Έντυπη Έκδοση

Διάλογοι για τις πυρκαγιές

Είναι εμφανές ότι το σύστημα δασοπροστασίας στην Ελλάδα αδυνατεί να αντιμετώπισει τις πυρκαγιές, που ιδίως τα τελευταία χρόνια μαίνονται ανεξέλεγκτες, κατακαίοντας τους τελευταίους πνεύμονες πρασίνου και δημιουργώντας ανασφάλεια στους πολίτες.

Ο «στρατηγός άνεμος» διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη κάθε φωτιάς, παρά τα τεράστια κονδύλια που δαπανώνται τόσο για την πρόληψη όσο και για την πυρόσβεση.

* «Τα ιδιωτικά συμφέροντα συνειδητοποιούν ότι η δασική νομοθεσία αποτελεί τροχοπέδη στην εκμετάλλευση της γης, η οποία αποκτά συν τω χρόνω τεράστια αξία και αρχίζει μια πρωτοφανής διαπάλη με στόχο την καταπάτηση δημόσιων εκτάσεων και την αποδέσμευσή τους από τον δασικό χαρακτήρα», υπογραμμίζει ο δασολόγος Γεώργιος Καρέτσος.

**Ο καθηγητής δασολογίας Αριστοτέλης Παπαγεωργίου επισημαίνει ότι «επενδύονται τεράστια χρηματικά ποσά σε μηχανισμούς καταστολής της πυρκαγιάς και κλάσματα αυτών στην οργάνωση μιας πιο αποτελεσματικής διαχείρισης της υπαίθρου. Αντί να ρυθμίζεται η βιομάζα στα δάση και τα λιβάδια, εξοπλιζόμαστε με σύνθετους αντιπυρικούς μηχανισμούς που δεν μπορούν εν τέλει να μας προστατεύσουν από τη φωτιά».

**Ο πρόεδρος της δασολογικής εταιρείας, Θεοχάρης Ζάγκας, σημειώνει ότι «είναι παγκοσμίως γνωστό πως οι δασικές πυρκαγιές πρέπει να προλαμβάνονται και να αντιμετωπίζονται στη γένεσή τους με κρίσιμο χρόνο επέμβασης τα 10 ώς 15 λεπτά της ώρας. Από τη στιγμή που μια πυρκαγιά αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις, μόνον έμμεσα αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία "ψιλών" αντιπυρικών ζωνών και "αντιπύρ"».

Κρατική αδιαφορία για τα δάση

Η Ελλάδα μας διαθέτει δάση και δασικές εκτάσεις που καλύπτουν περίπου το 70% της χώρας.

Και οι δύο κατηγορίες έχουν ισάξια οικολογική σημασία και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να διαχωρίζονται. Ενα επιπλέον ευτύχημα, είναι ότι τα δάση μας κατά ποσοστό 70% είναι δημόσια και τα υπόλοιπα ιδιωτικά, (μοναστηριακά κ.λπ.), πράγμα που αποτελεί πλεονέκτημα στη διαχείρισή τους εφόσον αυτή δεν προσκρούει σε ιδιωτικά συμφέροντα.

Τα τελευταία χρόνια η οικονομική σημασία των δασών μας έχει μειωθεί κυρίως από τη φθηνή εισαγωγή ξυλείας και άλλων προϊόντων από χώρες του εξωτερικού. Παρ' όλα αυτά τα ελληνικά δάση κατέχουν τον υψηλότερο βαθμό βιοποικιλότητας στην Ευρώπη, διότι φιλοξενούν την πιο πλούσια χλωρίδα και πανίδα σε σχέση με την μικρή έκτασή τους.

Την ευθύνη της διαχείρισής τους έχει η δασική υπηρεσία, την οποία ίδρυσε η πολιτεία για το σκοπό αυτό. Για την εν λόγω διαχείριση θεσμοθετήθηκε ένα πολύπλοκο, ομολογουμένως, αλλά απαραίτητο νομικό πλαίσιο, για τη διαχείριση και την προστασία των δασών, δημοσίων και μη γενικότερα.

Αυτό σημαίνει ότι η πολιτεία έθετε στόχους και διέθετε δασική πολιτική, όπως κάθε ευνομούμενο κράτος.

