Έντυπη Έκδοση

ΤΣΙΜΕΝΤΟ - ΚΙΤΣ

Πόλεις για γέλια και για κλάματα

Ελβετικό σαλέ στη Μύκονο, μοιάζει σύντομο ανέκδοτο, είναι όμως μια θλιβερή πραγματικότητα, αφού η άναρχη ανοικοδόμηση και η κερδοσκοπική προσέγγιση του κτισμένου περιβάλλοντος έχουν μετατρέψει συχνά στη χώρα μας άλλοτε παραδεισένια τοπία σε κακόγουστα σκηνικά χολιγουντιανής ταινίας.

Αστικό παλατάκι από την έκθεση «Greatest Kitsch 2009» - φωτ. Δάφνη Δημητριάδη Αστικό παλατάκι από την έκθεση «Greatest Kitsch 2009» - φωτ. Δάφνη Δημητριάδη Το αποτέλεσμα είναι, ταξιδεύοντας στην περιφέρεια με αφορμή τις θερινές διακοπές και αντικρίζοντας κάποιο καινούργιο αρχιτεκτονικό τερατούργημα, να διαπιστώνουμε ότι κάθε πέρσι και καλύτερα. Παρόμοιες οι συνθήκες στις πόλεις, όπου η έλλειψη σχεδιασμού, η αυθαίρετη δόμηση και η προκάτ λογική αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της πολεοδομικής ανάπτυξης. Αν σε αυτά προσθέσουμε ότι τις περισσότερες φορές κύριος σκοπός των κρατικών παρεμβάσεων στο κτισμένο περιβάλλον είναι η εξοικονόμηση πόρων και η ανάπτυξη των πελατειακών σχέσεων, κατανοούμε ότι υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στη νεοελληνική αισθητική και τη μάλλον αμφιλεγόμενη ηθική πολλών συμπατριωτών μας.

Πρόσφατο παράδειγμα η τακτοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων, που προτείνει η κυβέρνηση και έρχεται να νομιμοποιήσει αισθητικά εγκλήματα που διέπραξαν μες στον χρόνο νοικοκυραίοι και εργολάβοι στο όνομα της βολής τους και της κερδοσκοπίας αντίστοιχα.

«Καθένας έχει τον παράδεισο που του αξίζει» είναι ο τίτλος ενός γνωστού διηγήματος του Οκτάβιο Παζ, και ο παράδεισος που αξίζει στον σύγχρονο Ελληνα μάλλον μοιάζει περισσότερο με κόλαση. Ετσι, τόνοι μπετόν, απειλητικές πολυώροφες πολυκατοικίες, παραβιασμένες αμμουδιές, κτισμένα δάση και σκουπίδια αποτελούν μόνον ορισμένα από τα συστατικά ενός εκρηκτικού κοκτέιλ που απειλεί να εξαφανίσει για πάντα την ποιότητα από την καθημερινότητά μας.

Πίσω στον χρόνο αναζητούμε τις ρίζες του προβλήματος, στον Μεσοπόλεμο, στην εποχή του καραμανλικού εκσυγχρονισμού και της αντιπαροχής, στη χούντα. Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα έγκλημα διαρκείας, που ολοκληρώνεται σήμερα στην εποχή του real estate και έχει κυρίους υπεύθυνους τους εκάστοτε κυβερνώντες και θύματα-θύτες τους Ελληνες πολίτες.

Είναι σαφές ότι η παρανομία και η κακοποίηση του περιβάλλοντος δεν γνωρίζουν κάστες ούτε οικονομικά στρώματα, και μία ακόμη απόδειξη είναι ο οικισμός αξιωματικών που κατασκευάστηκε πρόσφατα στην καρδιά του Υμηττού, χωρίς οικοδομική άδεια και άδεια από το δασαρχείο, και αποτελεί μία ακόμη τσιμεντένια «όαση» ανάμεσα στα πεύκα. Γεγονός που, μεταξύ των άλλων, επιβεβαιώνει και τις υποψίες όσων ισχυρίζονται ότι οι φωτιές είναι και θα παραμείνουν ο βασικός μηχανισμός πολεοδομικής ανάπτυξης.

Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού ισχύει επίσης στην Ελλάδα, και μια τροχοβίλα στην παραλία ενδέχεται να μετατραπεί σύντομα σε ένα εξοχικό με τα όλα του, ευρύχωρο και σε άμεση επαφή με το κύμα.

Είναι πολλά τα παραδείγματα προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και τα κενά της νομοθεσίας, που, παρά ταύτα, κρίνεται από τους ειδικούς ως εξαιρετικά και χωρίς λόγο πολύπλοκη, σε σχέση με εκείνη πολλών ευρωπαϊκών χωρών, με αποτέλεσμα να ανοίγεται σε πολλαπλές ερμηνείες και να ευνοεί τις παρατυπίες.

Υπάρχουν όμως ελπίδες για το μέλλον; Οι πιο αισιόδοξοι πιστεύουν ότι η κατάκτηση ενός άλλου επιπέδου κοινωνικής συνείδησης θα υπερισχύσει της κακογουστιάς και της λογικής της κερδοσκοπίας και του νεοπλουτισμού, ωστόσο είναι πολλοί εκείνοι που πιστεύουν ότι η ζημιά έχει γίνει και μόνο με τολμηρά, αλλά και συνάμα εξαιρετικά αντιλαϊκά μέτρα, όπως είναι οι μαζικές κατεδαφίσεις, μπορεί να λυθεί το πρόβλημα.

Ενα πράγμα είναι σίγουρο: Αν εξακολουθήσουμε να κινούμαστε στην ίδια κατεύθυνση, κινδυνεύουμε να χάσει η χώρα μας την αίγλη που της χαρίζουν οι σπάνιες φυσικές ομορφιές της και η πλούσια ιστορία της. Και αυτό ισχύει τόσο για τους κατοίκους της όσο και για εκείνους που κάθε χρόνο την επισκέπτονται.

Η «Ε» φωτογράφισε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα παραβάσεων και νεοελληνικού κιτς, τα πλήρη στοιχεία των οποίων βρίσκονται στη διάθεση των αρμόδιων Αρχών.

Γιατί η Αθήνα γίνεται όλο και πιο άσχημη;

Τι είναι μια πόλη; Τι είναι η Αθήνα; Τυφλός μηχανισμός που λειτουργεί ανεξάρτητα ή και ενάντια στις ανάγκες και τις επιθυμίες των κατοίκων της ή ζων οργανισμός;

Εκφραση ενός κόσμου ιδεών στον χώρο ή παιδί της καταστροφής και της εκμετάλλευσης, που μεταμφιέζονται σε αναγκαιότητα; Σχέση με τη μνήμη, τη φύση, την ιστορία, προσωπική πλοήγηση και βίωμα, ή πεδίο αδίστακτου πλουτισμού; Μια ανοιχτή σκηνή χωρίς υποβολείο ή περίκλειστος οίκος εμπορίου, όπου κυριαρχούν οι μυημένοι και δεινοπαθούν οι αμύητοι; Μια πόλη, η Αθήνα, είναι όλες οι πόλεις που συμπυκνώνονται στην πραγματικότητα, στη φαντασία ή στους εφιάλτες των κατοίκων της. Είναι οι πόλεις, είναι η Αθήνα, πράγματα και πρόσωπα ή μόνο φευγαλέες αισθήσεις ανυπόταχτες στην κατανόηση; Εικόνες όρθιες και ανεστραμμένες, νυχτερινές ή και λουσμένες στο, συχνά ανελέητο, φως, μυρωδιές, αποφορές, γεύσεις, αγγίγματα, φωνές, κραυγές; Ηχοι ανελέητοι, εκσκαφείς και τρυπάνια που κατασκευάζουν καταστρέφοντας, φωνές αυτών που ζουν εδώ από καιρό, τραγουδιστές φωνές των άλλων, που μόλις έφτασαν και προσπαθούν να επουλώσουν το τραύμα της απώλειας, να κρατήσουν κάτι από αυτά που έχασαν δηλώνοντας μια παρουσία;

