Έντυπη Έκδοση

Οι μεγάλες κομπίνες της προεδρικής οικογένειας

Αδέλφια, γαμπροί και κουμπάροι έγιναν επιχειρηματίες- τραπεζίτες και εφοπλιστές με λογαριασμούς στην Ελβετία

«Στον αγώνα κατά του ισλαμισμού πρέπει να καταφύγουμε στην παραπληροφόρηση και τους εγκληματίες. Θα τους αποφυλακίσουμε αναθέτοντάς τους αστυνομικά καθήκοντα», δήλωνε ο σύμμαχος της Δύσης Μπεν Αλι όταν αναρριχήθηκε στην εξουσία.

Με την καταστολή, το έγκλημα και την απάτη, οι φατρίες των οικογενειών του έγραφαν επί 23 χρόνια «λαμπρές» σελίδες στην παγκόσμια ιστορία της ατιμίας.

Οι Μπεν Αλι, οι Τραμπελσί (οικογένεια των δέκα αδελφών της κομμώτριας δεύτερης συζύγου του, Λεϊλά), οι Σιμπούμπ, Ζαρούκ, Μαμπρούκ, Ματρί (οικογένειες των γαμπρών του), προνομιακές ευνοούμενες σαρωτικών ιδιωτικοποιήσεων που επέβαλε το ΔΝΤ, κατέχουν μια αυτοκρατορία που ελέγχει το 50% της οικονομίας της χώρας.

Η «δουλειά» της οικογενειακής μαφίας ξεκίνησε με την οικειοποίηση των τραπεζών και των μίντια προκειμένου να εγγυηθούν την ευρωστία των επιχειρήσεών τους και την πλήρη αποσιώπηση των σκανδάλων τους και επεκτάθηκε σε κάθε οικονομικό κλάδο, συσσωρεύοντας μυθικές περιουσίες, που επέτρεπαν στη Λεϊλά να κάνει διακοπές στις επαύλεις της στο Παρίσι (αξίας 37 εκατ. ευρώ), το Σεν Τροπέ και τις Αλπεις ή στον Μπεν Αλί να αγοράζει μια Πόρσε αξίας 280.000 ευρώ για τον... πεντάχρονο γιο του, όσο το 50% των νέων της χώρας ήταν καταδικασμένο στην ανεργία.

Συνολικά υπολογίζεται ότι καταχράστηκαν περισσότερα από 20 δισ. δολ., όπως καταγγέλλει ο συγγραφέας Αμπντελαζίζ Μπελκόντζα, που δημοσιοπίησε ενδελεχή έρευνα (http://sites.google.com/site/corruptiontunisie/) αποκαλύπτοντας τη διαφθορά.

Τα αδέλφια του Μπεν Αλι διέπρεπαν στο λαθρεμπόριο, τις εισαγωγές - εξαγωγές και τις μεταφορές. Στο παιχνίδι μπήκαν οι γαμπροί των θυγατέρων από τον πρώτο του γάμο. Οι Σιμπούμπ ανέλαβαν ποδοσφαιρικές ομάδες και τον έλεγχο των δημόσιων αγορών. Οι Μαμπρούκ τη Διεθνή Αραβική Τράπεζα ΒΙΑΤ, την αντιπροσωπεία Mercedes και Fiat και τη μεγάλη διανομή χοντρικής με τα εμπορικά κέντρα Geant και Monoprix. Οι Ζαρούκ με ηγέτη τον Σλιμ, ιδρύουν τη δική τους τράπεζα Mediobanca και κατακυρώνουν τη διαχείριση του αεροδρομίου, ενώ η σύζυγός του, Σιρίν, κατέχει την εταιρεία τηλεφωνίας Orange και είναι η βασικός παροχέας Ιντερνετ στη χώρα.

Αλλά αυτά δεν ήταν τίποτε μπροστά στο βίο και την πολιτεία της οικογένειας της Λεϊλά. Ο αδελφός της Μπελχασάν Τραμπελσί ελέγχει την αεροπορική Carthago Airlines, τηλεπικοινωνίες, συναρμολόγηση φορτηγών και τρακτέρ (Alpha, Ford International), αντιπροσωπείες αυτοκινήτων (Ford, Range Rover, Jaguar, Hyundai), τουρισμό, μίντια (Mosaique FM, Carthage TV, εταιρεία παραγωγής Cactus TV). Αλλος αδελφός της, ο Μονσέφ, ελέγχει τον κλάδο των οικοδομών και οι γιοι του, Μοέζ και Ιμέντ (που δολοφονήθηκε στη διάρκεια των διαδηλώσεων) ενέχονται στην κλοπή του γιοτ πολυτελείας του γάλλου τραπεζίτη Μπρούνο Ροζέρ. Η οικογένεια διαθέτει ακόμη, το μονοπώλιο οινοπνευματωδών, εισαγωγής μπανάνας, τόνου, ζάχαρης, αλιείας στη λίμνη της Τυνησίας και διανομής πετρελαϊκών.

Η ίδια η Λεϊλά ίδρυσε διεθνές ιδιωτικό σχολείο (σε δημόσια έκταση και με επιχορήγηση 1 εκατ. ευρώ), ενώ εξασφάλισε την επόμενη γενιά προσφέροντας στο γαμπρό της, Σακρ ελ Ματρί, μία θέση βουλευτή και ένα τεράστιο holding: του δόθηκε η μεταφορική Ennakl στο ένα τρίτο της αξίας της, η διανομή ΚΙΑ και Porsche, η δεύτερη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας της χώρας, διείσδυση στην Εταιρεία Ναυσιπλοΐας της Τυνησίας, ένα πιστωτικό ίδρυμα και μια ισλαμική ραδιοφωνία.

Ηδη στην Ελβετία πάγωσαν τις καταθέσεις τους και προσφυγές κατατέθηκαν στη Γαλλία ώστε να λάβει ανάλογα μέτρα, ενώ η νέα κυβέρνηση ανακοίνωσε το άνοιγμα δικαστικής έρευνας. Αλλά το γεγονός ότι η οικογένεια ελέγχει την οικονομία προσθέτει σημαντικές δυσχέρειες στη νέα κυβέρνηση, δήλωνε η Εμα Μέρφι, του πανεπιστημίου Ντέρχαμ, στο BBC, προσθέτοντας μία πρόταση που ίσως αποδειχθεί αποκαλυπτική για τις εξελίξεις: «Οι φόβοι τώρα είναι μήπως η νέα κυβέρνηση ανατρέψει τις οικονομικές πολιτικές και προχωρήσει σε δημόσιες δαπάνες για δημιουργία θέσεων εργασίας και παροχή επιδομάτων, που μπορεί να οδηγήσουν σε φυγή κεφαλαίων και δυσχέρειες στον προϋπολογισμό».

Ο πρωθυπουργός Γκανούσι, μέλος του κόμματος του Μπεν Αλι, που έσπευσε να το εγκαταλείψει προ ημερών, ίσως είναι η λύση, καθώς όπως επισημαίνει η ειδήμων σε θέματα Τυνησίας, «χαίρει μεγάλης εκτίμησης από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς: είναι σοβαρός μεταρρυθμιστής».

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Διεθνή
Με λέξεις-κλειδιά
Τυνησία