Η άλλοτε ακμαία δασική υπηρεσία διαχειρίστηκε με συνέπεια τη δημόσια γη, διάνοιξε το ορεινό δασικό δίκτυο, διευθέτησε και τιθάσευσε χιλιάδες καταστρεπτικούς χειμάρρους, διαχειρίστηκε, πρωτοποριακά και αειφορικά τα δάση μας, παρήγαγε δασικά προϊόντα, προστάτευσε τα δάση από την αλόγιστη βοσκή, τις υλοτομίες και τις καταπατήσεις, βελτίωσε τη μορφή τους, πραγματοποίησε εκτεταμένες αναδασώσεις και εξασφάλισε εργασία στον μαστιζόμενο οικονομικά τότε ορεινό πληθυσμό.

Δυστυχώς, από τη μεταπολίτευση και στο εξής η κατάσταση έχει ως ακολούθως:

1 Κατοχυρώνεται συνταγματικά (1975) η προστασία των δασών με δύο άρθρα, 24 και 117. Δημιουργείται το Δασικό Κτηματολόγιο (1976) σε επιταγή του άρθρου 24 του συντάγματος, ψηφίζεται ο νόμος 998 «περί προστασίας δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων» (1979).

2 Παράλληλα αρχίζουν τα ιδιωτικά συμφέροντα να συνειδητοποιούν ότι η δασική νομοθεσία αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στην εκμετάλλευση της γης, η οποία αποκτά συν τω χρόνω τεράστια αξία και αρχίζει μια πρωτοφανής διαπάλη με στόχο την καταπάτηση δημόσιων εκτάσεων και την αποδέσμευση από το δασικό χαρακτήρα μεγάλων δημόσιων και μη εκτάσεων.

3 Η εφαρμογή του δασολογίου χωλαίνει από νομική άποψη, εφόσον κανένας οριστικός δασικός χάρτης δεν κατάφερε να αναρτηθεί στα 20 χρόνια λειτουργίας του, ενώ παράλληλα με την εφαρμογή του 998/79, αποδεσμεύονται σημαντικές εκτάσεις από τη συνταγματική προστασία, χαρακτηριζόμενες «χορτολιβαδικές».

4 Η πολιτεία υποκύπτει σε πλειάδα ιδιωτικών συμφερόντων (τσιφλικάδες, εκκλησία, οικοδομικοί συνεταιρισμοί), που παρασύρουν πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες, με αποτέλεσμα δημόσιες και ιδιωτικές δασικές εκτάσεις να πολεοδομηθούν και να χτιστούν, στις περισσότερες περιπτώσεις με έωλα νομικά επιχειρήματα.

5 Επιχειρείται και πάλι η αποδέσμευση 40 εκατομμυρίων στρεμμάτων περίπου με το νομοσχέδιο «περί βοσκοτόπων» του 1988, που ευτυχώς κηρύσσεται από το ΣτΕ αντισυνταγματικό. Η επίθεση δεν σταματά εδώ και γίνεται εκ νέου προσπάθεια για αλλαγή των δύο επίμαχων άρθρων του συντάγματος, με παράλληλη κατάργηση του Ε' τμήματος του ΣτΕ, που «μπαίνει στο μάτι» και των δύο κυβερνητικών σχημάτων, χωρίς και πάλι να κατορθωθεί ουσιαστικά η ανατροπή της συνταγματικής προστασίας.

6 Το 1998 μεταφέρεται η καταστολή στην πυροσβεστική υπηρεσία, ενώ η πρόληψη παραμένει στην αποδυναμωμένη δασική υπηρεσία, σε αντίθεση με την πρόταση της διακομματικής επιτροπής της Βουλής για ενιαίο φορέα δασοπροστασίας που προτάθηκε το 1993. Η πυροσβεστική υπηρεσία πέρα από τις εγγενείς αδυναμίες συνεχίζει να έχει άγνοια του δασικού χώρου, με τον οποίο ασχολείται περιστασιακά μόνο την αντιπυρική περίοδο του θέρους.

Παράλληλα στερείται ιδιαίτερης τεχνικής εκπαίδευσης στις δασικές πυρκαγιές, με αποτέλεσμα τη συντηρητική αντιμετώπιση της φωτιάς στα όρια του πολεοδομικού ιστού και την εναπόθεση της πυρόσβεσης στα πανάκριβα αεροσκάφη.