Μια φροϊδική εικόνα έρχεται στον νου μου: Η Γκραντίβα, η φανταστική ιδανική κοπέλα που αναζητά ανάμεσα στα σπασμένα αγάλματα ο αρχαιολόγος Νόρμπερτ στη χαμένη πόλη, την Πομπηία, και που δεν είναι άλλη από τη Ζωή, την πραγματική κοπέλα, που έχει ερωτευτεί στη γενέτειρα πόλη του, στη Γερμανία, και που τον έρωτά της έχει ξεχάσει/απωθήσει. Το πραγματικό και το φανταστικό συνδέονται με χώρους, αναδύονται και επιβεβαιώνονται μέσα σ' αυτούς. Μέσα στις πόλεις τα μνημεία, άυλα και υλικά, διασώζουν τα συντρίμμια μιας πρωταρχικής μνήμης που χάνεται και κερδίζεται. Η εικόνα μοιάζει πολύ αιθέρια για όποιον θέλει να μιλήσει για τη σημερινή κατάσταση της Αθήνας. Κι όμως, μια αναλογία δυστυχώς υπάρχει: Αν η Πομπηία τάφηκε κάτω από το τεράστιο κύμα λάβας του Βεζουβίου, η Αθήνα μοιάζει το θύμα ενός κατακλυσμού που πνίγει σε ένα κύμα αφασίας, κακογουστιάς, εκμετάλλευσης και μπετόν τα σχήματα και τις μνήμες, το περιβάλλον και την ίδια την ψυχή της πόλης. Στην Αθήνα έχουμε να κάνουμε με ένα συλλογικό απωθημένο, που επιστρέφει σαν σύμπτωμα και ορίζει την παθογένεια της πόλης ως «περιστατικού». Ισως γι' αυτό και είναι τόσο προβληματική η έννοια του πολίτη στον τόπο μας. Γιατί δεν υπάρχουν πολίτες δίχως πόλη.

Ολοι αναγνωρίζουμε ότι η Αθήνα είναι μια προβληματική πόλη. Αναρχη και αυθαίρετη δόμηση, συνεχείς παρανομίες με κέντρο την ίδια την Πολεοδομία, στενοί δρόμοι με λακκούβες, μπαλωμένα με κάθε λογής πλάκες πεζοδρόμια, αυτοκίνητα παρκαρισμένα στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, τα άβολα με τσιμπλιασμένα φώτα λεωφορεία, που δεν φτάνουν ποτέ, τα ελάχιστα πάρκα, τσιμέντο που οργιάζει ακόμα και σε πλατείες ή άλλους κοινόχρηστους χώρους. Η πολυκατοικία, που όλο και ψηλώνει, με τις βεράντες, άσχημες και άχρηστες, σε μια πόλη που δεν αναπνέει, φορτωμένες με σιδερένιες ντουλαπίτσες και άλλα άχρηστα, που οι κάτοικοι φυλάνε με ευλάβεια, παραγεμίσματα ενός ψυχικού και πνευματικού κενού. Σκουπίδια, με τους παράταιρους πάντα ξεχειλισμένους και βρώμικους κάδους. Ούτε οι κάδοι των σκουπιδιών δεν έχουν μια ταυτότητα σ' αυτή την πόλη, έστω μια βρώμικη, ξεσκισμένη ταυτότητα - κάθε νέα μίζα και άλλο χρώμα. Η παντελής έλλειψη θέας για την τραγική πλειονότητα των οικοδομών, εκτός κι αν ως θέα λογίζονται τα ίδια τα άσχημα κτίσματα, που γίνονται πιο άσχημα ακόμα, όταν θέλουν να πρωτοτυπήσουν με κάτι παράλογες δήθεν ποστ μόντερν καμπύλες και κιγκλιδώματα, με τις άσχημες ταράτσες πλημμυρισμένες από τις κεραίες των τηλεοράσεων και των κινητών.

