 εκατομμύρια περισσότερες θέσεις εργασίας θα αφορούν στελέχη επιχειρήσεων, επαγγελματίες και τεχνικούς βοηθούς, ενώ 2 εκατομμύρια θα αφορούν τομείς όπως οι πωλήσεις, η ασφάλεια, η καθαριότητα, η τροφοδοσία, η φροντίδα προσώπων. Αντίθετα, 5 εκατομμύρια θέσεις αναμένεται να χαθούν από τις κατηγορίες των ειδικευμένων χειρωνακτών και υπαλλήλων γραφείου.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι μέσα στον κυκεώνα των εξελίξεων αυτών, οι μεταβολές στα μοντέλα εκπαίδευσης και απασχόλησης θα προκαλέσουν αλυσιδωτές αλλαγές στη δομή και το περιεχόμενο των σπουδών, με αποτέλεσμα τη συνακόλουθη μεταβολή και των προσόντων που θα απαιτούνται για την άσκηση των επαγγελμάτων. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, την επόμενη δεκαετία στην Ευρώπη των 500 εκατ. εργαζομένων, τα 78 περίπου εκατ. θα κατέχουν χαμηλά προσόντα και δεξιότητες, ενώ παρουσιάζεται μια εμφανώς ανοδική τάση για αύξηση ζήτησης των μεσαίων και υψηλών προσόντων στην αγορά εργασίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι θα είναι περισσότερο πιεστική η ανάγκη για απόκτηση, πιστοποίηση και αναγνώριση προσόντων στην ελεύθερη αγορά.

Ακόμα όμως και αν η κλίμακα των προσόντων θα είναι κοινή σε όλη την Ε.Ε., αν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι κοινωνικές, οικονομικές και εκπαιδευτικές ανισότητες, το ήδη υπάρχον αναπτυξιακό χάσμα ανάμεσα σε Βορρά και Νότο θα οξύνεται διαρκώς, αφού η κινητικότητα της εργασίας θα ευνοεί μονομερώς τους ισχυρούς, ενώ οι μη έχοντες προσόντα θα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στον κοινωνικό αποκλεισμό. Επιπλέον θα δημιουργούνται ακόμα μεγαλύτερες ανισότητες στους μισθούς και τις συντάξεις, στην ποιότητα της εκπαίδευσης, στα κοινωνικά αγαθά, στην ποιότητα ζωής των εργαζομένων της Ευρώπης.

Ευνοήτως λοιπόν, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης οι κοινωνικά αδύναμοι και οι μη έχοντες προσόντα δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα με τον τρόπο που αυτά διαμορφώνονται στις «αρένες» της εκπαίδευσης και της απασχόλησης. Ηδη τα φαινόμενα της αυξανόμενης σχολικής διαρροής, η υποβάθμιση των δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η δημιουργία μεγάλων «ιδιωτικών βιομηχανιών» σε όλες τις βαθμίδες και εκδοχές της εκπαίδευσης, ο ευτελισμός των σπουδών, η ανεργία και οι ταπεινωτικοί μισθοί του εργατικού δυναμικού στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα αποτελούν μερικά μόνο εμφανή συμπτώματα του πολιτικού προσανατολισμού που ακολουθείται ναρκοθετώντας το μέλλον του κράτους δικαίου και της κοινωνικής συνοχής.

Επιπροσθέτως, η αρχιτεκτονική των πολιτικών αυτών βασιζόμενη στο ιδεολογικό πρόταγμα του νεοφιλελευθερισμού μετατρέπει σταδιακά την εκπαίδευση από δημόσια πολιτική σε ιδιωτική μέριμνα, διανοίγοντας μια ζοφερή προοπτική όπου η καθολική, δημόσια και δωρεάν πρόσβαση στη γνώση (άρα και η πρόσβαση σε προσόντα και κοινωνικά αγαθά) θα αποτελεί από τη μια προνομιακή υπόθεση για τους λίγους και από την άλλη «ιστορική ανάμνηση» για τους πολλούς.

Στην Ελλάδα, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι συνθήκες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα θα χειροτερεύσουν αισθητά. Πέρα από τα κοινώς ομολογούμενα προβλήματα της ανεργίας, της υποβάθμισης των πτυχίων και των διπλωμάτων, τις υπέρογκες ιδιωτικές δαπάνες για την παιδεία, την εκπαιδευτική υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών, η χώρα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με το φάσμα μιας βαθιάς και συθέμελης κρίσης αξιών. Οσο η εκπαίδευση δεν θα μπορεί να επιφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα μιας καλύτερης ζωής τόσο θα απαξιώνεται περισσότερο και οι νέοι θα της γυρίζουν την πλάτη. Και το χειρότερο: όσο οι εκπαιδευτικές ανισότητες θα διευρύνονται, τόσο οι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί θα αδυνατούν να συμβάλουν στη δημιουργία οδών και ευκαιριών ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας υπέρ των αδυνάτων και των κοινωνικά μειονεκτούντων.

Την ίδια στιγμή που οι εφαρμοζόμενες πολιτικές πρεσβεύουν τον ορθολογισμό, εκθειάζουν την τεχνοκρατική επάρκεια και επικαλούνται το ρεαλισμό των αριθμών, η χώρα οδηγείται σταθερά στη φτώχεια, την υπανάπτυξη και την επιτήρηση. Ταυτόχρονα όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με την κατάρρευση όλου του αξιακού της εποικοδομήματος. Τα πολιτικά σύμβολα, οι ιδεολογικές νόρμες, τα κομματικά θέσφατα, οι κοινωνικές βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών όχι μόνο αμφισβητούνται αλλά αδυνατούν καταφανώς να επουλώσουν το πλήγμα που έχει υποστεί η ταυτότητα και η συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.

Στην επιβεβλημένη προσπάθεια να αλλάξει σελίδα ο τόπος, το εκπαιδευτικό μας σύστημα απαιτείται να καταστεί επίκεντρο του επαναπροσδιορισμού των κοινωνικών μας συντεταγμένων, να αποτελέσει το βασικό όχημα για την ανασύνθεση του «αξιακού μας σύμπαντος» δίνοντας ελπίδα και όραμα ζωής στους νέους ανθρώπους. Αυτό όμως προϋποθέτει όχι πρακτικές διαχείρισης της κρίσης αλλά κυρίως πολιτικές υπέρβασης και δημοκρατικής αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων που τη δημιούργησαν.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Εκπαίδευση