Δυστυχώς, τα τελευταία 40 χρόνια εγκαταλείπεται σταδιακά κάθε κρατικό ενδιαφέρον για τα δάση και το περιβάλλον γενικότερα. Ακόμη και διεθνείς υποχρεώσεις που έχουμε προσυπογράψει για το περιβάλλον (Σύμβαση Ramsar, Διάσκεψη Ρίου, Οδηγίες της ΕΟΚ 79/409 και 92/43, Πρωτόκολλο του Κιότο), αντιμετωπίζονται εντελώς αποσπασματικά και περιστασιακά, χωρίς εθνική πολιτική και στόχους.

Διαπιστώνουμε και πάλι ότι παρά τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης, στην Πυροσβεστική, οι πυρκαγιές δεν κατάφεραν να τιθασευτούν κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας πρόληψης. Οι όποιες προσπάθειες πρόληψης επαφίονται στην τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία δεν μας έχει πείσει ότι διακατέχεται από φιλοπεριβαλλοντικά αισθήματα.

Αντίθετα η δασική υπηρεσία καταδικάζεται σε οικονομικό και υπαλληλικό μαρασμό από το σύνολο των κυβερνήσεων και τίθεται, προφανώς εσκεμμένα, εκτός οποιασδήποτε προσπάθειας προστασίας.

Τελευταία θέλω να πιστεύω, συνειδητοποιούμε ότι ο μεσογειακός χώρος είναι συνυφασμένος με τη φωτιά. Δεν αντιλαμβανόμαστε, όμως, ότι ουσιαστική θωράκιση των δασικών οικοσυστημάτων αποτελεί η πρόληψη, που σημαίνει προστασία και διαχείριση της βλάστησης.

Η μεν προστασία θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την ολοκλήρωση του δασολογίου και τη χωροθέτηση της οικιστικής ανάπτυξης, η δε διαχείριση με την αποδέσμευση της δασικής υπηρεσίας από το γραφειοκρατικό κυκεώνα και τον εγκλωβισμό της στο κατ' ευφημισμόν λεγόμενο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

* Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΕΤΣΟΣ είναι δασολόγος ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Ερευνας.

Διαχείριση γης και πυρόσβεση

Οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Ελλάδα και στον κόσμο δείχνουν ότι η κατασταλτική φιλοσοφία με την οποία τις προσεγγίζουμε είναι λανθασμένη, καθώς αυτή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη διαχείριση των χερσαίων οικοσυστημάτων.

Οι πυρκαγιές στα δάση και στην ύπαιθρο είναι ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Και ενώ οι δαπάνες δασοπυρόσβεσης αυξάνονται, το ίδιο αυξάνεται και το μέγεθος των καταστροφών.

Ακόμα χειρότερα, ο πολίτης έχει χάσει κάθε αίσθημα ασφάλειας απέναντι στη φωτιά και νιώθει απροστάτευτος, αφού ξέρει ότι κάθε φορά που φυσάει οι φωτιές θα μαίνονται ανεξέλεγκτες. Είναι γεγονός, που κανείς πια δεν αμφισβητεί, πως το όλο σύστημα δασοπροστασίας στη χώρα μας είναι διασπασμένο, κακώς συντονισμένο και αναποτελεσματικό.

**Πέρα από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ελλάδα, βιώσαμε φέτος αντίστοιχα φαινόμενα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ισπανία, με τεράστιες εκτάσεις καμένες, ζημιές σε περιουσίες και νεκρούς. Οι χώρες αυτές, όμως, θεωρούνται πρότυπο οργάνωσης σε θέματα δασοπυρόσβεσης, με τεράστιους στόλους αεροσκαφών, με ισχυρές υπηρεσίες στελεχωμένες από καλά εκπαιδευμένο προσωπικό, με τη συνδρομή της τεχνολογίας και της πιο σύγχρονης επιστημονικής γνώσης στο αντικείμενο αυτό.