Μια πόλη καλωδιωμένη και φυλακισμένη σε ένα μέσα, το σπίτι, την τηλεόραση, το Ιντερνετ, που μαζί με το «σύνθετο» γίνονται τρόπος «γνώσης» και ζωής. Μια πόλη με περιορισμένο αριθμό μνημείων, που σχεδόν κανείς δεν μπορεί να διακρίνει από απόσταση. Ακόμα και πρόσφατα κτίρια-αναφορές έχουν χτιστεί εις βάρος και ερήμην του πολεοδομικού ιστού, όπως το Μέγαρο Μουσικής, που με τις συνεχείς επεκτάσεις του υιοθετεί και αυτό το μοντέλο ενός ανερμάτιστου γιγαντισμού, ή το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, όσο και αν εσωτερικά περικλείει τόσο σπουδαία έργα, προσβάλλει με τον ασυμμάζευτο όγκο του τον βράχο της Ακρόπολης και τα γύρω κτίσματα. Μια πόλη με μείζονα αναφορά στην Ακρόπολη, αυτό το κατ' εξοχήν μνημείο, που ελάχιστοι έχουν την τύχη να το ατενίζουν ξυπνώντας το πρωί - πώς να το επισκεφτείς μετά, όταν δεν είναι μέσα στις ψυχοσωματικές αναφορές σου; Μια πόλη που παρουσιάζει μια εξαιρετική δυνατότητα να αυτοκαταστρέφεται εν ονόματι του κέρδους των εργολάβων της, μεγάλων και μικρομεσαίων, που το πιο τραγικό είναι ότι μαζί με τους εργάτες και τους μηχανικούς, δεν ξέρουν ή ξέχασαν πια να χτίζουν, αφού ούτε το χρήσιμο ούτε το άχρηστο μπορούν να καταφέρουν να σταθεί, αφού όλοι χτίζουν εν ονόματι μιας ψυχαναγκαστικής τάσης για αλλαγή, χωρίς πυξίδα και σηματωρό.

Το σημερινό πρόβλημα της Αθήνας ανάγεται για κάποιους στην ίδια την ιδρυτική της πράξη, κατ' άλλους στον Μεσοπόλεμο με τις οικιστικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, ή στην εποχή του καραμανλικού εκσυγχρονισμού και της περίφημης αντιπαροχής, και πιο πρόσφατα ακόμα, στην εποχή της χούντας. Ολες οι παραπάνω απόψεις συγκλίνουν στο ότι στην πόλη αυτή δεν υπήρξε ποτέ ένας κεντρικός σχεδιασμός και όταν υπήρξε είτε δεν εφαρμόστηκε είτε ήταν κοντόθωρος και καταστροφικός. Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε ότι ισχύουν όλοι οι παραπάνω λόγοι για τη δυσανεξία που βιώνουμε, δύο είναι τα ζητήματα που ανακύπτουν: Γιατί συνεχίζεται και επιδεινώνεται αυτή η κατάσταση, και το πιο σημαντικό, γιατί η Αθήνα γίνεται όλο και πιο άσχημη; Η ασχήμια αυτή δεν είναι μόνο ένα αισθητικό μέγεθος. Είναι πρώτιστα πολιτικό και ηθικό. Η ασχήμια αυτή διαποτίζει τις καθημερινές σχέσεις των κατοίκων, αποθαρρύνει και ευνουχίζει όσους θέλουν να δράσουν ως πολίτες, βυθίζει σε μια αδράνεια και έναν μιμητισμό τους άλλους, που έχουν ως μέλημα μόνο την επιβίωση, και που χρειάζονται ακόμα νεκρούς για να αποδιώξουν την απονέκρωση από μέσα τους.