Πώς μπορούμε, λοιπόν, να εξηγήσουμε τις καταστροφές σε χώρες με τόσο προηγμένα επιστημονικά και τεχνολογικά συστήματα πυροπροστασίας; Πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάτι θα αλλάξει και στη χώρα μας, τη στιγμή που οι χώρες που αποτελούν πρότυπο για εμάς φαντάζουν και αυτές απροστάτευτες;

**Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της δασικής πυρκαγιάς και να το αποσυνδέσουμε από την έννοια της κατάσβεσης. Η φωτιά στο δάσος, στο χερσαίο οικοσύστημα γενικότερα, είναι κάτι συνηθισμένο για τις περιοχές του πλανήτη που έχουν μεσογειακό κλίμα. Αποτελεί δηλαδή ένα κομμάτι του φυσικού κύκλου των χερσαίων οικοσυστημάτων με ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ίδια τους την επιβίωση και λειτουργία.

**Με λίγα λόγια, φωτιές στα μεσογειακά δάση είχαμε πάντα και από ό,τι φαίνεται θα έχουμε και για πάντα. Προφανώς αυτό δεν υποδηλώνει ότι πρέπει να στεκόμαστε αδιάφοροι απέναντι στην εκδήλωση των δασικών πυρκαγιών.

**Η φωτιά στην ύπαιθρο είναι ένα σύνθετο οικολογικό, κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο. Η πορεία της ανάπτυξης στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες περιοχές του πλανήτη περιλαμβάνει τη σταδιακή μείωση των πρωτογενών δραστηριοτήτων στην ύπαιθρο και ταυτόχρονα τη συγκέντρωση μεγάλων οικονομικών και δημογραφικών πιέσεων σε συγκεκριμένες ζωές, ημιαστικές περιοχές ή ζώνες υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος και ανάπτυξης.

Αποτέλεσμα αυτών των παράλληλων τάσεων είναι η συγκέντρωση της λεγόμενης βιομάζας στο μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου και η ταυτόχρονη αυξανόμενη γειτνίαση ανθρώπινων υποδομών και συμφερόντων με τα εύφλεκτα μεσογειακά οικοσυστήματα. Με τον τρόπο αυτό, έχουμε αυξημένες προκλήσεις πυρκαγιών, ακούσια ή εκούσια, και ραγδαία εξάπλωση αυτών, λόγω της καύσιμης ύλης που υπάρχει πλέον σε μεγάλη αφθονία στα δάση.

**Επιπλέον, το σύγχρονο αναπτυξιακό μοντέλο των αναπτυγμένων χωρών έχει επιβάλλει και μια φοβική σχέση με τη φωτιά. Από διαχειριστικό εργαλείο της υπαίθρου έχει μεταβληθεί σε σημαντικό δημόσιο κίνδυνο. Η πυρκαγιά στο δάσος αντιμετωπίζεται κατασταλτικά και όχι διαχειριστικά. Κυριαρχεί, δηλαδή, ο στόχος της «μηδενικής πυρκαγιάς».

Επενδύονται τεράστια ποσά σε μηχανισμούς καταστολής της πυρκαγιάς και κλάσματα αυτών στην οργάνωση μιας πιο αποτελεσματικής διαχείρισης της υπαίθρου. Αντί να ρυθμίζεται η βιομάζα στα δάση και τα λιβάδια, εξοπλιζόμαστε με σύνθετους αντιπυρικούς μηχανισμούς. Τα αποτελέσματα μιλούν μόνα τους: κανείς μηχανισμός καταστολής, δεν μπορεί να μας προστατεύσει από τη φωτιά, όταν οι καιρικές συνθήκες γίνονται δυσμενείς.

**Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς στην Ελλάδα δεν πρέπει να αποκτήσουμε έναν καλά οργανωμένο μηχανισμό δασοπροστασίας. Απαιτείται, όμως, πρώτα, τόσο εδώ όσο και διεθνώς, μια νέα φιλοσοφία προστασίας της υπαίθρου από τις δασικές πυρκαγιές. Φιλοσοφία που να βασίζεται στη διαχείριση της δασικής βλάστησης. Χρειάζεται να επενδυθεί το μεγαλύτερο μέρος των πόρων προς την κατεύθυνση της διαχείρισης της υπαίθρου.