Ο κύριος λόγος γι' αυτή την ηθικοπολιτική ασχήμια είναι πρώτα απ' όλα το κέρδος, με το κράτος και την τόσο συχνά ανθυγιεινή ιδιωτική πρωτοβουλία να παραβγαίνουν. Μοιάζει σαν οι κάτοικοι της πόλης αυτής, αλλά και των άλλων ελληνικών πόλεων που τη μιμούνται, να πάσχουν από ένα βουλιμικό σύνδρομο, απότοκο εσωτερικού κενού. Το σύνδρομο αυτό τους οδηγεί να τρώνε μέχρι παχυσαρκίας, να αγοράζουν απανωτά αυτοκίνητα, να χτίζουν σπίτια, να τα γεμίζουν με κάθε λογής καταναλωτικά σκουπίδια, να ταπετσάρουν τους εξωτερικούς χώρους με διαφημίσεις. Ακόμα και τα γκράφιτι, που θα ήταν με μέτρο μια λύση ανάγκης για την ασχήμια, γίνονται οπουδήποτε και καθ' υπερβολήν, ώστε τίποτε να μη μείνει κενό. Ο φόβος του κενού στον μέσα και τον έξω χώρο. Η πόλη αυτή στερείται προσώπου γιατί έχει μεταφέρει το πρόβλημα της διαχείρισης του ιστορικού χρόνου στην κακοδιαχείριση του χώρου.

Αν όμως η αισθητική είναι πολιτική, τότε αυτό που λείπει από την Αθήνα είναι η πραγματική δυνατότητα πολιτικής διαχείρισης του χώρου της. *

Τα ημι- που κατεδαφίζουν τις ζωές μας

Ημι-υπαίθριος: μια προσπάθεια να εξασφαλιστούν στις κατοικίες, στις πόλεις, ενδιάμεσοι βιώσιμοι χώροι, που προσφέρουν ποιότητα ζωής στις κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδας.

Ημι-μέτρα: μια κοινωνία που αδυνατεί να υπερασπιστεί την τήρηση των μέτρων και των νόμων.

Ημι-παράνομα: μια πολιτική που εμπλέκει και ενοχοποιεί σύμπασα την κοινωνία επιτρέποντας την αυθαιρεσία.

Ημι-αγρία: μια κοινωνική κατάσταση που κανιβαλίζει το σύγχρονο περιβάλλον και το κάνει βορά στο κοντόφθαλμο κέρδος, οικονομικό και πολιτικό.

Ημι-θανής: μια πόλη σε κώμα, κατεστραμμένη κάτω από την πολιτική των παραχωρήσεων χωρίς άποψη και στόχους.

Ημι-τρελοί: αρχιτέκτονες που καλούνται να επιβιώσουν στο σχιζοφρενές αυτό πλαίσιο, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις αλλοπρόσαλλες απαιτήσεις της Πολιτείας και τους αλλοπρόσαλλους ημι-κανόνες.

Αυτό που περιγράφεται παραπάνω δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαπιστωμένη κρίση της ελληνικής κοινωνίας και πώς αυτή παρουσιάζεται στο κτισμένο περιβάλλον και στις πόλεις.

Εκεί που πιστεύει κανείς ότι ήγγικεν η ώρα, ότι έχουν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση, για να αρχίσουν να παίρνονται μέτρα με στόχο την πόλη, τη βελτίωση του χώρου για τους κατοίκους, έρχονται οι πραγματικές συνθήκες για να μας διαψεύσουν. Η ποιότητα και πάλι δεν παίζει κανένα ρόλο, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης μοιάζει να μην απασχολεί κανέναν. Οι αρνητικές κινήσεις, οι αρνητικές αποφάσεις αυξάνουν. Πληρώνουμε για να νομιμοποιηθούν οι παράνομα κλεισμένοι ημιυπαίθριοι και συγχρόνως τροποποιείται η νομοθεσία ώστε, επί της ουσίας, να καταργηθούν οι ημιυπαίθριοι. Θεσμοθετείται η κατάργηση σημαντικών ποιοτικών χώρων στα κτίρια της πόλης, αποδεχόμαστε μια ήττα και την εξαργυρώνουμε με χρήμα.

Το κτισμένο περιβάλλον ήταν και παραμένει στο κέντρο των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, αλλά με κερδοσκόπο προσέγγιση και μόνο. Οι φωτιές είναι και θα παραμείνουν ο βασικός μηχανισμός πολεοδομικής ανάπτυξης, με την εκ των υστέρων νομιμοποίηση των αυθαιρέτων. Η πόλη, δυστυχώς, είναι κεντρικός μηχανισμός των πελατειακών σχέσεων και των εκλογικών αναμετρήσεων. Ολα αυτά είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πώς και πότε θα αφυπνιστούν εκείνες οι δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας που θα θέσουν τέρμα σε αυτή την παρακμή και θα ασχοληθούν με τα θέματα της ποιότητας του αρχιτεκτονικού χώρου. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνον αν αλλάξουν οι απαιτήσεις και οι ανάγκες της κοινωνίας. Είναι η μόνη κινητήρια δύναμη που μπορεί να επηρεάσει τις συνθήκες, απαιτώντας την παροχή ποιότητας πέρα από ποσότητα στον χώρο.

Η πολεοδομική νομοθεσία γίνεται όλο και πιο πολύπλοκη, μπερδεύεται, ανοίγεται σε πολλαπλές ερμηνείες και βίτσια επιτροπών επί επιτροπών, που συχνά αποθεώνουν την αυθαιρεσία, την προσωπική ερμηνεία και τη συνδιαλλαγή. Ενα μέτρο που θα μπορούσε να διευκολύνει το «κτίζειν» είναι η απλοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας στους εξής βασικούς περιορισμούς: Να ορίζει τον μέγιστο όγκο του κτίσματος, το μέγιστο ύψος, τη μέγιστη κάλυψη και τα μέγιστα τετραγωνικά κλειστού χώρου. Αυτές οι βασικές αρχές είναι αρκετές για να προσδιορίσουν το μέγεθος του κτίσματος στην πόλη. Οσο πιο απλή η νομοθεσία, τόσο πιο εύκολο είναι να ελεγχθεί, τόσο πιο εύκολο είναι να εφαρμοστεί, τόσο πιο εύκολο να επιτευχθούν αρχιτεκτονικές λύσεις, τόσο πιο δύσκολο να γίνουν παρανομίες.

Το σίγουρο βέβαια είναι ότι η νομοθεσία, όσο εμπνευσμένη και να είναι, δεν μπορεί να καθορίσει την ποιότητα στον χώρο, μόνο κανονιστική λειτουργία έχει. Μπορεί να επιτρέψει τη δημιουργία ποιοτικού χώρου, αν αυτό γίνει ανάγκη της κοινωνίας ώστε να το απαιτήσει.

Ζητούμενο είναι η κατάκτηση ενός άλλου επιπέδου κοινωνικής συνείδησης. Εως τότε, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση και κάθε οικονομική κρίση οι ημιυπαίθριοι θα καλύπτονται, εκ των υστέρων θα νομιμοποιούνται και σταδιακά θα τείνουν προς εξαφάνιση. Οταν αυτός ο κύκλος ολοκληρωθεί, θα βγούμε προς ανεύρεση του επόμενου χώρου που θα μπει «στον πάγκο του χασάπη». Ο χώρος, από την πόλη μέχρι το κτίριο, είναι αδιαφιλονίκητο σημάδι πολιτισμού. Η μείωση των υπαίθριων χώρων με άλλοθι τη συστηματική -ημι- νόμιμη καταπάτησή τους είναι στοιχείο πολιτιστικού εκμαυλισμού και αφορά με τρόπο άμεσο την ποιότητα ζωής.

Μαρία Κοκκίνου - Ανδρέας Κούρκουλας, αρχιτέκτονες

Απέραντο «βλαχο - Λας Βέγκας»

Με την Επανάσταση όμως του '21, κάνει δειλά την εμφάνισή του το καλόγουστον του αθανάτου Ελληνος με πρώτον «αισθητικόν» τον βωμολόχον αρχιστράτηγον Γεώργιον Καραϊσκάκην που αφού κατά κόρον έδειξε τα οπίσθιά του στους Οθωμανούς, αποφάσισε να δείξει και τις διακοσμητικές του ικανότητες φτιάχνοντας στην Αράχωβα μια θαυμάσια πυραμίδα, χρησιμοποιώντας σαν πρώτη ύλη τα κομμένα κεφάλια μερικών Τούρκων.