**Ταυτόχρονα, πρέπει να αντιληφθούμε ότι, όπως ετοιμάζουμε τα κτίριά μας με αντισεισμικό σχεδιασμό, με τον ίδιο τρόπο πρέπει πλέον να μάθουμε να ζούμε με τις φωτιές και να κάνουμε τις υποδομές που σχεδιάζουμε στο χώρο να είναι ασφαλείς από την εξάπλωση μιας μεγάλης φωτιάς αλλά και να προκαλούν όσο το δυνατόν λιγότερες εστίες. Η εκτός σχεδίου δόμηση και η άναρχη χωροταξική ανάπτυξη στη χώρα μας πηγαίνουν ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι διάσπαρτοι οικισμοί και περισσότερες πυρκαγιές προκαλούν και κάνουν αδύνατη την αποτελεσματική τους προστασία από μια μεγάλη ανεξέλεγκτη φωτιά.

*Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι επίκουρος καθηγητής Δασολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και υπεύθυνος του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής.

Προστασία με αιχμή την πρόληψη

Τα δάση αποτελούν πολύτιμα οικοσυστήματα, τα οποία υποστηρίζουν τη ζωή στον πλανήτη.

Για το λόγο αυτό πρέπει να προστατευθούν κατά τον καλύτερο τρόπο, από κάθε μορφής κίνδυνο και ιδιαίτερα τις δασικές πυρκαγιές. Το φετινό καλοκαίρι, αλλά και το καλοκαίρι του 2007 είδαμε να καταστρέφονται πολύτιμα δάση.

Ολα αυτά συμβαίνουν για το λόγο ότι στη χώρα μας δεν υπάρχει η παραμικρή οργάνωση στο θέμα της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών. Είναι παγκοσμίως γνωστό ότι οι φωτιές στα δάση πρέπει να προλαβαίνονται και να αντιμετωπίζονται στη γένεσή τους με κρίσιμο χρόνο επέμβασης τα 10 έως 15 λεπτά της ώρας από την ανάφλεξη.

Από τη στιγμή που μια πυρκαγιά αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις μόνο έμμεσα αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία «ψιλών» αντιπυρικών ζωνών ή «αντιπύρ».

* Τα εναέρια μέσα βοηθούν στην κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών, αλλά αφενός δεν είναι σε θέση να την ολοκληρώσουν από μόνα τους και αφετέρου η δράση τους υπόκειται σε πολλούς περιορισμούς (καιρικές συνθήκες, αδυναμία δράσης τους κατά τη νύχτα, μηχανικές βλάβες).

* Επιβάλλεται, λοιπόν, η οργάνωση ενός συστήματος δασοπυρόσβεσης με ιδιαίτερη βαρύτητα στον τομέα της πρόληψης. Αυτό πρέπει ασφαλώς να βασίζεται:

* Στη διαρκή επιτήρηση του χώρου από δίκτυο παρατηρητηρίων σε 24ωρη βάση, κατά την επικίνδυνη ξηρόθερμη περίοδο.

* Στην ανάπτυξη ενός εξελιγμένου και αξιόπιστου συστήματος επικοινωνιών, έτσι ώστε να υπάρχει άμεση αναγγελία και εντοπισμός κάθε εκδηλούμενης πυρκαγιάς.

* Στην επέμβαση ειδικά για το σκοπό αυτό εκπαιδευμένης ομάδας δασοπυροσβεστών, που θα κινητοποιείται αμέσως.

* Μετά τον εντοπισμό και αναγγελία της πυρκαγιάς θα καταφθάνει στο χώρο της ειδικά εκπαιδευμένη για το σκοπό αυτό ομάδα με ειδικό ευέλικτο όχημα, το οποίο θα φέρει βυτίο νερού 500- 1.000 λίτρων και τον απαραίτητο εξοπλισμό.

* Η ομάδα αυτή θα επιχειρεί την κατάσβεση και παράλληλα θα εκτιμά εάν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μόνη της την πυρκαγιά. Σε αντίθετη περίπτωση θα καλεί ενισχύσεις και ταυτόχρονα θα συνεχίζει το επίπονο έργο της κατάσβεσης.

* Πλην των παραπάνω η διαμορφωθείσα πρόσφατα κατάσταση επιβάλλει τη λήψη αυξημένων μέτρων σε όλα τα επίπεδα:

* Σε επίπεδο κρατικών υπηρεσιών, νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επίπεδο οικισμών και σε ατομικό, εθελοντικό επίπεδο.