Ισως αυτή η ατραξιόν να ήταν και το έναυσμα για την τουριστική ανάπτυξη της Αράχωβας που πήρε τόσο κολοσσιαίες διαστάσεις επί των ημερών μας.

Μποστ, «Η ευτυχία να είσαι κακόγουστος».

Οποιαδήποτε συζήτηση ανοίξει για την ανοικοδόμηση της ελλαδικής επαρχίας από (Αθηναίους ως επί το πλείστον) διανοούμενους και αρχιτέκτονες φαίνεται καταδικασμένη να καταναλωθεί σε καταγγελίες σχετικά με το «κακό γούστο» και την «κιτς αισθητική» του χτισμένου της περιβάλλοντος. Ομως αυτοί οι όροι διεθνώς πλέον αποσύρονται ως ακατανόητοι (τι ακριβώς σημαίνουν αλήθεια;) ή ακόμη και ρατσιστικοί. Είναι αλήθεια, σε σχέση με τη (σχετική) οργάνωση των μεγάλων πόλεων στην Ελλάδα, η επαρχία εμφανίζει μια τελείως άλλη εικόνα. Εκεί τα ολυμπιακά έργα της Αττικής δεν έφτασαν ποτέ (άντε να έχουμε κάποια υπερ-γέφυρα ή υπερ-λεωφόρο) και η πατροπαράδοτη «ειδική μεταχείριση» της Θεσσαλονίκης, υδροκεφαλικά φορτωμένης με μουσεία, ιδρύματα και οργανισμούς, χωρίς κοινό όμως, απουσιάζει επίσης.

Επιγραφές, φωτεινές και μη, αφίσες και διαφημίσεις τοπικών επιχειρήσεων, καφετέριες, σιντριβάνια, πηγάδια, αγάλματα, μνημεία και προτομές, προκάτ αρχιτεκτονική, εκκλησίες, εκκλησάκια και εικονοστάσια (η Ορθοδοξία μοιάζει να έχει επικρατήσει αισθητικά πολύ περισσότερο στην περιφέρεια παρά στο κέντρο), νάιτ κλαμπ, σκυλάδικα, κονσομασιόν («Προσεχώς Βουλγάρες»), πανηγύρια, γιορτές κρασιού, πλανόδιοι πάγκοι και τροχόσπιτα: Η αρχιτεκτονική τυπολογία της ελλαδικής επαρχίας δεν είναι ακριβώς διαφορετική από αυτή των μεγαλουπόλεων (οι περισσότεροι τύποι συναντώνται και στο κέντρο), αποκτά όμως διεστραμμένη κλίμακα, με κύριο οπλοστάσιο τον γύψο. Οι αιτίες αυτών των διαφοροποιήσεων είναι -φυσικά- πολλές: Ο νεοπλουτισμός φαίνεται να παίρνει άλλη διάσταση εκεί - η επαρχία μοιάζει να απολαμβάνει μια ευμάρεια άγνωστη στην Αθήνα (οι περιβόητες αγροτικές επιχορηγήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης;). Ο τουρισμός και ο παραθερισμός, παραθαλάσσιος αλλά και ορεινός, απέβησαν εκρηκτικά κοκτέιλ οικοδομικών υπερθεαμάτων. Ναι, μπορεί να βρει κανείς ομοιότητες στην ανώμαλη ανοικοδόμηση στη Ζαχάρω με αυτή της Πεντέλης, στην πρώτη, όμως, μοιάζει να ακολουθεί μια πολεοδομική διαδικασία χολιγουντιανού στιλ.

Επιβιώνει άραγε κάτι «αυθεντικό» στην ελλαδική επαρχία; Μα ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο, θα σπεύσουν να διορθώσουν οι ανθρωπολόγοι. Παρ' όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει: πώς να προσεγγίσουμε αυτό το απέραντο «βλαχο-Λας Βέγκας» που έχει δημιουργήσει η ευμάρεια της Μεταπολίτευσης... Ενα άλλο καίριο ερώτημα σήμερα είναι αν η τρομοκρατική εικόνα, πρωτοφανής για τους ανυποψίαστους Αθηναίους διανοούμενους και αρχιτέκτονες των '80s, της ελλαδικής επαρχίας που κατέγραψε η ομάδα του περιοδικού «Αντί» για την έκθεση/έκδοση Κάτι το Ωραίον το 1984 έχει σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Εν μέρει η σημερινή επαρχία μοιάζει με την Αθήνα του '60 ή του '70, με τον ίδιο τρόπο που οι ελληνοαμερικανικοί θύλακοι στον Νέο Κόσμο φαίνονται παγωμένοι στον χρόνο. Ρετρό για την Αττική αξίες όπως το καμάκι, το αντιηλιακό με άρωμα καρύδα, οι τσολιάδες και το κομπολόι, το μουστάκι, το μποντιμπίλντιγκ και οι κόντρες με μηχανές παραμένουν επίκαιρα θέματα στην πάντα ανήσυχη επαρχία της Ελλάδας. Με τον ίδιο τρόπο που οι (πτωχοί) επαρχιώτες κατέκλυσαν την Αθήνα της δεκαετίας του '60, οι (εύποροι) Αθηναίοι επέδραμαν στην επαρχία μετά τη μεθεπόμενη δεκαετία χτίζοντας εξοχικά και βίλες. Η «ραγδαία εξέλιξις του Ελληνος», που έγραφε ο Μποστ στην έκδοση Κάτι το Ωραίον, σε όλο της το μεγαλείο. Μα, σταθείτε, οι μεν δεν ήταν οι ίδιοι με τους δε; Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ, με άλλα λόγια...

«Μπορεί η Αθήνα να είναι ένα μεγάλο χωριό kitsch, η ελπίδα όμως είναι να μετατραπεί σε ένα μεγάλο ελληνικό χωριό, ή, έστω, σε μια συνομοσπονδία γνήσιων χωριών», έγραφε το 1985 ο Γιώργος Σημαιοφορίδης, ως απάντηση/κριτική στην έκθεση του «Αντί». Πραγματικά, η Αθήνα της Ομόνοιας του '80, όπως την κατέγραφε ο συγγραφέας Ιωάννου με τους επαρχιώτες και τους φαντάρους ήταν περίπου αυτό, μέχρι που ο άνεμος της δεκαετίας του '90 και οι χιλιάδες των μεταναστών τα σάρωσαν όλα. Οι παλιοί (εσωτερικοί) μετανάστες-επαρχιώτες αδειάσανε το κέντρο της πόλης (ίσως ποτέ δεν το αγάπησαν πραγματικά) για να εποικήσουν μακρινά προάστια και να χτίσουν πολυτελή αντίγραφα των παλιών σπιτιών τους της Αράχοβας και της Καρδίτσας. Ετσι, η Αθήνα ξανάγινε επαρχία και όλα ήρθαν σε μια τάξη. Αλλά αν δούμε την (πραγματική) ελλαδική επαρχία με ένα άλλο μάτι, όχι ως περίγελο και «κιτσαριό», χλομό κακέκτυπο και φτωχό συγγενή των Αθηνών, αλλά ως μυστηριώδη σημειολογική ζούγκλα, μοντέλο ανεξέλεγκτης κατοίκησης και ελευθερίας έκφρασης, αντίβαρο στην υπερ-κορεσμένη πρωτεύουσα, στερημένη πλέον από οποιαδήποτε δυναμική με τους κατοίκους της μπλαζέ και βαριεστημένους, τότε, ναι, νέες προοπτικές για ανακαλύψεις ανοίγονται. Και ίσως τότε, όπως προσπάθησαν να το κάνουν κάποιοι εξήντα περίπου χρόνια πριν, ο αγώνας θα ξεκινήσει στο βουνό για να κατεβεί μετά στην πόλη. Ή, για να παραφράσουμε τον Leonard Cohen, «First we take Arahova...».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Με λέξεις-κλειδιά
Φάκελος
Αρχιτεκτονική