* Αποφασιστικό ρόλο στην έναρξη και διάδοση των πυρκαγιών διαδραματίζουν: Η καύσιμη ύλη, οι μετεωρολογικές συνθήκες, η τοπογραφία της κάθε περιοχής.

Από τους τρεις αυτούς παράγοντες ο μόνος που επιδέχεται τροποποίηση είναι αυτός της καύσιμης ύλης. Για το λόγο αυτό τα δάση πρέπει να υφίστανται τους κατάλληλους δασοκομικούς χειρισμούς για τη μείωση του κινδύνου των πυρκαγιών.

* Σε επίπεδο καταστολής κρίνεται απαραίτητη η οργάνωση του ανθρώπινου δυναμικού και η πρόβλεψη των απαραίτητων υποδομών και μέσων. Τέτοια είναι:

* Επαρκής αριθμός καλά εκπαιδευμένου και πεπειραμένου υλωρικού προσωπικού.

* Επάρκεια εξοπλισμού και μέσων από τα πιο μικρά έως τα πιο μεγάλα (εναέρια).

* Σχεδιασμός και οργάνωση ενός εξελιγμένου συστήματος επικοινωνιών.

* Σχεδιασμός και οργάνωση του συστήματος υδροληψίας των πυροσβεστικών οχημάτων και των εναέριων μέσων.

* Για κάθε δάσος πρέπει να εκπονείται σχέδιο αντιπυρικής προστασίας, το οποίο θα δοκιμάζεται και θα επικαιροποιείται σε ετήσια βάση. Αυτό θα βασίζεται κυρίως στην πρόληψη με τα ακόλουθα μέσα:

Ενημέρωση, διαρκής επαγρύπνηση. Δίκτυο υδατοδεξαμενών και πυροσβεστικών κρουνών. Χειρισμό βλάστησης και ξηρού υλικού. Ζώνες αντιπυρικής προστασίας κατάλληλα σχεδιασμένες. Συντήρηση οδικού δικτύου. Οργάνωση των διαθέσιμων μέσων.

Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να πολεμήσουμε τη μάστιγα των δασικών πυρκαγιών και θα προστατέψουμε τα δάση της χώρας μας και το φυσικό περιβάλλον από γενικότερες καταστροφές.

* Υστερα από μια καταστροφική πυρκαγιά βρισκόμαστε δυστυχώς προ ενός δυσάρεστου τετελεσμένου γεγονότος. Το δάσος έχει καταστραφεί, οι συνέπειες όμως της δασικής πυρκαγιάς δεν έχουν τελειώσει.

* Οι προσπάθειές μας επικεντρώνονται στην προστασία των εδαφών. Πρέπει οι καμένες επιφάνειες να προστατευθούν κατ' αρχάς από τη διάβρωση και στη συνέχεια να καλυφθούν το συντομότερο με βλάστηση, για την αναγέννηση του δάσους.

* Για το λόγο αυτό μετά την πυρκαγιά πρέπει να διενεργείται υλοτομία των καμένων δένδρων και θάμνων για την ταχύτερη αποσύνθεση της βιομάζας και τη βελτίωση της αισθητικής των καμένων περιοχών.

* Ακολουθεί χαρτογράφηση των περιοχών που πρέπει να γίνεται ως εξής:

* Από πλευράς ανάγλυφου και πλημμυρικής επικινδυνότητας έτσι ώστε να σχεδιασθούν και να ιεραρχηθούν τα απαραίτητα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα.

* Από πλευράς δασοπονικού είδους και δυνατότητας φυσικής αναγέννησής τους έτσι ώστε να εντοπισθούν και να ιεραρχηθούν οι προς αναδάσωση εκτάσεις.

* Αυτά είναι απαραίτητα για το λόγο ότι οι παραπάνω δράσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν σε ολόκληρη την έκταση τόσο από χρονική άποψη όσο και από οικονομική κοινωνική και οικολογική.

Οσο εμείς θα αδιαφορούμε, τα δάση μας θα συνεχίσουν να καίγονται εσαεί.

*Ο ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΖΑΓΚΑΣ είναι αναπληρωτής καθηγητής της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ και πρόεδρος της Ελληνικής Δασολογικής Εταιρείας.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Διάλογος